Οταν ο Νίκος μού είπε να πάρω μια συνέντευξη από τους Tuxedomoon, το όνομα με χτύπησε σαν κεραυνός. «Είσαι σίγουρος; Από τους Tuxedomoon; Τι σ’ έπιασε και σκαλίζεις τα φαντάσματα του παρελθόντος;», τον ρώτησα. «Μα τα τρία βασικά μέλη θα ενωθούν για κάποιες συναυλίες στην Ευρώπη και στο Ισραήλ», μου είπε. Ε, ναι. Αυτό είναι πραγματικά μια ενδιαφέρουσα είδηση. Από εκείνο το απόγευμα και ώσπου να μιλήσω στο τηλέφωνο με ένα από τα εφηβικά είδωλά μου, τον Steven Brown, στο μυαλό μου γύριζαν εικόνες από την εποχή που οι Tuxedomoon και οι Residents ήταν τα κορυφαία ονόματα της εναλλακτικής μουσικής εξερεύνησής μου. Δεν ήταν η εποχή που όλοι πια μιλούσαν γι’ αυτούς. Ηταν συγκεκριμένα μια εποχή, όταν είχα ακούσει σε μια εκπομπή του Ζήλου για πρώτη φορά το «In the name of talent» και το «Desire». Από τότε κόλλησα. Οχι ότι το «Half Mute» δεν ήταν έκπληξη, αλλά το «Desire» ήταν ένα από τα πιο όμορφα ναρκωτικά της ζωής μου. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τη στιγμή που έβαλα τον δίσκο στο πικ-απ μου· τη συγκίνηση που με κατέλαβε όταν ανακάλυψα τη μαγεία του «Victims of the dance»· τους υπέροχους στίχους του «Jinx» που τραγουδούσα ξανά και ξανά· τον ντίσκο ρυθμό και τη γραμμή του μπάσου από το «In the name of talent» που τόσο έντονα μου θύμιζε τις μετρονομικές ασκήσεις του Moroder. Ωσπου να έρθει η στιγμή να μιλήσω με τον Brown σκεφτόμουν συνέχεια τις ερωτήσεις. Κρατούσα σημειώσεις, μετά τις πέταγα, έγραφα άλλες, αλλά τελικά καμία δεν ταίριαζε να χωράει στην ιστορία μιας ολόκληρης ζωής.


Το «In the name of talent» είναι το κομμάτι που έχω ακούσει περισσότερες φορές στη ζωή μου. Ακόμη και σήμερα δεν το βαριέμαι. Μόνο που σήμερα έχω σταματήσει να το ακούω. Οχι γιατί δεν μπορώ να αντέξω την ωμή παραγωγή του, αλλά γιατί δεν αντέχω τον πόνο εκείνης της εποχής που σημαδεύει. Βράδια αμέτρητα στη Σουηδία, με το κομμάτι κολλημένο στο replay του CD, πετώντας άδεια κουτάκια μπίρας στους τοίχους. Καλοκαίρια στη Σαντορίνη με την παρέα να κοιτάμε τον ήλιο να δύει και να ακούμε συνέχεια το ίδιο τραγούδι. Σκοπιές στη Λήμνο με μια λιωμένη από το πολύ παίξιμο κασέτα στην οποία ήταν γραμμένο μόνο αυτό το τραγούδι. Ενα περίεργο κόλλημα… Τόσο περίεργο που όταν ήρθε η στιγμή να μιλήσω με τον Brown ξέχασα τι ήταν αυτό που ήθελα να τον ρωτήσω για τα σπαγκέτι γουέστερν και για τη χάρη του ταλέντου.


