Ποιοι έρχονται πρώτοι και ποιοι ασθμαίνουν τελευταίοι





Τ
ους «παλιούς καλούς καιρούς» ή μάλλον τις αρχές της δεκαετίας του ’90 αναπολούν οι βιομηχανίες τροφίμων και πρώτα πρώτα αυτές που παράγουν βασικά είδη διατροφής, καθώς το περιθώριο καθαρού κέρδους, δηλαδή η αναλογία του κέρδους ως προς τον τζίρο, σε πολλές περιπτώσεις υποχωρεί και δεν είναι λίγες οι επιχειρήσεις που «περνούν» σε ζημιογόνα αποτελέσματα, την ώρα όπου οι μεγάλοι «πελάτες» τους, δηλαδή οι αλυσίδες σουπερμάρκετ, κερδίζουν όλο και περισσότερα.


Το «ξέσπασμα» της ηγεσίας του Συνδέσμου Ελληνικών Βιομηχανιών (ΣΕΒ) κατά της πολιτικής των αλυσίδων, την περασμένη Τετάρτη, φυσικά δεν είναι δυσεξήγητο. Η άποψη που θέλει τη βιομηχανία να «χρηματοδοτεί» τα κέρδη και την ανάπτυξη του λιανεμπορίου δεν είναι αστήρικτη. Οι εταιρείες τροφίμων που έχουν την «ατυχία» να διαθέτουν το μεγαλύτερο μέρος των προϊόντων τους μέσω των αλυσίδων, τα τελευταία χρόνια βλέπουν τα κέρδη τους να συμπιέζονται και, πάντως, στις περισσότερες περιπτώσεις να μη «συναγωνίζονται» εκείνα των αλυσίδων, ως προς την αποδοτικότητα των ιδίων κεφαλαίων.


Τα στοιχεία δείχνουν ότι υποχωρεί η αποδοτικότητα ιδίων κεφαλαίων, η οποία στο σύνολο του κλάδου διαμορφώθηκε το 1995, με βάση τα προ φόρων κέρδη αυτού του οικονομικού έτους που ανακοινώθηκαν το 1996, στο ήμισυ εκείνης των 10 μεγάλων αλυσίδων, δηλαδή 14%, έναντι περίπου 28% των μεγάλων αλυσίδων ειδών διατροφής.


Οχι λίγες επιχειρήσεις είχαν οριακά αποτελέσματα, ενώ αρκετές άλλες εξαγωγικές κατά βάση επιχειρήσεις, που δεν συνεργάζονται με τα ελληνικά σουπερμάρκετ, όπως προκύπτει και από τον πίνακα που δημοσιεύεται σε διπλανές στήλες, είχαν υψηλή κερδοφορία.


Η βιομηχανία ζυμαρικών Misko ΑΕ, που πέρασε σε ζημιές το 1996 ενώ κατέχει το μεγαλύτερο μερίδιο στην ελληνική αγορά, το 1995 είχε παρουσιάσει κέρδη της τάξης του μισού δισεκατομμυρίου δρχ., διόλου ασήμαντα δηλαδή, που αντιστοιχούσαν όμως σε απόδοση μόνο 8% με βάση τα ίδια κεφάλαιά της, ύψους 6,2 δισ. δραχμών. Αν αφαιρέσει κανείς και τον φόρο εισοδήματος για τα κέρδη, τότε έχει να κάνει με απόδοση υποπολλαπλάσια εκείνης που θα είχαν τα ίδια αυτά κεφάλαια αν επενδύονταν ­ αντί στην παραγωγή ­ σε κρατικούς τίτλους ή, πολύ περισσότερο, στον τομέα του λιανεμπορίου.


Δύο στις τρεις από τις 100 βιομηχανίες τροφίμων με τα μεγαλύτερα προ φόρων καθαρά κέρδη, σύμφωνα με τα στοιχεία της ICAP Hellas και με κριτήριο τα αποτελέσματα του 1995, έχουν περιθώριο καθαρού κέρδους κάτω του 10%, ενώ η μεγαλύτερη βιομηχανία τροφίμων βάσει συνόλου ενεργητικού και επενδεδυμένων κεφαλαίων, η γαλακτοκομική Δέλτα ΑΕ, εργάζεται με περιθώριο κέρδους κάτι λιγότερο από 5% και λαμβάνει «τόκο» μόλις 5%, αφού με ίδια κεφάλαια ύψους 63 δισ. δραχμών είχε κέρδη ύψους 3,1 δισ. δραχμών το 1995. Η άλλη μεγάλη γαλακτοκομική εταιρεία, η Φάγε ΑΕ, πετυχαίνει περιθώριο κέρδους λίγο περισσότερο από 2%, αλλά εμφανίζεται να έχει απόδοση ιδίων κεφαλαίων 22%, πολύ υψηλότερη δηλαδή εκείνης της Δέλτα ΑΕ, αφού τα ίδια κεφάλαιά της υπολείπονται των 7 δισ. δραχμών. Πώς «μετριέται» και πώς πρέπει να υπολογίζεται, άραγε, η κερδοφορία της βιομηχανίας τροφίμων;


