• Αναζήτηση
  • ΖΕΡΑΡ ΝΤΕΠΑΡΝΤΙΕ

    ΖΕΡΑΡ ΝΤΕΠΑΡΝΤΙΕ Ο καλόκαρδος γίγας ΛΕΝΑ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Οταν τον πρότεινε ο Μπερτράν Μπλιέ για τον «Χορό των διεφθαρμένων» («Les Valseuses», 1974) ο παραγωγός είχε τις αντιρρήσεις του. «Στην αρχή δεν με ήθελε γιατί πίστευε ότι θα τρομοκρατούσα τις γυναίκες» θυμάται τον παρ» ολίγον εξοστρακισμό του από την ταινία που θα έβαζε τα θεμέλια της καριέρας του. Αλλωστε ο γαλλικός

    Ο καλόκαρδος γίγας



    Οταν τον πρότεινε ο Μπερτράν Μπλιέ για τον «Χορό των διεφθαρμένων» («Les Valseuses», 1974) ο παραγωγός είχε τις αντιρρήσεις του. «Στην αρχή δεν με ήθελε γιατί πίστευε ότι θα τρομοκρατούσα τις γυναίκες» θυμάται τον παρ’ ολίγον εξοστρακισμό του από την ταινία που θα έβαζε τα θεμέλια της καριέρας του. Αλλωστε ο γαλλικός κινηματογράφος της εποχής δεν διακρίνεται για την πολιτική του ορθότητα. Και όμως αυτό ακριβώς το πληθωρικό physique του ­ ύψος 1,80 μ. και βάρος άνω του μετρίου ­ θα γίνει το σήμα κατατεθέν της εξίσου πληθωρικής φιλμογραφίας του ­ 90 ταινίες ­ αλλά και ενός ενδελεχούς κόρτε με τις γυναίκες ανά τον πλανήτη. Ο ίδιος όμως αποστρέφεται τον τίτλο τού larger than life συμβόλου του σεξ: «Το κοινό θέλει να σε βλέπει διαρκώς γυμνό, έτοιμο ανά πάσα στιγμή να κάνεις έρωτα. Αυτό του δίνει κουράγιο. Εγώ όμως δεν έχω καμία διάθεση να περιορίσω τον εαυτό μου και να τον κατατάξω στις μηχανές του σεξ».


    Το τρίτο από τα έξι παιδιά ενός αγράμματου μεταλλωρύχου που εγκατέλειψε τη γενέτειρά του για να εγκατασταθεί στο Chateauroux της Κεντρικής Γαλλίας, ο Ζεράρ Ντεπαρντιέ γεννήθηκε στις 27 Δεκεμβρίου 1948. Στις πρώιμες παιδικές αναμνήσεις του ­ ήταν μόλις οκτώ χρόνων ­ συγκαταλέγονται οι περίπατοι έξω από την αμερικανική βάση που βρίσκεται σε απόσταση αναπνοής από το πατρικό του. «Ηταν για μένα μια ολότελα διαφορετική κουλτούρα» θυμάται σήμερα. «Ηταν η πρώτη φορά που έβλεπα αμερικανικά αυτοκίνητα και πουκάμισα, που δοκίμαζα chewing gum, που ερχόμουν σε επαφή με όλα αυτά. Ηταν μια περιπέτεια για μένα, ένα όνειρο». Αλλά και η παρθενική εκδρομή του στο Μονακό για να μυηθεί στον κόσμο του ποδοσφαίρου θα μείνει ανεξίτηλη στην ώριμη πλέον τράπεζα πληροφοριών του: «Ηταν η πρώτη φορά που ανέβαινα σε λεωφορείο, που απομακρυνόμουν από το χωριό μου, που αντίκριζα τη θάλασσα, την Κυανή Ακτή, μια τελείως άγνωστη σ’ εμένα περιοχή της Γαλλίας».


