• Αναζήτηση
  • Ο διάσημος συγγραφέας του «Μάγου» και της «Γυναίκας του γάλλου υπολοχαγού» Τζον Φόουλς μιλάει στον Θανάση Λάλα

    συνέντευξη Ο διάσημος συγγραφέας του «Μάγου» και της «Γυναίκας του γάλλου υπολοχαγού» Τζον Φόουλς μιλάει στον Θανάση Λάλα ΘΑΝΑΣΗΣ ΛΑΛΑΣ Ενας «μάγος» του λόγου! Σε μια πολυθρόνα καθισμένος ώρες. Εξω έβρεχε και φύσαγε. Το σπίτι κρεμασμένο στην άκρη των νοτιοανατολικών βρετανικών ακτών. Πάνω από τη θάλασσα. «Μόλις τελειώσουμε την κουβέντα θα βγούμε στον κήπο, θα περπατήσουμε ως την άκρη της θάλασσας και

    Ενας «μάγος» του λόγου! Σε μια πολυθρόνα καθισμένος ώρες. Εξω έβρεχε και φύσαγε. Το σπίτι κρεμασμένο στην άκρη των νοτιοανατολικών βρετανικών ακτών. Πάνω από τη θάλασσα. «Μόλις τελειώσουμε την κουβέντα θα βγούμε στον κήπο, θα περπατήσουμε ως την άκρη της θάλασσας και θα σας συστήσω στη φύση… Η φύση είναι συγγενής μου! Ολες οι ιδέες μου είναι γέννημα του κεραυνού». Αυτός είναι ο συγγραφέας της «Γυναίκας του γάλλου υπολοχαγού» και του «Μάγου». Ο Τζον Φόουλς. Ταξίδεψα τρεις ώρες από το Λονδίνο με το τρένο για να φθάσω στην πόρτα ενός σπιτιού ερειπωμένου που φιλοξενεί τα τελευταία χρόνια έναν από τους σημαντικότερους εν ζωή συγγραφείς. Ανοιξε ο ίδιος την πόρτα. Φορούσε παντόφλες μάλλινες, μια καφέ ζακέτα και γάντια ανοιχτά στην άκρη των δαχτύλων… Τα μάτια του πρησμένα από τις εμπειρίες της όρασης, τα χέρια του λεπτά και λευκά σαν πουλιά. Από τα παράθυρα του δωματίου ­ παρ’ ότι κλειστά ­ έμπαιναν λουλούδια. Η σκόνη σύντροφος παντού μέσα στο δωμάτιο. Γύρω βιβλία και ζωγραφιές. «Θα πιείτε ένα τσάι, έναν καφέ; Εχω κανονίσει να μιλήσουμε λίγο και μετά να φάμε παρέα… Το φαΐ και το πιοτό είναι μια τελετή που πρέπει να τη ζούμε καθημερινά». Μιλήσαμε συνολικά τέσσερις ώρες. Ηταν πέντε το απόγευμα όταν καθισμένος στο κουπέ του τρένου της επιστροφής σκέφθηκα ότι οι «Μάγοι» δεν φέρνουν μόνο δώρα. Είναι και φορείς μιας απέραντης αλλά δημιουργικής μοναξιάς. Δεν θα ξεχάσω τη φωνή του, σαν παντόφλες που σέρνονται στο πάτωμα, υπέροχη. Αυτά. Και καλή ανάγνωση!





    ­ Σας λείπει η Ελλάδα;


    «Πολύ. Εγώ, ξέρετε, λατρεύω τη φύση και τη βοτανολογία. Υπάρχει ένα μέρος έξω από την Αθήνα, στην Κηφισιά νομίζω, όπου μπορεί να δει κανείς όλων των ειδών τα φυτά. Είναι ένας κήπος ο οποίος συντηρείται από το Μουσείο Γουλανδρή. Αυτός ο κήπος μού λείπει».


    ­ Από πού προέκυψε αυτό το ενδιαφέρον σας για τη βοτανολογία και τα φυτά;


    «Σας είπα, από την αγάπη μου για τη φύση. Συνηθίζω μάλιστα να λέω ότι όποιος δεν αγαπά τη φύση δεν είναι σε θέση να καταλάβει κανένα από τα βιβλία που έχω γράψει».


    ­ Τι είναι αυτό που υπάρχει στη φύση και σας προκαλεί την έλξη που περιγράφετε;


    «Η απέραντη ομορφιά που κρύβει. Αν έδινα τον ορισμό της ομορφιάς, θα έλεγα μόνο τη λέξη φύση και θα εννοούσα ό,τι θα ήθελα να εννοήσουν οι άλλοι για την ομορφιά».


    ­ Η ομορφιά έχει να κάνει με την αρμονία;


    «Σαφώς. Οι αρχαίοι Ελληνες είχαν καταλάβει ότι αρμονία υπάρχει παντού: στη μουσική, στη φύση, σε όλα τα πράγματα. Η αρμονία είναι η βάση της ομορφιάς».


    ­ Εσείς πώς αρχίσατε να γράφετε;


    «Ξεκίνησα προσπαθώντας να μιμηθώ άλλους συγγραφείς, ανθρώπους όπως ο Γκράχαμ Γκριν για παράδειγμα».


