Κάθε μέρα που περνάει οι κοινωνίες και οι οικονομίες μας βασίζονται ολοένα και περισσότερο στις τηλεπικοινωνίες. Δεν μιλάμε πλέον για τις εμπορικές συναλλαγές ούτε για τα τηλεοπτικά προγράμματα, αλλά για ακόμη πιο βαθιές λειτουργίες, όπως οι προσωπικές αναζητήσεις και επικοινωνίες καθενός, που πλέον εύκολα κάνουν τον γύρο του πλανήτη.
Χάρη σε ένα εκτεταμένο δίκτυο καλωδιακών και ραδιοσυχνοτικών συνδέσεων, που ξεκίνησε σαν απλό τηλέφωνο και σήμερα περιλαμβάνει πληροφορίες εικόνας, ήχου και δεδομένων, πρακτικά κάθε σημείο του πλανήτη μπορεί να επικοινωνήσει με οποιοδήποτε άλλο. Παράλληλα όμως, αυτό το παγκόσμιο δίκτυο μεγαλώνει με εκρηκτικούς ρυθμούς, πράγμα που οδηγεί σε ακόμη μικρότερα κοστολόγια, άρα και σε ακόμη μεγαλύτερη χρήση. Σήμερα όλες οι μεγάλες τηλεπικοινωνιακές γραμμές είναι ψηφιακές και έχουν τεράστιες δυνατότητες μεταφοράς πληροφοριών. Πολλές από αυτές χρησιμοποιούνται σε ελάχιστα ποσοστά, της τάξεως του 5%-10%, πράγμα που σημαίνει ότι οι ιδιοκτήτες τους (τηλεφωνικές εταιρείες συνήθως) άνετα μπορούν να αντιμετωπίσουν πολλαπλασιασμό της «κατανάλωσης» χωρίς πρόσθετες επενδύσεις. Στην πραγματικότητα της αγοράς αυτή η κατάσταση οδηγεί μαθηματικά σε πτώση των τιμών αν βεβαίως λειτουργεί ο ανταγωνισμός.
Δύο πρόσφατες εξελίξεις είναι χαρακτηριστικές αυτής της κατάστασης. Στην πρώτη, η America On Line, ο μεγαλύτερος φορέας πρόσβασης στα δίκτυα υπολογιστών και στο Internet στην Αμερική, ανακοίνωσε ότι παύει την οποιαδήποτε χρονοχρέωση των συνδρομητών. Εναντι μιας στάνταρ συνδρομής 20 δολαρίων (5.000 δρχ.) κατά μήνα, ο συνδρομητής της AOL μπορεί να έχει απεριόριστη πρόσβαση στο δίκτυο, ακόμη και 24 ώρες το 24ωρο. Ως τώρα η χρέωση ήταν ανάλογη του χρόνου χρήσης, όταν όμως οι γραμμές υπάρχουν και «κάθονται» στο 90%, φαίνεται πιο έξυπνο να επιζητούμε μια σταθερή συνδρομή από περισσότερο κόσμο. Αν τώρα λάβουμε υπόψη μας ότι οι συνδέσεις του Internet χρησιμοποιούνται από πολλές μεγάλες εταιρείες (αλλά και από καταρτισμένους ιδιώτες) για τη μεταφορά επικοινωνίας φωνής (τηλέφωνο), καταλαβαίνει κανείς ότι πολύ σύντομα θα πρέπει να ακολουθήσουν με ανάλογου κόστους προσφορές και οι παραδοσιακές τηλεφωνικές εταιρείες.
Η δεύτερη εξέλιξη είναι η αγορά του αμερικανικού τηλεπικοινωνιακού φορέα MCI από την τέως κρατική British Telecom (ο βρετανικός ΟΤΕ, θα λέγαμε). Η ΒΤ ήδη είχε το 20% της MCI και είχε εκπονήσει ένα πολύ επιθετικό πρόγραμμα ανάπτυξης σε παγκόσμια κλίμακα. Με την εξαγορά, η ΒΤ/MCI φθάνει σε μέγεθος την ΑΤ&Τ, τον τηλεπικοινωνιακό γίγαντα των 55 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Ταυτόχρονα αποκτά δύο πολύ σοβαρούς πόλους, στην Αμερική και στην Ευρώπη, όπου μπορεί να στηρίξει τα παγκόσμια σχέδιά της. Η κίνηση αυτή, συνδυασμένη με την ανάλογη κίνηση του γαλλικού και του γερμανικού φορέα (αγόρασαν το 20% της αμερικανικής Sprint), δείχνει ότι το παιχνίδι των τηλεπικοινωνιών είναι πια παγκόσμιο και μόνο οι επαρκώς μεγάλοι έχουν ελπίδες να θεωρηθούν σοβαροί παίκτες.
Σε όλα αυτά, βεβαίως, δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι ο τελικός κερδισμένος πρέπει να είμαστε εμείς οι απλοί χρήστες, με καλύτερες, ισχυρότερες και φθηνότερες υπηρεσίες, πράγμα που, τουλάχιστον σήμερα, δείχνει να γίνεται πραγματικότητα.
Ο κ. Θ. Σπίνουλας είναι διευθυντής του περιοδικού RAM.