Νυσταγμένος ακόμη, ο Steven Brown ακούγεται τόσο κοντά, ακόμη κι αν στην πραγματικότητα πολλές χιλιάδες χιλιόμετρα μας χωρίζουν. Αυτός σε μια πυκνοκατοικημένη συνοικία του Mexico City και εγώ σε κάποιο δωμάτιο στην Πλατεία Αμερικής. Το μεγαλύτερο μέρος της μουσικής υπάρχει για να βγαίνουν πολλά λεφτά





­ Πώς πάνε τα πράγματα στο Μεξικό;


«Οπως πάντα. Πάνε και δεν λένε να σταματήσουν».


­ Ηταν μια ευχάριστη έκπληξη όταν μάθαμε ότι τα τρία αρχικά μέλη των Tuxedomoon θα βρεθούν ξανά για κάποιες συναυλίες στην Ευρώπη. Τι ήταν αυτό που σας έσπρωξε στην πραγματοποίηση αυτής της ιδέας;


«Για την ακρίβεια, δεν πρόκειται για μια επανασυγκρότηση των Tuxedomoon. Είναι μόνο τα τρία βασικά μέλη: εγώ, ο Peter Principle και ο Blaine Reininger. Μόνο που δεν θα λεγόμαστε Tuxedomoon… Ολα άρχισαν όταν πήρα μια πρόσκληση να παίξω μαζί με τους άλλους δύο σε κάποιο φεστιβάλ στο Τελ Αβίβ τον Ιούνιο. Αποφασίσαμε να δεθούμε ξανά και να κάνουμε νέα μουσική. Ορχηστρική μουσική, βασικά. Να χρησιμοποιήσουμε ένα άλλο όνομα που πιθανόν να γνωρίζεις. Ολη τη νέα αυτή μουσική θα τη συνθέσουμε όσο θα βρισκόμαστε στο Ισραήλ. Φυσικά, είμαστε τα τρία αρχικά μέλη των Tuxedomoon, αλλά δεν θα είναι μια παράσταση αυτού του ονόματος. Το πρότζεκτ αυτό θα λέγεται Urban Leisue».


­ Γιατί μόνο ορχηστρική μουσική;


«Γιατί η ορχηστρική μουσική ήταν ένα μεγάλο κομμάτι του συνολικού έργου μας. Για παράδειγμα, το πρώτο μας άλμπουμ, το “Half Mute”, υπονοεί αυτό ήδη από τον τίτλο του. Το μισό ήταν ινστρουμένταλ και από εκεί βγήκε και ο τίτλος. Ακόμη και στις σόλο δουλειές που όλοι μας κατά καιρούς έχουμε κάνει η ορχηστρική μουσική παίζει σπουδαίο ρόλο. Τα περισσότερα από τα σόλο άλμπουμ μας είναι ινστρουμένταλ. Σκεφτήκαμε ότι ήταν μια καλή ευκαιρία να βρεθούμε ξανά και να παίξουμε όλοι μαζί μουσική. Να ερευνήσουμε για άλλη μία φορά τη μουσική μας· αυτό που από τότε εμείς λέγαμε “urban lounge music”. Πειραματική ensemble… Αυτό που κάναμε το 1981 με το “Half Mute” ήταν μια πρόκληση για να δούμε τι μπορούμε να κάνουμε μαζί το 1997».


­ Δηλαδή, δεν υπάρχει περίπτωση να ακούσουμε το «Dark Companion»;


«Στην πραγματικότητα δεν αποτελεί μέρος του σόου, αλλά ποτέ δεν ξέρεις. Φαντάζομαι ότι πιθανόν να παίξουμε κάποια παλιά τραγούδια και υποθέτω ότι ο κόσμος θα θέλει σίγουρα να τα ακούσει. Ισως να παίξουμε κάποια πράγματα από τους Tuxedomoon, αλλά το ενδιαφέρον για μας είναι να κάνουμε νέα μουσική. Είναι το τέλος του αιώνα και θέλουμε να δούμε τι μπορούμε να κάνουμε παρέα τώρα. Νέα μουσική για το τέλος της χιλιετίας».