    Οι σχέσεις του με τους λοιπούς Ντεπαρντιέ αλλά και με σύσσωμη τη γαλλική εκπαίδευση αποδεικνύονται εξαρχής ­ επιεικώς ­ προβληματικές. Στα 12 χρόνια του εγκαταλείπει την οικογενειακή εστία προκειμένου, όπως διακηρύσσει, να ζήσει κοντά στη θάλασσα. Για αρκετό καιρό διατελεί «plagiste» των Καννών νοικιάζοντας σεζ λονγκ και ομπρέλες σε όλες τις επικηρυγμένες στάρλετ της Κρουαζέτ ­ χωρίς να έχει την παραμικρή υποψία ότι κάμποσα χρόνια αργότερα οι πόρτες του «Κάρλτον» και του «Μαρτίνες» θα άνοιγαν διάπλατες για τον δαιμόνιο γίγαντα του γαλλικού σινεμά. Επαναστάτης, δύστροπος, κλεισμένος στον εαυτό του, αυτομολεί σε ένα σύμπαν απόλυτης σιωπής: «Είναι τόσο δύσκολο να σε δεχτούν οι άλλοι όπως είσαι» εξανίσταται προ ετών σε συνέντευξή του προς τον γαλλικό Τύπο. «Αυτή η σύγκρουση του πραγματικού εαυτού μου και του άλλου που υποδυόμουν με οδήγησε στο να μιλάω στα φυτά, στα αντικείμενα, σε οτιδήποτε με άφηνε να εκφραστώ ελεύθερα. Φαίνεται μάλιστα πως όλη αυτή η πίεση είχε αντίκτυπο στη συμπεριφορά μου προς τους άλλους. Είχα προσέξει τον τελευταίο καιρό ότι φόβιζα τους ανθρώπους. Πολλές φορές αρκούσε να ρωτήσω το όνομα ενός δρόμου και κυριολεκτικά το έβαζαν στα πόδια. Ετσι σιγά σιγά κλεινόμουν όλο και περισσότερο στον εαυτό μου… Μιλούσα μόνος μου, τραγουδούσα από μέσα μου και ειλικρινά χτυπούσα σχεδόν την πόρτα της παράνοιας».


    Εχει από καιρό διεισδύσει στη «μαύρη αγορά» ­ διακινώντας ουίσκι από τις αμερικανικές βάσεις ­ όταν σε ηλικία μόλις 15 ετών συναντά τον ανερχόμενο ηθοποιό Michel Pilorge και παίρνει μαζί του το επόμενο τρένο για το Παρίσι. Η υποκριτική δεν είχε ως τότε απασχολήσει τα εφηβικά του όνειρα, παρ’ ότι η μητέρα του είχε από νωρίς διαγνώσει την έμφυτη κλίση του στις σόου μπίζνες: «Μόνο που εκείνη την αποκαλούσε «θράσος»» θα εξομολογηθεί αργότερα. Εννέα μήνες στο Theatre National Populaire και είναι πλέον πεπεισμένος ότι θα γίνει ηθοποιός. Την εποχή αυτή συναντά και την κατά επτά χρόνια μεγαλύτερή του Ελιζαμπέτ Γκινιό, μελλοντική σύντροφό του ­ το μυστήριο θα λάβει χώρα όταν εκείνος έχει μόλις κλείσει τα 21. Ούτε εκείνη όμως θα ακούσει ποτέ από τα χείλη του τις πολυπόθητες λέξεις: «Ο μόνος άνθρωπος στον οποίο έχω πει ποτέ «σ’ αγαπώ» είναι η μητέρα μου. Αμέσως μετά τον θάνατό της. Στην Ελιζαμπέτ το λέω μόνο όταν είμαι μακριά της. Για να καταλάβετε, όταν μου ζητάνε σε ταινίες να φιλήσω τη συμπρωταγωνίστριά μου και να της πω «σ’ αγαπώ», με λούζει κρύος ιδρώτας».


    Το ντεμπούτο του στον γαλλικό κινηματογράφο θα γίνει στο «Le Beatnik et le Minet» (1965), ένα μικρού μήκους εγχείρημα του Roger Leenhardt. Ο Ζαν Λουί Κοσέ θα του παραχωρήσει εν συνεχεία μια θέση στον περιοδεύοντα θίασό του (με μια διασκευή τού «Boudu Sauve des Eaux»), ενώ αμέσως μετά παίρνει μέρος στην τηλεοπτική σειρά «Rendez vous a Badenberg». Την περίοδο αυτή γνωρίζει τους Ρυφύς και Ρομάν Μπουτέιγ, με τους οποίους και μετέχει σε νούμερα καμπαρέ στο Cafe de la Gare ­ εκ των φανατικών θαμώνων και η Μιου Μιου. Μία ακόμη τυχαία συνάντηση με τη Μαργκερίτ Ντυράς θα του εξασφαλίσει τον ρόλο του αφελούς πλασιέ στο «Ναταλί Γκρανγκέ» (1972), το οποίο και σκηνοθετεί η ίδια. Η ταινία θα είναι παταγώδης αποτυχία, αλλά ο Ντεπαρντιέ θα μείνει πιστός στη μινιμαλιστική κάμερα της γαλλίδας συγγραφέως «διότι είναι πάνω απ’ όλα φίλη».


