ΛΟΝΔΙΝΟ Ξεχνώντας τα φωτοαντίγραφα και τους διάφορους πειραματισμούς του με τη νέα τεχνολογία, ο διασημότερος εν ζωή βρετανός ζωγράφος, ο αυτοεξόριστος Ντέιβιντ Χόκνεϊ, ξαναγύρισε στα βασικά υλικά της τέχνης του, τον μουσαμά και τα λάδια. Ο 60χρονος ζωγράφος, ο οποίος ζει εδώ και χρόνια στην Καλιφόρνια, πρόκειται να εκθέσει από την 1η Μαΐου στην γκαλερί Annely Juda 48 πίνακες που ζωγράφισε τον τελευταίο χρόνο. Οι πίνακες αυτοί είναι το αποτέλεσμα ενός είδους «επιφοίτησης» του πνεύματος του ολλανδού ζωγράφου του 17ου αιώνα Βερμέερ. Ο Χόκνεϊ, όπως ομολογεί ο ίδιος, γοητεύτηκε από την έκθεση έργων του Βερμέερ, που είχε γίνει πέρυσι, πρώτα στην Ουάσιγκτον και μετά στη Χάγη: «Εκείνο που με εντυπωσίασε περισσότερο ήταν το πόσο ζωηρό και δυνατό ήταν το χρώμα στους πίνακές του, μολονότι ο Βερμέερ τους είχε φτιάξει πριν από 300 χρόνια». Ετσι ο Χόκνεϊ συνειδητοποίησε την αξία της υφής κα της φωτεινότητας που χαρίζουν στον ζωγραφικό πίνακα τα χρώματα με βάση το λάδι και άρχισε να ζωγραφίζει με την τεχνική των παλαιοτέρων ζωγράφων λουλούδια κυρίως: ίριδες, ηλιοτρόπια, βιολέτες, όλα λουσμένα στον καλιφορνέζικο ήλιο. Οι ειδικοί υποστηρίζουν ότι οι πίνακες αυτοί είναι η σημαντικότερη καλλιτεχνική δημιουργία του Χόκνεϊ τα τελευταία 15 χρόνια. Αυτός είναι ο λόγος όπου οι τιμές των πινάκων που πρόκειται να εκτεθούν συναγωνίζονται τις τιμές έργων μεγάλων δασκάλων της ζωγραφικής: ο φθηνότερος πίνακας του Χόκνεϊ θα πωλείται 150.000 στερλίνες και ο ακριβότερος 400.000, δηλαδή ανάμεσα στα 65 και στα 175 εκατομμύρια δραχμές περίπου.


ΠΑΡΙΣΙ Η πλέον παραγκωνισμένη δεκαετία στην ιστορία της τέχνης του 20ού αιώνα είναι η δεκαετία του 1930, στην οποία η γαλλική πρωτεύουσα αφιερώνει ως τις 25 Μαΐου μεγάλη έκθεση στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Πόλης του Παρισιού με τίτλο Τα χρόνια του ’30 στην Ευρώπη. Η έκθεση περιλαμβάνει εννέα «κεφάλαια» όπου εκτός των καλλιτεχνικών εκθεμάτων παρατίθενται και ιστορικά ντοκουμέντα που περιγράφουν την ταραγμένη εκείνη εποχή: την άνοδο του φασισμού και του ναζισμού, τον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο, τις διώξεις των Εβραίων και των αντιφρονούντων καθώς και την πολιτική συμπεριφορά των ευρωπαίων διανοουμένων και καλλιτεχνών. Αρχίζοντας από τη Μετάβαση, η έκθεση αφηγείται τις τάσεις και τα καλλιτεχνικά κινήματα ­ υπερρεαλισμός, νταντά, φουτουρισμός, εξπρεσιονισμός κλπ. ­ της δεκαετίας του ’20 που επηρέασαν την επόμενη δεκαετία δημιουργώντας ένα πραγματικό καλλιτεχνικό κομφούζιο ιδεών και τεχνοτροπιών. Αυτή τη σύγχυση η έκθεση δεν έχει πρόθεση να την ξεδιαλύνει. Αντίθετα στόχος της είναι να παρουσιάσει όσο γίνεται παραστατικότερα την πολυπλοκότητα αυτής της σκληρής για την ανθρωπότητα δεκαετίας, της οποίας η καλλιτεχνική προσφορά ελάχιστα έχει μελετηθεί και εκτιμηθεί ως τώρα. Η έκθεση προσπαθεί ακριβώς να αποδείξει πόσο λανθασμένη ήταν αυτή η στάση, δεδομένου ότι η δεκαετία του ’30 μπορεί πράγματι να μην ανέδειξε κανένα συγκεκριμένο πρωτοποριακό καλλιτεχνικό κίνημα, αλλά η καλλιτεχνική παραγωγή της υπήρξε σίγουρα ενδιαφέρουσα. Η έκθεση παρουσιάζει πρωτίστως τη διεθνή καλλιτεχνική σκηνή εκείνης της δεκαετίας, αλλά επίσης αφιερώνει αρκετές αίθουσες στις εθνικές καλλιτεχνικές παραγωγές με τα ιδιότυπα χαρακτηριστικά τους, όπως η εικαστική παραγωγή του σοσιαλιστικού ρεαλισμού ή της «επίσημης» τεχνοτροπίας του Γ’ Ράιχ. Ο «Αμλετ» της στέπας


