ΕΙΧΑΝ μεγάλα κέρδη αλλά δίνουν μικρά μερίσματα στους μετόχους τους οι βιομηχανικές και εμποροβιομηχανικές εταιρείες του κλάδου, που αποτελεί, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΣΥΕ, τον ταχύτερα αναπτυσσόμενο από απόψεως όγκου παραγωγής κλάδο της ελληνικής βιομηχανίας. Ο λόγος γίνεται για τη χημική βιομηχανία, η παραγωγή της οποίας το 1996, όπως υπολογίζεται από την ΕΣΥΕ, σημείωσε αύξηση 7,8%, με αποτέλεσμα ο σχετικός δείκτης να λάβει τιμή 155,3 μονάδων με βάση 100 μονάδες το έτος 1980. Η άνοδος της παραγωγής συνεχίζεται μάλιστα και το 1997.
Ο κλάδος βέβαια έχει αρκετά προβλήματα να λύσει, με οξύτερα αυτά που έχουν να κάνουν με το μέλλον της λιπασματοβιομηχανίας. Οι εισαγωγές κάθε άλλο παρά υποχωρούν και αρκετές επιχειρήσεις, ιδιαίτερα αυτές που παράγουν γεωργικά φάρμακα και χρώματα, αναπτύσσουν ολοένα και εντονότερη εισαγωγική δραστηριότητα. Ταυτόχρονα όμως βελτιώνεται η εξαγωγική επίδοση του κλάδου.
Κατά το 1996, σε σύγκριση με το 1995, εξάλλου, η επενδυτική δραστηριότητα σε μηχανολογικό εξοπλισμό ήταν αυξημένη.
Το 1996 η παραγωγή της λιπασματοβιομηχανίας αυξήθηκε, σύμφωνα με την ΕΣΥΕ, σημαντικά γίνεται λόγος για διψήφια ποσοστιαία αύξηση. Η παραγωγή γεωργικών φαρμάκων, όμως, μειώθηκε κατά 3%, ενώ η παραγωγή χρωμάτων και βερνικιών αυξήθηκε κατά 4%
Τα συνολικά οικονομικά αποτελέσματα των τεσσάρων επιχειρήσεων παραγωγής λιπασμάτων το 1996 επιδεινώθηκαν, με μόνη εξαίρεση αυτά της μεγαλύτερης βιομηχανίας του κλάδου, της εταιρείας Βιομηχανία Φωσφορικών Λιπασμάτων ΑΕ. Ο τομέας διανύει περίοδο αναπροσαρμογής μετά την απόφαση για τερματισμό της λειτουργίας της εταιρείας ΑΕΒΑΛ ΑΕ, τη σχεδιαζόμενη ενοικίαση των εγκαταστάσεων της μονάδας Δραπετσώνας σε νέο φορέα, αλλά και την προωθούμενη απορρόφηση της εταιρείας Χημικές Βιομηχανίες Βορείου Ελλάδος ΑΕ από τη μεγαλύτερη λιπασματοβιομηχανία στο πλαίσιο συγχώνευσης των δύο εταιρειών. Ο τομέας της βιομηχανίας χρωμάτων και βερνικιών βελτίωσε περαιτέρω την κερδοφορία του το 1996 και παρέμεινε ο περισσότερο κερδοφόρος τομέας του κλάδου. Ταχύτερα όμως αυξήθηκαν τα κέρδη ενός άλλου υποκλάδου, που ήταν ο μεγάλος κερδισμένος του έτους 1996. Οι επιχειρήσεις παραγωγής και εμπορίας γεωργικών φαρμάκων γνώρισαν εκρηκτική αύξηση κερδών.
Συνολικά η βιομηχανία χημικών προϊόντων, όπως εξετάζεται από την ΕΣΥΕ, συμπεριλαμβανομένου δηλαδή του κλάδου παραγωγής – συσκευασίας φαρμάκων, καλλυντικών και απορρυπαντικών, εκτιμάται ότι αύξησε την παραγωγή της το 1996, όπως προαναφέρθηκε, κατά 7,8%. Η αντίστοιχη αύξηση το 1995 ήταν 10,9%, το 1994 ήταν 2% και το 1993 ήταν 4%.