    Τα επόμενα χρόνια θα μονοπωλήσει τους ρόλους του «διαταραγμένου κακού» ­ η μοναδική του ικανότητα να γεμίζει την οθόνη έχει ήδη γίνει αντιληπτή από σκηνοθέτες και παραγωγούς: «Ο Επιθεωρητής Λεγκουέν στα ίχνη του δολοφόνου» (δίπλα στον Ζαν Γκαμπέν) και «Λίγος ήλιος στο κρύο νερό» (βασισμένο στο ομώνυμο μυθιστόρημα της Φρανσουάζ Σαγκάν). Ακολουθούν τα «Au rendez vous de la Mort Joyeuse» του Χουάν Λουίς Μπουνιουέλ (υιού τού Λουίς), «La Scoumone» (1972) του Χοσέ Τζιοβάνι (με συμπρωταγωνιστή τον Μπελμοντό) και «Σταβίνσκι» του Αλέν Ρενέ (1974) ώσπου o προαναφερθείς «Χορός των διεφθαρμένων» ­ όπου μεταξύ άλλων μυεί την Ιζαμπέλ Ιπέρ στα μυστικά της επίγειας ηδονής ­ θα τον αναδείξει ως το νέο πρόσωπο του γαλλικού σινεμά.


    Δεν έχει παρά να επιλέξει σκηνοθέτη: «Η παλιοπαρέα» (1974) του Κλοντ Σοτέ, «Ληστεία τρίτου βαθμού» του Κλοντ Γκορετά, «Ερωτικό τρίο» του Σερζ Γκενσμπούρ (1975), «Η τελευταία γυναίκα» του Μάρκο Φερέρι (1976)… Εις το εξής οι βόλτες του στην οθόνη μοιάζουν ατελείωτες. Ο ίδιος όμως δεν θα πάψει ποτέ να μιλά για τη συνεργασία του με τον Φρανσουά Τρυφό («ήταν και αυτός το ίδιο παρεξηγημένος, είχε μια τυχοδιωκτική πλευρά» θα πει για τον πρωτοπόρο του γαλλικού Νέου Κύματος), στον οποίο χρωστά δύο από τις γνωστότερες ταινίες του: «Το τελευταίο μετρό» (1980) και «Η γυναίκα της διπλανής πόρτας» (1981). Η παρουσία του στις Κάννες είναι πλέον μόνιμη, ο ίδιος όμως αναζητεί την ευκαιρία που θα ταξιδέψει το άστρο του και στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού ­ σε αντίθεση με τους Μπελμοντό και Γκαμπέν που δεν φαίνονται να συμμερίζονται τον διακαή του πόθο για χολιγουντιανές δάφνες.


    Ο «Σιρανό ντε Μπερζεράκ» (1990) σε σκηνοθεσία Ζαν Πολ Ραπενό θα προκαλέσει διεθνώς αίσθηση ­ ακόμη και οι έμμετροι στίχοι του Ροστάν μετουσιώνονται διά στόματος Ντεπαρντιέ σε κινηματογραφική γλώσσα ­, οι Κάννες τον υποδέχονται εκ νέου μετά βαΐων και κλάδων, αλλά η υποψηφιότητα για Οσκαρ είναι καταδικασμένη. Αμερικανικός ­ κατά κοινήν ομολογία ­ δάκτυλος βρίσκει την ώρα να ανασύρει από το ζοφερό παρελθόν του μια ιστορία που τον φέρει να μετέχει σε νεαρή ηλικία σε απόπειρα βιασμού. Φυσικά, τίποτε δεν αποδεικνύεται αλλά το χρυσό αγαλματάκι έχει πια γλιστρήσει από τα χέρια του. Λίγο μετά, η «Πράσινη κάρτα» του Πίτερ Γουίαρ θα αποτελέσει τη βίζα του για τις ΗΠΑ ­ θα βοηθήσουν και τα υπερεντατικά μαθήματα αγγλικής. Στο «Ολα τα πρωινά του κόσμου» του Αλεν Κορνό (1991) συνεργάζεται για πρώτη φορά με τον γιο του Γκιγιόμ ­ ο οποίος έχει στο παρελθόν κατηγορηθεί για χρήση ναρκωτικών.