­ Πρέπει να σου πω ότι την πρώτη φορά που σας είδα ζωντανούς στην Αθήνα έκανα τη στρατιωτική μου θητεία και με το ζόρι κατάφερα να πάρω άδεια για να έρθω στην Αθήνα. Θυμάμαι ότι όταν παίξατε το «In the name of talent» δάκρυσα και έναν άλλον φίλο μου τον βγάλαμε λιπόθυμο από την αίθουσα. Ποια χρονιά ήταν αυτό;


«Στις αρχές του 1988. Ηταν η τουρνέ που κάναμε όλοι μαζί, το Reunion Tour».


­ Την επόμενη φορά, όμως, που σας είδα στον Λυκαβηττό με είχαν πιάσει τα γέλια…


«Χα, χα, χα. Ναι, ξέρω τι εννοείς. Εκείνο το σόου το 1992 ήταν για την μπάντα μου και την μπάντα του Blaine και στο τέλος κάποιοι επέμεναν να τζαμάρουμε μαζί και να παίξουμε παλιά κομμάτια των Tuxedomoon. Ναι… Καταλαβαίνω τι εννοείς».


­ Πες μου τι έκανες όλα αυτά τα χρόνια μετά από εκείνες τις εμφανίσεις;


«Ζω στο Μεξικό εδώ και τέσσερα χρόνια. Ηρθα εδώ παρέα με τον Nikolas Klau, με τον οποίο δουλεύουμε μαζί περίπου δέκα χρόνια. Ξεκινήσαμε ένα συγκρότημα εδώ. Λέγεται Nine Rain. Πέρυσι κυκλοφόρησε ο πρώτος μας δίσκος από μια ανεξάρτητη μεξικανική εταιρεία, αλλά διανέμεται και στην Ευρώπη από την Audioglobe. Είμαστε εγώ, ο Nikolas και τέσσερις πολύ καλοί μεξικανοί μουσικοί. Μουσικά είμαι συγκεντρωμένος σ’ αυτό το σχήμα. Κατά καιρούς κάνω μουσική για χορευτικά ή θεατρικά έργα. Ταυτόχρονα παίζω και σε κάποιες ταινίες. Τον Ιανουάριο ήμουν σε ένα φιλμ με την Karen Black. Αλλά πάλι δεν έχει καμία σχέση με την Ευρώπη. Είναι δύσκολο να προσπαθείς να επιβιώσεις ως μουσικός. Προσπαθώ πάντως να έχω όσο το δυνατόν περισσότερες επιλογές».


­ Σου λείπει καθόλου η Ευρώπη;


«Οχι, καθόλου. Εμεινα εκεί δώδεκα χρόνια. Ακόμη θυμάμαι και για πάντα θα θυμάμαι όλους τους δρόμους που περπάτησα, τα πρόσωπα με τα οποία συνεργάστηκα, την ενέργεια που βγαίνει μέσα από αυτή την ήπειρο. Αλλά κάποια στιγμή βαρέθηκα και ήθελα να φύγω έξω από τη ζωή της. Γι’ αυτό ήρθα εδώ. Χωρίς να ξέρω τι πρόκειται να συμβεί εδώ. Ηταν τυχαίο. Αλλά σήμερα είμαι πολύ χαρούμενος που διάλεξα το Μεξικό. Είναι ένα τρελό μέρος. Είναι και αυτό γεμάτο μαγεία και ενέργεια και τρέλα. Υπάρχει μουσική παντού: στους δρόμους, στα μικρά μπαράκια… Υπάρχουν δισεκατομμύρια συγκροτήματα αλλά όλα παίζουν μεξικανική μουσική. Ολοι ξέρουν τα ίδια τραγούδια, είναι μέρος της κουλτούρας τους. Και όταν έρχεται ένας και κάνει μουσική σαν τη δική μου μουσική, που είναι λίγο παράξενη, τότε τα πράγματα δυσκολεύουν. Υπάρχει ένα μικρό κοινό εδώ, αλλά όλα μοιάζουν σαν να συμβαίνουν πριν από 20 χρόνια. Τώρα αρχίζουν να γίνονται καινούργια πράγματα. Σκέψου ότι πολύ πρόσφατα δόθηκε η άδεια σε ροκ συγκροτήματα να κάνουν συναυλίες. Με αυτή την έννοια είναι ενδιαφέρον να βλέπεις κάτι να γεννιέται, αλλά από την άλλη παραμένει τρομακτικά δύσκολο».


