Σχεδόν σε κάθε κλάδο της οικονομίας μας, από τη γεωργία ως την παροχή εξειδικευμένων υπηρεσιών υγείας, σύγχρονες επιχειρηματικές μονάδες υψηλής παραγωγικότητας συνυπάρχουν με παλιές μονάδες χαμηλής παραγωγικότητας. Σε κάθε κλάδο μερικές επιχειρήσεις παράγουν νέα προϊόντα με σύγχρονες μεθόδους και μερικές παράγουν παραδοσιακά προϊόντα με παλιές μεθόδους. Ως εκ τούτου, η μέση παραγωγικότητα της οικονομίας μας εξαρτάται από την κατανομή των επιχειρήσεων στις δύο αυτές κατηγορίες. Η αύξηση της μέσης παραγωγικότητας εξαρτάται από τον ρυθμό με τον οποίο η οικονομία αντικαθιστά τις χαμηλής παραγωγικότητας και παλιάς τεχνολογίας επιχειρήσεις με νέες σύγχρονης τεχνολογίας. Οσο ταχύτερα η οικονομία μας απαλλάσσεται από τις λιγότερο παραγωγικές μονάδες τόσο γρηγορότερα αυξάνεται το μέσο επίπεδο της παραγωγικότητάς της.
Το σύστημα της ελεύθερης οικονομίας αποδίδει περισσότερο όταν συνοδεύεται από την ταχύτερη δυνατόν κινητικότητα των παραγωγικών συντελεστών. Η κινητικότητα των παραγωγικών συντελεστών (κεφάλαιο, εργασία κλπ.) μεταξύ παραγωγικών δραστηριοτήτων, επιχειρήσεων και κλάδων εξασφαλίζει ότι αυτοί απασχολούνται εκεί όπου είναι παραγωγικότεροι και απολαμβάνουν την υψηλότερη αμοιβή. Η συνεχής αναζήτηση της πλέον επικερδούς χρήσης παραγωγικών συντελεστών οδηγεί αναπόφευκτα στη διακοπή μιας επιχειρηματικής δραστηριότητας όταν αυτή καθίσταται οικονομικά ασύμφορη (απο-επένδυση) και στο ξεκίνημα μιας άλλης που υπόσχεται καλύτερα οικονομικά αποτελέσματα (επένδυση). Είναι προφανές ότι τόσο η επένδυση όσο και η απο-επένδυση αποτελούν αναπόσπαστες, αλληλένδετες και εξίσου σημαντικές συνιστώσες της αναπτυξιακής διαδικασίας. Με άλλα λόγια, για να δημιουργηθούν καινούργιες επιχειρήσεις θα πρέπει να κλείσουν οι παλιές. Το κλείσιμο μιας προβληματικής επιχείρησης απελευθερώνει εργαζομένους και κεφάλαιο, γεγονός που καθιστά τη δημιουργία νέων περισσότερο παραγωγικών μονάδων ευκολότερη.
Θα περίμενε λοιπόν κανείς ότι το κράτος θα αντιμετώπιζε με σύμμετρο τρόπο τόσο την επένδυση όσο και την απο-επένδυση. Αυτό όμως σπανίως συμβαίνει και ο λόγος είναι προφανής: οι επενδύσεις συνδέονται με αύξηση της απασχόλησης ενώ η απο-επένδυση με προσωρινή αύξηση της ανεργίας. Ετσι, ενώ οι κυβερνήσεις ενθαρρύνουν με ένα σωρό τρόπους τις επενδύσεις (γενναίες επιχορηγήσεις, επιδοτούμενα δάνεια, φορολογικές απαλλαγές κλπ.), επιδεικνύουν σημαντική διστακτικότητα και αναποφασιστικότητα όταν θα πρέπει να αντιμετωπίσουν καταστάσεις απο-επένδυσης. Στη χώρα μας όχι μόνον δεν διευκολύναμε την αναπτυξιακή διαδικασία αλλά ακολουθήσαμε εκ διαμέτρου αντίθετη πορεία και πολιτική. Δημιουργήσαμε θεσμούς, με προεξάρχοντα τον διαβόητο πλέον Οργανισμό Ανασυγκρότησης Επιχειρήσεων (ΟΑΕ), με στόχο την αποφυγή του κλεισίματος χαμηλής παραγωγικότητας προβληματικών επιχειρήσεων.
Είναι ευρέως γνωστό ότι κατά τη διάρκεια της υπερδεκαετούς λειτουργίας του ο ΟΑΕ διέθεσε άνω του ενός τρισεκατομμυρίου δραχμών από σπάνιους δημόσιους πόρους για να διατηρήσει εν ζωή προβληματικές επιχειρηματικές μονάδες. Τα αποτελέσματα αυτού του εντελώς αναχρονιστικού εγχειρήματος είναι γνωστά και δυσάρεστα και δεν χρειάζεται να τα αναφέρουμε. Συναφώς, δεν χρειάζεται να εξηγήσει κανείς γιατί οι έλληνες εργαζόμενοι είναι οι λιγότερο παραγωγικοί και απολαμβάνουν το χαμηλότερο καθαρό ωρομίσθιο από κάθε άλλο εργαζόμενο της ΕΕ. Το ενθαρρυντικό είναι ότι η παρούσα κυβέρνηση προτίθεται να τερματίσει τη λειτουργία του ΟΑΕ εντός διετίας. Ας το ελπίσουμε.
Ο κ. Μιχάλης Ντεμούσης είναι αναπληρωτής καθηγητής του Τμήματος Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Πατρών.