Σχεδόν 2 στις 3 από τις 100 βιομηχανίες τροφίμων με τα μεγαλύτερα προ φόρων κέρδη, δηλαδή 64 από τις 100 αυτές επιχειρήσεις, παρουσιάζουν αποδοτικότητα ιδίων κεφαλαίων χαμηλότερη από 28%, από εκείνη δηλαδή που έχουν οι 10 μεγαλύτερες αλυσίδες. Δεν είναι λίγες, ωστόσο, εκείνες οι βιομηχανίες τροφίμων που… «εξασφαλίζουν» απίθανα ποσοστά κέρδους. Με πωλήσεις ύψους 8,5 δισ. δρχ. η εταιρεία CPC Hellas ΑΕ, δηλαδή η εταιρεία που παράγει και εμπορεύεται τα προϊόντα με το σήμα «Knorr» και συναφή προϊόντα, το 1995 είχε αποκομίσει κέρδη ύψους 1,42 δισ. δρχ., δηλαδή ίσα με το 17% του τζίρου, τα οποία μάλιστα αντιστοιχούσαν σε απόδοση ιδίων κεφαλαίων 45%. Δεν είναι και λίγες, αλήθεια, οι εταιρείες τροφίμων που «κυνηγούν» ή και επιτυγχάνουν υψηλά ποσοστά κέρδους. Σχεδόν πρώτη και καλύτερη η υπό κρατικό έλεγχο Ελληνική Βιομηχανία Ζάχαρης ΑΕ, πρώτη σε κέρδη βιομηχανία τροφίμων, φαίνεται να επιδιώκει να έχει περιθώριο καθαρού κέρδους πολύ μεγαλύτερο από 10%. Το 1995 αυτό ήταν 14%, υψηλότερο και από κείνο που είχαν οι εταιρείες Λουμίδης ΑΕ και Ελαΐς ΑΕ, δηλαδή οι θυγατρικές των δύο μεγαλύτερων εταιρειών τροφίμων παγκοσμίως, της Nestle και της Unilever. Τα… ζαχαρένια κέρδη ισοδυναμούσαν με αποδοτικότητα 38%, σαφέστατα υψηλότερη εκείνης που επιτυγχάνει η μεγαλύτερη ελληνική αλυσίδα, η Νίκη ΑΕ του ομίλου Μαρινόπουλου.


«Η βιομηχανία κάνει με τα κέρδη της επενδύσεις, νέες μονάδες που εξασφαλίζουν και αυξάνουν τις θέσεις εργασίας και επιτρέπουν να περιορίσουμε την εισαγωγική διείσδυση ή και να κάνουμε μεγαλύτερες εξαγωγές», πιστεύουν οι ιθύνοντες της Βιομηχανίας Ζάχαρης.


Ο πρόεδρος του Συνδέσμου Ελληνικών Βιομηχανιών Τροφίμων κ. Αρης Συμεώνογλου, διευθύνων σύμβουλος της εισηγμένης στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών εταιρείας Μύλοι Αγίου Γεωργίου ΑΕ, η οποία το 1995 είχε κέρδη ίσα με το 5,45% του τζίρου της και το 20% των ιδίων κεφαλαίων της, συχνά υπενθυμίζει ότι η βιομηχανία τροφίμων τα δέκα τελευταία χρόνια έχει αναδειχθεί σε «ατμομηχανή» των βιομηχανικών επενδύσεων και πρωταγωνιστεί στην εξαγωγική δραστηριότητα με «αιχμή» τα Βαλκάνια. Με άλλα λόγια, πώς μπορεί να γίνουν μεγάλες επενδύσεις χωρίς αξιόλογα κέρδη που να επιτρέπουν την αυτοχρηματοδότηση; «Μην πυροβολείτε τη βιομηχανία τροφίμων…», λοιπόν. Με κέρδη της τάξης των 900 εκατ. δραχμών το 1995, ίσα με το 6% του τζίρου της, η μεγαλύτερη εταιρεία τυποποιημένων τροφίμων, η βιομηχανία Chipita International ΑΕ, είχε απόδοση ιδίων κεφαλαίων μόλις 13%.