­ Είχες κάποια επαφή με τα παλιά μέλη των Tuxedomoon όσο καιρό είσαι εκεί;


«Ναι, τον περασμένο Αύγουστο ο Peter κατέβηκε εδώ και αρχίσαμε να ηχογραφούμε ένα άλμπουμ μαζί. Αυτή την εβδομάδα τελειώνει. Το πρότζεκτ θα λέγεται “Joeboy in Mexico”. Ενα ορχηστρικό άλμπουμ με τον Peter και εμένα και άλλους μεξικανούς φίλους που παίζουν μαζί μας. Θα τον φέρω μαζί μου όταν έρθω στην Αθήνα».


­ Ωραία, λοιπόν, δεν σου λείπουν τα χρόνια στην Ευρώπη. Τι σκέφτεσαι, όμως, για εκείνα τα χρόνια στο Σαν Φρανσίσκο;


«Τα σκέφτομαι. Αλλά ποτέ δεν μπορείς να γυρίσεις πίσω. Είναι ένα σημαντικό κομμάτι της ζωής μου, αλλά μόνον αυτό. Για την ακρίβεια, όμως, σκέφτομαι να γυρίσω ξανά σύντομα εκεί. Μπορεί και φέτος να μετακομίσω. Είναι μια άλλη πόλη σήμερα. Εχει αλλάξει τόσο πολύ από τον καιρό που φύγαμε. Ολα έχουν αλλάξει. Δεν είναι το Σαν Φρανσίσκο που ήξερα. Αλλά εκείνες οι ημέρες, οι πρώτες, δεν μπορούν να σου λείπουν. Πάει, έφυγαν. Και η Ευρώπη είναι ακόμη εκεί. Ναι, θέλω μια μέρα να γυρίσω ξανά, αλλά δεν θα ήθελα να μείνω εκεί».


­ Ναι, αλλά δεν σημαίνει κάτι για σένα το γεγονός ότι ήσουν σε μια από τις πιο ενθουσιώδεις μπάντες της δεκαετίας του ’80;


«Σημαίνει να είσαι κομμάτι του underground. Να ξέρεις την αληθινή αξία της μουσικής, αυτή που δεν βρίσκεις στο ραδιόφωνο ή στην εμπορική μουσική. Το μεγαλύτερο μέρος της μουσικής υπάρχει για να βγαίνουν πολλά λεφτά. Εμείς κάνουμε μουσική για το αγνό αυτό συναίσθημα που αισθάνεσαι όταν κάνεις πραγματικά αυτό που αγαπάς. Θεωρούσαμε τους εαυτούς μας καλλιτέχνες, ότι είχαμε κάποιο έργο να κάνουμε, να παρουσιάσουμε κάτι καινούργιο και να προσπαθήσουμε να παρουσιάσουμε κάτι διαφορετικό. Δεν είχαμε την παραμικρή ιδέα αν θα άρεσε στον κόσμο. Δεν μας ένοιαζε, άλλωστε. Ηταν μουσική για μας και μόνο για μας. Το γεγονός ότι τελικά άρεσε εκείνη η φάση της ζωής μας, είναι ένας από τους λόγους που ξαναβρισκόμαστε όλοι μαζί. Γιατί όταν δουλεύουμε όλοι μαζί, πιστεύω ότι δεν έχουμε χάσει την ικανότητα να παρουσιάζουμε αυτό που πραγματικά αγαπάμε. Για άλλη μια φορά θα είμαστε καινούργιοι σ’ αυτό που κάνουμε, κι ενδιαφέροντες…».