    Η ενασχόλησή του με την πολιτική έχει προκαλέσει πονοκέφαλο στους συμπατριώτες του. Εντάξει οι θερμότατες χειραψίες με τον Γκορμπατσόφ ­ ο οποίος δηλώνει και φανατικός θαυμαστής του ­ και η ανταλλαγή φιλοφρονήσεων με τον Μιτεράν. Οταν όμως σύσσωμη η γαλλική ιντελιγκέντσια κατεβαίνει στους δρόμους προκειμένου να διαμαρτυρηθεί για την ασυδοσία του Νόμου Ντεμπρέ ­ περί μετανάστευσης ­ και ο Ντεμπαρντιέ συνοδεύει τον Σιράκ στην επίσκεψή του στη Ρουμανία, οι γνώμες διχάζονται ως προς τις προϋποθέσεις του ­ καλόκαρδου; ­ γίγαντα. Ο ίδιος επιμένει ότι δεν είναι τίποτε άλλο παρά «απόστολος της ευχαρίστησης», ένας τεραστίων διαστάσεων σταρ της οθόνης που θεωρεί τον έρωτα συνυφασμένο με το σινεμά και το κρασί. «Moi je ne suis qu’ une ombre, et vous qu’ une claire» («εγώ δεν είμαι παρά μια σκιά και εσείς ένα φως») απαγγέλλει ο Σιρανό στην αγαπημένη του Ρωξάνη. Μόνο που μερικές φορές η σκιά μπορεί να «θαμπώσει» τα μικρά φώτα. Ιδιαίτερα όταν ανήκει σε γίγαντα.


    Για τις καταχρήσεις τού «σ’ αγαπώ»


    Το «σ’ αγαπώ» είναι για μένα συνυφασμένο με τον κινηματογράφο και το ποτό.


    Για χλωμά πρόσωπα


    Σήμερα ο κόσμος είναι γεμάτος από σχόλια επί παντός του επιστητού και από την επιθυμία κατάκτησης της εξουσίας. Ο καθένας ανεβάζει εαυτόν σε βάθρο ή θέλει, επί παραδείγματι, να γίνει ο ίδιος παραγωγός. Οχι πως αυτό είναι απαραιτήτως μεμπτό: δεν έχει περάσει πολύς καιρός που άνοιξα τη δική μου εταιρεία παραγωγής (D.D. Production). Ο λόγος όμως που το έκανα ήταν για να φανώ χρήσιμος, για να μπορέσω να ανακαλύψω και εγώ σκηνοθέτες όπως ο Κασσαβέτης ή ο Κένεθ Μπράνα… Μόνο που έχω την αίσθηση ότι υπάρχουν σήμερα πολλοί αρχηγοί της φυλής και όχι αρκετοί Ινδιάνοι.


    Για τον φόβο και το πάθος


    Ποτέ δεν φοβήθηκα να προσεγγίσω σκηνοθέτες διαμετρικά αντίθετους, να περάσω από τη Μαργκερίτ Ντυράς στον Κλοντ Ζιντί, γιατί αυτή ακριβώς η ενασχόληση με ολότελα διαφορετικά είδη κινηματογράφου σού δίνει την ευκαιρία να συναντήσεις, να αγαπήσεις και να κάνεις τους άλλους να αγαπήσουν αντίθετους κόσμους. Σήμερα είσαι υποχρεωμένος να αναλώνεις τον χρόνο σου δίνοντας εξηγήσεις… Εχει αρχίσει να με κουράζει η κριτική.


    Για όμορφους και καταραμένους


    Δεν πρέπει να ξεχνά κανείς ότι τα πρώτα χρόνια γύριζα ταινίες περισσότερο ή λιγότερο καταδικασμένες από το κοινό για τον Τύπο. Υπάρχουν βεβαίως και εξαιρέσεις, όπως οι κριτικές για το «1900» του Μπερνάρντο Μπερτολούτσι… Από την ημέρα που γύρισα το «Τελευταίο μετρό» είδα να ανοίγονται μπροστά μου νέοι ορίζοντες. Και φυσικά διατηρώ πάντα ζωντανή μέσα μου την ανάμνηση του Φρανσουά (σ.σ. Τρυφό), που ήταν μια εξίσου παρεξηγημένη φυσιογνωμία, που έχει αυτήν την τυχοδιωκτική πλευρά που μου αρέσει… Ναι, είναι αλήθεια ότι ο Τρυφό μου λείπει παρά πολύ.