ΛΟΝΔΙΝΟ Το παρεξηγημένο και σπάνια παιζόμενο πρώτο θεατρικό έργο του Αντον Τσέχοφ Ιβάνοφ (1887) έχει βρει την καταξίωσή του στη σκηνή του θεάτρου Almeida με πρωταγωνιστή τον υποψήφιο για τα εφετεινά Οσκαρ Ρέιφ Φάινς (φωτογραφία), όπως γράφει ο βρετανικός Τύπος. Τα εισιτήρια όλων των παραστάσεων ­ ως τις 12 Απριλίου ­ έχουν προ πολλού εξαντληθεί. Σε σύγκριση με τα τέσσερα επόμενα αριστουργήματα του Τσέχοφ (Ο γλάρος, 1895, Ο θείος Βάνιας, 1900, Οι τρεις αδελφές, 1901 και Ο βυσσινόκηπος, 1904), ο Ιβάνοφ θεωρήθηκε πάντα έργο μαθητευομένου λόγω της υπερβολικά μελοδραματικής πλοκής του. Ωστόσο στην τωρινή παραγωγή, χάρη στη μετάφραση του Ντέιβιντ Χέαρ, στη σκηνοθεσία του Τζόναθαν Κεντ και στις εξαιρετικές ερμηνείες των ηθοποιών, ο Ιβάνοφ αποκτά «ανάστημα κλασικού έργου», γράφει η Wall Street Journal. Ο κεντρικός ήρωας του έργου, ο Ιβάνοφ, ένας χρεοκοπημένος και απελπισμένος γαιοκτήμονας, έχει κατά καιρούς χαρακτηριστεί «ο Αμλετ της στέπας» επειδή, όπως ο πρίγκιπας της Δανιμαρκίας, ο Ιβάνοφ είναι ένας άνθρωπος αποτραβηγμένος από τον κόσμο και το ψυχολογικό του αδιέξοδο τον σπρώχνει στην κατάθλιψη. Ωστόσο αυτή η ταύτιση του Ιβάνοφ με τον Αμλετ δεν βρίσκει σύμφωνους όλους τους κριτικούς. Με τούτη πάντως την εκδοχή του Ιβάνοφ ο βρετανικός Τύπος υπήρξε απλόχερος σε εγκώμια: «Ο Φάινς είναι ο τέλειος υπαρξιακός ήρωας του 19ου αιώνα», γράφουν οι Sunday Times. «Σπαράσσεται από την ενοχή του επειδή έπαψε να αγαπάει τη γυναίκα του και άρχισε να του αρέσει η κόρη του δανειστή του. Ο Φάινς βάζει τέτοια δύναμη στην αγωνία του που κατορθώνει να εξουθενώσει συναισθηματικά τους θεατές τόσο όσο εξουθενωμένος φαίνεται και ο ίδιος τη στιγμή του ύστατου μονολόγου του». Εξίσου εκπληκτική φαίνεται ότι είναι και η ερμηνεία της Χάριετ Γουόλτερ στον ρόλο της εβραίας, φυματικής και ετοιμοθάνατης συζύγου του Ιβάνοφ, καθώς και όλων των άλλων ηθοποιών. Ο γκάγκστερ του Μιλάνου