­ Πόσο έχουν αλλάξει τα πράγματα στη μουσική από τον καιρό που οι Tuxedomoon έσπαγαν τα όρια του underground;


«Υπάρχουν πολλοί καλλιτέχνες που κάνουν ενδιαφέροντα πράγματα σήμερα. Οχι εμπορικά. Τις περισσότερες φορές είναι δύσκολο να τα βρεις για να τα ακούσεις. Δεν μπορείς να ξέρεις πάντα τι συμβαίνει. Για μένα είναι δύσκολο, γιατί στο Μεξικό δεν υπάρχει η ποικιλία της Ευρώπης. Η εμπορική μουσική δεν έχει αλλάξει ούτε χαρακτήρα ούτε ήθος, από τότε που εμείς ξεκινούσαμε σαν ένα νέο συγκρότημα. Πολλά από αυτά που είναι ποπ σήμερα μου ακούγονται σαν φαντάσματα. Οι ίδιες φόρμουλες χρησιμοποιούνται ξανά και ξανά. Τα περισσότερα συγκροτήματα που ακούω σήμερα μου ακούγονται σαν όλα να θέλουν να αναστήσουν τα 60s και τα 70s».


­ Και η νέα ηλεκτρονική σκηνή;


«Αυτό το rave κίνημα, η ambient, η trance και το techno, όλο το χορευτικό κίνημα είναι πολύ καλό. Πολλά από αυτά που ακούω μου αρέσουν. Αλλά όλα αυτά δεν βγαίνουν από την ντίσκο; Εχουν απλά δώσει έμφαση στην μπότα και στη μονοτονία. Ισως να υπάρχει λιγότερη μελωδία, αλλά αυτό που μου αρέσει είναι ότι υπάρχει όμορφος θόρυβος σ’ αυτή τη μουσική. Περισσότερος θόρυβος απ’ ό,τι ποτέ υπήρξε στην ιστορία της μουσικής. Αυτό νομίζω ότι είναι πολύ ενδιαφέρον γιατί, αν το καλοσκεφτείς, κανένα ροκ συγκρότημα δεν μπορεί να παίξει με τη μονοτονία του θορύβου. Αν πας σε ένα rave πάρτι και σου ‘ρχεται στο πρόσωπο αυτή η εκρηκτική μπότα, είναι σαν κάτι να σε τραβάει σε μια μεγάλη γιορτή. Ο κόσμος που πηγαίνει εκεί παίρνει ό,τι ναρκωτικά θέλει να πάρει, πέφτει σε ένα βαθύ trance και χορεύει όλη τη νύχτα. Το βρίσκω πολύ ενδιαφέρον, γιατί ο κόσμος θέλει να γυρίσει πίσω σ’ αυτό το πρωτόγνωρο συναίσθημα, να νιώσει ξεχασμένους τρόπους επικοινωνίας. Οπως οι φυλές είχαν η καθεμία τη γλώσσα της. Και νομίζω ότι αυτοί που ασχολούνται με τη ροκ ζηλεύουν αυτή την κατάσταση, γιατί αυτό υποτίθεται ότι είναι η καρδιά του ζητούμενου. Αυτό έπρεπε να ήταν το ροκ, αλλά δεν τα κατάφερε με μια κοινή γλώσσα».


­ Ψάχνεις να ακούσεις καινούργια ονόματα;


«Δεν ψάχνω πολύ αλλά, όταν κάτι καινούργιο πέσει στα χέρια μου, τις περισσότερες φορές είμαι χαρούμενος, γιατί μου αρέσει. Υπάρχει πολύ καλή μουσική. Για παράδειγμα, οι συλλογές “Freezone”. Οταν ο Sammie της Grammed μού τις έστειλε από το Βέλγιο, πραγματικά τα έχασα. Αλλά ο Sammie βγαίνει έξω, ακούει, τσεκάρει, διαλέγει και ύστερα βγάζει αυτό το υπέροχο αποτέλεσμα. Εγώ δεν μπορώ να το κάνω αυτό. Και δεν ήξερα κανέναν από αυτούς τους καλλιτέχνες. Βγαίνουν πολύ καλά πράγματα, απλά πρέπει να ξέρεις πού να ψάξεις να τα βρεις. Ο Sammie μπορεί να το κάνει, εγώ όχι».