Οι συνολικές πωλήσεις 64 επιχειρήσεων του κλάδου των χημικών εξαιρουμένων των εταιρειών φαρμάκων, καλλυντικών και απορρυπαντικών που είχαν πωλήσεις άνω του ενός δισεκατομμυρίου δραχμών αυξήθηκαν το 1996 κατά 6% και ανήλθαν σε 313 δισ. δρχ. Πρόκειται πρέπει να τονισθεί για βιομηχανικές και εμποροβιομηχανικές επιχειρήσεις χημικών, ορισμένες από τις οποίες αναθέτουν σε τρίτες επιχειρήσεις την παραγωγή προϊόντων τους και ασχολούνται κυρίως με εμπορικές δραστηριότητες. Η αύξηση των συνολικών πωλήσεων των 64 εταιρειών με ρυθμό μόνο 6% οφείλεται σε έναν συγκυριακό λόγο. Η μείωση κατά 4,5 δισ. των πωλήσεων της εταιρείας Λιπάσματα Δραπετσώνας ΑΕ είναι αποτέλεσμα του γεγονότος ότι αυτή από τα μέσα περίπου του 1996 παρήγε φασόν για λογαριασμό εμπορικής εταιρείας, ενώ αν συνέχιζε να πωλεί η ίδια τα προϊόντα της, θα παρουσίαζε αύξηση πωλήσεων κατά 4 δισ. περίπου σε σχέση με το 1995. Συνεπώς, με αυτό το δεδομένο, μπορεί βάσιμα να υποστηριχθεί ότι η αύξηση των πωλήσεων της ομάδας των μεγαλύτερων επιχειρήσεων του κλάδου ήταν αρκετά μεγαλύτερη από 6%. Υπενθυμίζεται ότι οι πωλήσεις των μεγάλων επιχειρήσεων του κλάδου το 1995 είχαν αυξηθεί με ρυθμό 22% και το 1994 είχαν αυξηθεί κατά 13%. Παρουσίασαν δηλαδή και τα δύο προηγούμενα έτη ρυθμό μεταβολής σαφώς υψηλότερο του ετήσιου πληθωρισμού, ενώ το 1993 είχε σημειωθεί μείωση των συνολικών πωλήσεων σε πραγματικές τιμές.
Αύξηση πωλήσεων μεγαλύτερη του μέσου επιπέδου του πληθωρισμού το έτος 1996 πέτυχαν να πραγματοποιήσουν οι 37 από τις 64 εξεταζόμενες επιχειρήσεις, δηλαδή το 58% του συνολικού αριθμού, έναντι 85% αντίστοιχου ποσοστού το 1995.
Τα συνολικά καθαρά κέρδη των 64 μεγαλύτερων επιχειρήσεων του κλάδου το 1996 ανήλθαν σε 21,4 δισ. σημειώνοντας αύξηση 6,3%, όπως προαναφέρθηκε, έναντι κερδών ύψους 20,16 δισ. που είχαν οι ίδιες αυτές επιχειρήσεις το 1995.
Το 1996 βελτιώθηκε περαιτέρω από 57,2% σε 55,5% η δανειακή επιβάρυνση του κλάδου, που είχε επιδεινωθεί το 1995.
Κάθε άλλο παρά ομοιόμορφη ήταν η εξέλιξη των αποτελεσμάτων των 64 επιχειρήσεων. Το 59,4% των εξεταζόμενων επιχειρήσεων, δηλαδή 38 επιχειρήσεις, βελτίωσαν πραγματικά τα αποτελέσματά τους σε ποσοστό μεγαλύτερο του πληθωρισμού. Αντίθετα, το υπόλοιπο 40,6% των εξεταζόμενων επιχειρήσεων, δηλαδή 26 επιχειρήσεις, είδαν τα αποτελέσματά τους είτε να βελτιώνονται σε ποσοστό χαμηλότερο από τον πληθωρισμό του έτους είτε να επιδεινώνονται ακόμη και σε ονομαστικές τιμές. Η βελτίωση δηλαδή των αποτελεσμάτων ήταν πραγματικότητα για 6 στις 10 επιχειρήσεις του κλάδου.
Η μερισματική πολιτική που υιοθέτησαν οι κερδοφόρες επιχειρήσεις το 1996 ήταν, πάντως, ιδιαίτερα συγκρατημένη, με τα μερίσματα να αντιστοιχούν στο 23,3% περίπου των συνολικών κερδών ύψους 25 δισ. που πραγματοποίησαν οι 61 κερδοφόρες επιχειρήσεις από τις 64 συνολικά εξεταζόμενες επιχειρήσεις του κλάδου. Σημειώνεται ιδιαίτερα το γεγονός ότι το 95% των επιχειρήσεων του κλάδου το 1996 ήταν κερδοφόρες. Η μέση αποδοτικότητα ιδίων κεφαλαίων αυτών των 61 επιχειρήσεων ήταν 24,6% το 1996 έναντι 24,5% το 1995, ενώ στο σύνολο του κλάδου ήταν 20,8% έναντι 21,7%. Το περιθώριο καθαρού κέρδους των 61 κερδοφόρων ήταν 8,7%, ενώ στο σύνολο του κλάδου ήταν 6,9%. Σε αποθεματικά και υπόλοιπο σε νέο διετέθη το 46,9% των συνολικών κερδών. Τα μεγαλύτερα μερίσματα διέθεσαν η εταιρεία Dow Ελλάς ΑΒΕΕ (900 εκατ. δρχ.) και η ΒΙΒΕΧΡΩΜ ΑΕ (700 εκατ. δρχ.). Συνολικά 51 επιχειρήσεις του κλάδου, ορισμένες από τις οποίες πραγματοποίησαν πωλήσεις μικρότερες του ποσού του ενός δισ. δρχ., είχαν κέρδη μεγαλύτερα του ποσού των 100 εκατ. δρχ.