    Για τη δική του προσωπική «Λούλου»


    Παλαιότερα λειτουργούσα περισσότερο με το ένστικτο και λιγότερο με τη λογική. Αργότερα έμαθα να είμαι πιο λογικός ­ πιστεύω ότι η «Λούλου» (σ.σ.: του Μορίς Πιαλά) έπαιξε σημαντικό ρόλο σε αυτήν τη μεταμόρφωσή μου, όπως και η συνάντησή μου με τον Τρυφό. Οπως και ο Μορίς, ο Φρανσουά μπόρεσε να με διδάξει ότι είναι προτιμότερο να περνάς από το ένστικτο στο μέσο. Εκτοτε είμαι σε θέση να επιβιώνω καλύτερα και στις επαγγελματικές και στις προσωπικές μου σχέσεις.


    Για τα γελαστά δάκρυα


    Είναι όπως γίνεται σε μια κηδεία: όταν αντικρίζεις τον θάνατο στα μάτια του κόσμου, δεν μπορείς πολλές φορές να κρατηθείς από τα γέλια, ακόμη και αν αυτά είναι νευρικά. Γνωρίζεις ότι ο άλλος βρίσκεται στο φέρετρο, ότι σε λίγο θα βρίσκεται κάτω από το χώμα. Και μετά θα βρίσκεται μέσα σε μια σκέψη, αν βέβαια υπάρχει πίστη. Είναι φρικτό αυτό: βλέπεις κάποιον τη μια ημέρα και την άλλη τίποτα… Είναι πια πολύ αργά. Το έζησα αυτό με τον ίδιο μου τον πατέρα. Οταν έφυγε, απλά δεν βρισκόμουν πια μαζί του.


    Για τους απανταχού Μπράντο


    Οι σπουδαίοι ηθοποιοί ­ Ντε Νίρο, Μπράντο, Λότον και μερικές φορές ο Χόφμαν ­ έχουν την ικανότητα να αφήνουν την ζωή τους να τους ξεφεύγει…


    Για τους αποστόλους της ευχαρίστησης


    Η ευχαρίστηση είναι το αντίθετο της καταπίεσης. Με άλλα λόγια, το αντίθετο της κοινωνικής αναγκαιότητας. Και επειδή μέσα στα πλαίσια της ευχαρίστησης είναι να πείσω και τον υπόλοιπο κόσμο γι’ αυτά που πρεσβεύω, έχω γίνει απόστολος της ευχαρίστησης. Ευχαρίστηση λοιπόν είναι η συνάντηση με κάποιον που ξεφεύγει από το συνηθισμένο και το κοινώς αποδεκτό. Με μένα, ας πούμε!


    Για το τι σημαίνει σινεμά


    Μπελμοντό, Λίνο Βεντούρα, Υβ Μπουασέ.


    Για τον έρωτα του Κασσαβέτη


    Υπάρχει τόση βία στην Αμερική που είναι δύσκολο να γυρίσεις σε αυτήν τη χώρα μια ταινία για την αγάπη ­ μόνο ο Κασαβέτης το είχε καταφέρει. Τις περισσότερες φορές είσαι αναγκασμένος να αρκεσθείς στα κλισέ του χολιγουντιανού έρωτα. Οταν όμως θέλω να σκεφτώ μια αληθινή ταινία για τον έρωτα, προτιμώ να φέρνω στο μυαλό μου εκείνον που εμπνεύστηκε ο Κασσαβέτης.


    Για τους συναδέλφους


    Δεν τους συμπαθώ ιδιαιτέρως… Οι ηθοποιοί παίρνουν πλέον πολύ στα σοβαρά τον εαυτό τους.


    Για τον «άλλο» Ντεπαρντιέ


    Σε καμία περίπτωση δεν αντιμετωπίζω τον εαυτό μου ως ηθοποιό, ούτε είμαι σε θέση να με φανταστώ με αυτή την ιδιότητα. Μου φαίνεται γελοίο. Και αυτό γιατί βιώνω την κάθε ταινία, την κάθε εμπειρία.

    Πολιτισμός
    Σίβυλλα
    Helios Kiosk