­ Τι θεωρείς σαν τη μεγαλύτερή σου επιτυχία;


«Το ότι μπορώ και επιβιώνω όλα αυτά τα χρόνια από τη μουσική μου. Σίγουρα το έχεις ακούσει πολλές φορές αυτό, αλλά είναι πραγματικά αυτό που με κάνει να ψάχνω νέους τρόπους έκφρασης στη μουσική. Το ξεκίνημα στο Σαν Φρανσίσκο, τα χρόνια που ακολούθησαν στην Ευρώπη και βασικά το ότι μπορούσαμε να κάνουμε αυτό που πιστεύαμε ότι μας εξέφραζε. Χωρίς παραχωρήσεις και ενδοιασμούς. Τα ταξίδια. Τα πρόσωπα. Σίγουρα δεν τα έχω αυτά σήμερα, και κοιτάω με μια νοσταλγία εκείνες τις μέρες, αλλά αισθάνομαι και περήφανος συνάμα».


­ Εχεις γράψει μουσική για πολλές ταινίες, θεατρικά έργα, χορευτικά έργα, έχεις πρωταγωνιστήσει σε άλλα, αλλά αν θα ήθελες να έπιανες μια ταινία και να έγραφες το soundtrack από την αρχή, ποια θα ήταν αυτή;


«Δεν ξέρω. Θα προτιμούσα να έκανα όλη την ταινία από την αρχή. Ή μάλλον θα ήθελα να κάνω την ταινία και το σάουντρακ από την αρχή. Κάτι νέο. Αυτό που έχει γίνει δεν με ενδιαφέρει. Σε αυτό το σημείο της ζωής μου θα προτιμούσα να έκανα την ταινία και όχι το σάουντρακ. Με ενδιαφέρουν περισσότερο τα φιλμ. Χμμμ, για να σκεφτώ… Πιο πολύ με ενδιαφέρει ποιο φιλμ δεν έχει γίνει ακόμη. Νομίζω ότι θα είχε πλάκα να έκανες ταινία το… μμμ… το “The Wild Boys” του Γουίλιαμ Μπάροουζ. Ναι, αυτό θα ήθελα να κάνω κινηματογραφική ταινία».


­ Υπάρχει κάποιος μουσικός που όλα αυτά τα χρόνια θαύμαζες και ήθελες να συνεργασθείς μαζί του; Μαζί με ποιον θα ήθελες να κάνεις ένα δίσκο;


«Για την ακρίβεια, μιλάγαμε για μια ανάλογη περίπτωση εδώ και πέντε χρόνια και τελικά πριν από λίγες ημέρες κλείστηκε η συμφωνία. Με τον Harold Budd. Ημασταν σε επαφή όλα αυτά τα χρόνια και δεν μπορούσαμε να βρούμε μια λύση. Πήρα ένα φαξ από αυτόν, είναι στο Λος Αντζελες, και μετά από λίγο μου έστειλε μια πολυκάναλη ταινία στην οποία θα παίξω τα δικά μου μουσικά μέρη και μετά θα τη στείλω πίσω σε αυτόν για να κάνει το τελικό μιξάρισμα. Θα είναι μια συνεργασία δι’ αλληλογραφίας. Ενας δίσκος με δύο τραγούδια που θα ηχογραφηθούν εξ αποστάσεως. Θα κουραστούμε λίγο να στέλνουμε τις ταινίες πέρα δώθε, αλλά μάλλον θα μας ανταμείψει το αποτέλεσμα. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι μετά από πέντε χρόνια επιτέλους συμβαίνει: ένας δίσκος με εμένα και τον Harold Budd. Θα κυκλοφορήσει πιθανότατα στο τέλος της χρονιάς».