Με άλλα λόγια, η βιομηχανία τροφίμων αναγκάζεται να επενδύει σε πάγια τεράστια ποσά, που ζητούν «αντίκρισμα», τη στιγμή όπου αρκετές αλυσίδες καλούν τις βιομηχανίες να «ενισχύσουν» την επέκτασή τους, δηλαδή συχνά την… ενοικίαση καταστημάτων και την εξαγορά μικρότερων αλυσίδων. Οι πλούσιοι και οι απολαβές τους


Οι εκατό βιομηχανίες τροφίμων με τα μεγαλύτερα κέρδη, οι οποίες συνολικά το 1995 κέρδισαν περί τα 70 δισ. δραχμές και διέθεσαν τελικά στους μετόχους τους, μετά την καταβολή φόρου εισοδήματος και την επανεπένδυση σημαντικού μέρους των κερδών, περί τα 21 δισ. δραχμές, διέθεταν ίδια κεφάλαια της τάξης των 320 δισ. δραχμών. Οι 100 αυτές βιομηχανίες είχαν συνολικές πωλήσεις της τάξης του ενός τρισεκατομμυρίου δρχ., δηλαδή περίπου όσες είχαν οι 10 μεγαλύτερες αλυσίδες των οποίων τα συνολικά ίδια κεφάλαια ήταν μικρότερα από 50 δισ. δραχμές.


Η μέση απόδοση ιδίων κεφαλαίων των 100 πιο κερδοφόρων βιομηχανιών τροφίμων δεν απέχει πολύ από εκείνη των 10 μεγαλύτερων αλυσίδων. Γενικότερα, όμως, η μέση αποδοτικότητα της βιομηχανίας τροφίμων, δηλαδή όλων των εταιρειών του κλάδου, το 1995 ήταν περί το 14%, η μισή δηλαδή εκείνης των 10 μεγάλων και στο σύνολό τους κερδοφόρων αλυσίδων. Ηταν πολύ κατώτερη, με άλλα λόγια, εκείνης που εξασφάλιζαν τότε οι κρατικοί τίτλοι και οι επενδύσεις στον εμπορικό τομέα.


Παρ’ όλο τον δυναμισμό της η ελληνική βιομηχανία τροφίμων δεν παρουσιάζει, παρά σε μεμονωμένες περιπτώσεις, υψηλή αποδοτικότητα. Αυτός φαίνεται να είναι και ο λόγος που οι βιομηχανίες τροφίμων με ήδη χαμηλή αποδοτικότητα «περνούν στην αντεπίθεση» και διαμηνύουν προς την κυβέρνηση ότι αργά ή γρήγορα θα οδηγηθούν, εξαιτίας της πολιτικής των αλυσίδων να ζητούν και να επιβάλλουν κάθε χρόνο μεγαλύτερες «παροχές», από τη βιομηχανία προς το εμπόριο.


Η διαμάχη δεν αποκλείεται να λάβει και τον χαρακτήρα «ανοικτής καταγγελίας» αλυσίδων οι οποίες τους τελευταίους μήνες, ενώ αγοράζουν τα ελληνικά τρόφιμα ουσιαστικά σε φθηνότερες τιμές, αυξάνουν και πάντως δεν μειώνουν τις τιμές «αξιοποιώντας» για λογαριασμό τους τη διαφορά.


Υπάρχει όμως, σε όλη αυτή τη φιλολογία, ένας άλλος παράγων που συχνά παραβλέπεται. Κατά το 1996, όπως δεν θα αργήσουν να δείξουν και οι ετήσιοι ισολογισμοί, ένας σεβαστός αριθμός βιομηχανιών τροφίμων είδε τα κέρδη του να… γίνονται καπνός.


Η περίπτωση της εταιρείας Misko ΑΕ δεν είναι η μοναδική, αν και υπάρχουν τομείς της βιομηχανίας τροφίμων, όπως ο επεκτεινόμενος στα Βαλκάνια και στην Ανατολική Ευρώπη τομέας της αλευροποιίας, που θα επιδείξουν αυξημένα κέρδη. Οι «παλιοί καλοί καιροί», ή αν προτιμάτε η «εποχή των παχιών αγελάδων» είναι πλέον παρελθόν για τον κλάδο, πράγμα που θα μπορούσε να θεωρηθεί θετική και υγιής εξέλιξη στον βαθμό όπου ο κλάδος διατηρούσε τουλάχιστον τις θέσεις του στην ελληνική αγορά και δεν κινδύνευε, με την τροπή που παίρνουν τα πράγματα, να εξελιχθεί σε έναν ακόμη… προβληματικό κλάδο της ελληνικής οικονομίας.


Η απόσταση, σήμερα, ακόμη δεν είναι μεγάλη. Ολοένα όμως και περισσότερες βιομηχανίες τροφίμων γίνονται και εισαγωγικές εταιρείες περιορίζοντας, πολλές φορές, τις παραγωγικές δραστηριότητες, ιδιαίτερα όταν οι απαιτήσεις των αλυσίδων καθιστούν οριακή ή και ζημιογόνο τη συνέχιση της παραγωγής σειράς ειδών διατροφής για την ελληνική αγορά.