ΡΩΜΗ Με τη σκέψη ότι «ο αμερικανικός κινηματογράφος μάς έχει μάθει τα πάντα για τους γκάγκστερ του Μπρούκλιν» ο ιταλός παραγωγός Κλάουντιο Μπονιβέντο αποφάσισε να αφηγηθεί την ιστορία ενός θρυλικού γκάγκστερ που έδρασε στο Μιλάνο στις δεκαετίες ’70 και ’80, του Αντζελο Επαμινόντα ή «Θηβαίου», όπως ήταν το παρατσούκλι του επειδή το επώνυμό του θύμιζε τον θηβαίο στρατηγό Επαμεινώνδα ο οποίος είχε δοξαστεί κατά τον 4ο π.Χ. αιώνα κατατροπώνοντας τους Σπαρτιάτες. Ο Μπονιβέντο σκέφτηκε να γυρίσει αυτή την ταινία όταν διάβασε το βιβλίο των Αντόνιο Καρλούτσι και Πάολο Ροσέτι Ο Θηβαίος, όπου ο Επαμινόντα εξομολογείται πώς κέρδισε την ηγεμονία του υποκόσμου του Μιλάνου «αξιοποιώντας» το εμπόριο ναρκωτικών και τους οίκους ανοχής και πώς έγινε αιτία να δολοφονηθούν 50 άνθρωποι, εκ των οποίων οι 18 πήγαν στον άλλο κόσμο από το ίδιο του το χέρι. Ο Θηβαίος σήμερα ζει και βασιλεύει σε κάποιο κρησφύγετο. Ο Μπονιβέντο υποστηρίζει, όπως γράφει η Repubblica, ότι πρόθεσή του δεν είναι να κάνει κοινωνική κριτική. Απλώς θέλησε να φτιάξει μια γκαγκστερική ταινία σαν τις αμερικανικές αυτού του είδους, στηριζόμενος όμως σε μια αληθινή ιστορία. Η ταινία του Μπονιβέντο ­ της οποίας έχει αναλάβει ο ίδιος και τη σκηνοθεσία ­ πρόκειται να βγει στους ιταλικούς κινηματογράφους στα τέλη Απριλίου με τον τίτλο Αλλοι άνθρωποι, εμείς. Ο τίτλος είναι αναφορά στις αναμνήσεις του κινηματογραφιστή από τη δεκαετία του ’50 στο Μιλάνο όπου είχε μεταναστεύσει και ο νεαρός Επαμινόντα από την Κατάνια. Στα μπαρ όπου σύχναζε τα βράδια με την παρέα του, ο Μπονιβέντο θυμάται ότι συναντούσε τα φυντάνια του οργανωμένου εγκλήματος: «Οι φίλοι μου και εγώ βλέπαμε αυτούς τους νεαρούς. Ηταν παιδιά χαμογελαστά, με τα καλαμπούρια τους, αλλά μετά πήγαιναν να σκοτώσουν ανθρώπους». Πρωταγωνιστής της ταινίας είναι ο Κλάουντιο Αμέντολα


.


ΜΑΑΣΤΡΙΧΤ


Δέκα χρόνια συμπληρώνει εφέτος η διασημότερη Εκθεση Παλαιοπωλών του κόσμου και για την περίπτωση ετοιμάζεται να φορέσει τα καλά της. Το Espresso συστήνει στους αναγνώστες του: «Αξίζει τον κόπο να πάει κανείς σε αυτή τη μικρή ολλανδική πόλη που φιλοξενεί την έκθεση για να καταλάβει τι είναι πραγματικά η αγορά παλαιών έργων τέχνης υψηλού επιπέδου. Πίνακες ζωγραφικής, σχέδια, γκραβούρες, κοσμήματα, αργυρά σκεύη, ελληνορωμαϊκές και αιγυπτιακές αρχαιότητες, χειρόγραφα και μινιατούρες, σπάνια βιβλία, χάρτες, έργα τέχνης του 20ού αιώνα». Σε αυτή τη διεθνή έκθεση, που άνοιξε χθες 8 Μαρτίου και θα διαρκέσει ως τις 16, συμμετέχουν 165 αρχαιοπώλες από όλο τον κόσμο.


ΡΩΜΗ


Ανέκδοτο σενάριο για ταινία που δεν γυρίστηκε ποτέ του Φιλίπο Τομάζο Μαρινέτι ανακάλυψε πριν από μερικές ημέρες ο μελετητής Τζιοβάνι Λίστα στο Πανεπιστήμιο του Γέιλ όπου φυλάσσεται ολόκληρο το αρχείο του πατέρα του φουτουριστικού κινήματος. Τίτλος του σεναρίου η Ταχύτητα, έννοια που είχε απασχολήσει τον Μαρινέτι καθ’ όλη τη διάρκεια της καλλιτεχνικής διαδρομής του.