­ Οταν δεν κάνεις μουσική, πώς περνάς τις ημέρες σου;


«Σπουδάζω βοτανολογία. Το Μεξικό είναι η τρίτη χώρα στον κόσμο, μετά την Ινδία και την Κίνα, που κρατάει ακόμη την παράδοση και χρησιμοποιεί τα φυτά στη φαρμακευτική. Είναι μια προ-ισπανική παράδοση στο Μεξικό, είναι ένα πολύ μεγάλο μέρος της μεξικανικής παράδοσης: βότανα, φυτά, χόρτα και χιλιάδες τρόποι να τα χρησιμοποιήσεις. Φαρμακευτικές εταιρείες από όλον τον κόσμο έρχονται εδώ να μελετήσουν τις ιδιότητες των φυτών. Από παλιά μου άρεσαν τα φυτά και, επιτέλους, τα τελευταία χρόνια ασχολούμαι πολύ μαζί τους. Βγαίνεις για μια βόλτα στο δάσος και μπορεί να σε πιάσει ένας γέρος “κουραντέρο”, ένας θεραπευτής, και να αρχίσει να σου λέει: “Αυτό εδώ το φυτό είναι καλό για τον διαβήτη, αυτό εδώ είναι καλό για την καρδιά, αυτό για την πίεση, αυτό για το συκώτι” και τελικά ανακαλύπτεις ότι το δάσος είναι το καλύτερο φαρμακείο του κόσμου. Σχεδόν όλα τα φυτά έχουν και μια χρήση».


­ Εναλλακτική φαρμακευτική, λοιπόν;


«Ναι, αν σκεφθείς πόσο κοστίζουν τα φάρμακα σήμερα. Και ο κόσμος δεν μπορεί να αντέξει όλα τα νέα χημικά φάρμακα που κυκλοφορούν στο εμπόριο. Ψάχνουν λοιπόν στις ρίζες τους και ανακαλύπτουν νέους τρόπους, οι οποίοι, βέβαια, μια φορά ήταν ζωτικοί για τους παππούδες τους. Η αρχαία Ελλάδα ήταν το μέρος όπου όλα αυτά άρχισαν αλλά χάθηκαν μέσα στους αιώνες».


­ Πώς θα περιέγραφες τη ζωή στο Μεξικό, με όλη αυτή την πολιτική πίεση; Ο κόσμος πώς αντέχει;


«Ενα πράγμα που μου κάνει εντύπωση εδώ που ζω, στη μεγαλύτερη πόλη του κόσμου, στην πιο μολυσμένη πόλη του πλανήτη, είναι που βλέπεις καθημερινά το κακό να συγκρούεται με το καλό. Αυτή είναι η εικόνα που θα σε χτυπήσει κατάμουτρα όταν πατήσεις το πόδι σου σ’ αυτή την πόλη. Βασικά εδώ υπάρχει μια δικτατορία. Κάθε ημέρα θα βλέπεις όλο και περισσότερους αστυνομικούς στους δρόμους. Υποτίθεται για να σταματήσουν το έγκλημα, γιατί υπάρχει μια αυξανόμενη πορεία της εγκληματικότητας, αλλά η ανθρωπότητα ξεχνάει ότι για ένα μεγάλο μέρος του εγκλήματος ευθύνεται η αστυνομία. Υπάρχει μια παράξενη, αναποδογυρισμένη πραγματικότητα εδώ. Ο κόσμος φοβάται την αστυνομία και δεν είναι όλοι εγκληματίες. Είναι σαν να βρίσκεσαι στη μέση ενός πολέμου. Μια πόλη χωρίς δημοκρατία είναι σαν μια βόμβα που από στιγμή σε στιγμή περιμένεις να εκραγεί».


­ Δεν είναι περίεργο που το ίδιο κόμμα είναι στην εξουσία για περισσότερο από εξήντα χρόνια;


«Τώρα έχει αρχίσει να αγανακτεί ο κόσμος. Και έτσι έχουμε την επανάσταση των Ζαπατίστας, που ξεκίνησε το 1994, τους Τσιάπας. Αν και αυτά είναι κομμάτι της μαγείας του Μεξικού, έχεις από τη μία 40 εκατομμύρια ανθρώπους που δεν έχουν να φάνε και από την άλλη όλους να αναρωτιούνται τι θα γίνει. Είναι μια τόσο πλούσια χώρα. Πώς γίνεται ο κόσμος να είναι τόσο φτωχός; Οσες κυβερνήσεις και αν αλλάξουν, στην πραγματικότητα δεν αλλάζει τίποτα. Το δέχεσαι ή πεθαίνεις. Ή θα σε σκοτώσουν στο τέλος. Είναι απάνθρωπο! Δεν υπάρχει νόμος, είναι σαν την άγρια Δύση. Σε σταματάνε οι μπάτσοι στον δρόμο, σε ψάχνουν, σε ληστεύουν και μετά φεύγεις. Και αν κάνεις κάτι εγκληματικό, πάλι πρέπει να πληρώσεις πολλά λεφτά για να μην πας στη φυλακή. Σίγουρα δεν έχω ζήσει κάτι ανάλογο πιο πριν στη ζωή μου, αλλά όλη αυτή η φασαρία, όλη αυτή η επικίνδυνη ενεργητικότητα, όλα είναι σαν ένα παιχνίδι. Πολύ επικίνδυνο παιχνίδι».


­ Εχω μια τελευταία ερώτηση που αφορά το σκοτεινό παρελθόν των Tuxedomoon, τον καιρό που έκαναν παρέα με τους Residents. Είναι περισσότερο ένας μύθος… Αλλά είναι μια καλή ευκαιρία να μου πεις: Είναι αλήθεια ότι μια εποχή ζούσατε σε ένα σπίτι όλοι παρέα, μαζί και ο Snakefinger;


«Χα, χα, χα… Αν ζούσαμε όλοι μαζί; Οχι. Ποτέ δεν ζήσαμε όλοι μαζί. Δουλεύαμε όλοι μαζί, αλλά ποτέ δεν μοιραστήκαμε το ίδιο σπίτι. Μόνο ο Blaine ζούσε σε ένα σπίτι για μια μικρή περίοδο μαζί με τον Snakefinger. Αλλά, ναι, θα μπορούσες να το πεις και αυτό. Ζούσαμε όλοι μαζί σε ένα μεγάλο σπίτι, που ήταν το Σαν Φρανσίσκο».


­ Περίμενε γιατί ο μύθος έχει και συνέχεια. Λέει ότι το σπίτι όπου ζούσατε όλοι μαζί ήταν στοιχειωμένο και ότι εσείς γι’ αυτό τα μαζέψατε και φύγατε για την Ευρώπη.


«Χα, χα, χα. Ε, μα δεν πρόκειται να σου απαντήσω. Γιατί μου φαίνεται ότι θα χαλάσω τον πιο όμορφο μύθο στην ιστορία των Tuxedomoon. Νομίζω πάντως ότι το στοιχειωμένο σπίτι είναι το Σαν Φρανσίσκο. Η στοιχειωμένη πόλη… Το στοιχειωμένο σπίτι… Χα! Ναι, μου αρέσει αυτή η ιδέα. Γιατί αυτό ακριβώς ήταν!».


Η συνέντευξη αυτή αποτελεί προδημοσίευση από το τεύχος 6, καλοκαίρι 1997, του περιοδικού «Οξύ».


Το συγκρότημα πρόκειται να εμφανισθεί στις 18 Ιουνίου στην Αθήνα.