    ­ Οι γονείς σας τι δουλειά έκαναν;


    «Ο πατέρας μου πουλούσε καπνό. Παρ’ όλα αυτά, δεν έχω καπνίσει ποτέ στη ζωή μου. Δεν μου αρέσει καθόλου η μυρωδιά του καπνού, γι’ αυτό και δεν επιτρέπω σε κανέναν να καπνίζει εδώ μέσα».


    ­ Στη ζωή συνήθως επιλέγουμε να κάνουμε πράγματα αντίθετα από αυτά που έκανε ο πατέρας μας;


    «Δεν νομίζω. Ο πατέρας μου ήταν μέγας δενδροκαλλιεργητής, με ειδικότητα στις μηλιές, ασχολία που έχω υιοθετήσει και εγώ. Καταβάλλω μεγάλη προσπάθεια για να συνεχίσω επαξίως το έργο του».


    ­ Εκτός από τον πατέρα σας υπάρχει άλλος άνθρωπος που θαυμάσατε πολύ στη ζωή σας;


    «Θαυμάζω ακόμη πάρα πολύ τον Καβάφη. Τον θεωρώ πολύ μεγάλο, έξοχο ποιητή. Υποκλίνομαι».


    ­ Τι είναι αυτό που τον έκανε «μεγάλο» ποιητή;


    «Η σοφία που διαθέτει. Πραγματικά πανέξυπνος άνθρωπος. Στην περίπτωση του Καβάφη μπορούμε να πούμε ότι η εξυπνάδα έπιασε τόπο… Ξέρετε, όλοι οι συγγραφείς δεν είναι έξυπνοι. Οπως και πολλοί έξυπνοι δεν χρησιμοποιούν την εξυπνάδα τους. Αυτοί είναι οι έξυπνοι βλάκες. Η εξυπνάδα πρέπει να είναι συνεχώς στον στίβο της ζωής. Αν δεν αγωνίζεται, χάνεται».


    ­ Διαβάζετε ακόμη βιβλία;


    «Αρκετά, αν και λιγότερα απ’ ό,τι παλιότερα. Περισσότερο μ’ αρέσει να διαβάζω γαλλικά βιβλία. Αν κοιτάξετε τα ράφια μου, θα δείτε ότι έχω μια πλούσια γαλλική βιβλιοθήκη».


    ­ Στις βιβλιοθήκες υπάρχει μια άλλη ζωή ή στις βιβλιοθήκες κατοικεί η ζωή μας; Για σας ένα βιβλίο σας στο ράφι μιας βιβλιοθήκης είναι μια ευκαιρία να συνεχίσετε να ζείτε και μετά τον βιολογικό σας θάνατο;


    «Οχι, όχι. Συνέχεια δεν υπάρχει. Οταν πεθαίνουμε, πεθαίνουμε. Εγώ, ξέρετε, είμαι άθεος. Δεν πιστεύω στον Θεό. Δεν πιστεύω στη μεταθανάτια συνέχεια. Είμαι γνώστης ότι το τέλος δεν αποτελεί μια νέα αρχή. Η ζωή είναι μία. Μία κατεύθυνση υπάρχει. Δεν υπάρχει ανάποδη πορεία. Αυτή η πορεία, όπως και να τη διανύσει κάποιος, οδηγεί στην ανυπαρξία».


    ­ Η τέχνη δεν είναι ένας τρόπος να νικήσουμε τον χρόνο;


    «Αυτό ποιος είναι σε θέση να το γνωρίζει; Κανένας. Ξέρω εγώ αν σε 100 χρόνια από τώρα θα συνεχίσουν οι άνθρωποι να διαβάζουν τα βιβλία μου; Επομένως δημιουργούμε για να περάσουμε καλά τη ζωή μας και όχι για να κερδίσουμε τον χρόνο. Αλλωστε και ο χρόνος επινόηση του ανθρώπινου μυαλού είναι. Ο άνθρωπος βάζει όρια για να έχει τη δυνατότητα να σπάει τα όρια. Τα όρια και η σχέση του ανθρώπου με αυτά είναι η προετοιμασία του σε αυτό που μοιραία θα του συμβεί, στον θάνατο. Οι άνθρωποι γεννιούνται με τη γνώση του θανάτου. Αυτή είναι η μόνη αλήθεια που γνωρίζω».


    ­ Σε τι διαφέρει η ζωή των βιβλίων από την κανονική ζωή που ζούμε;


    «Τεράστια διαφορά. Τα βιβλία είναι δημιουργήματα της φαντασίας. Οπως έλεγαν και οι αρχαίοι Ελληνες, τα πάντα στην τέχνη τα δημιουργεί η φαντασία μας, όλα είναι αποκυήματα του μυαλού μας. Προσπαθώντας κάποιος να γράψει ένα βιβλίο ουσιαστικά προσπαθεί να στήσει από την αρχή έναν καινούργιο κόσμο. Τα βιβλία είναι κατασκευές ενός νέου κόσμου που δεν θα ζήσουμε ποτέ αλλά θα μάθουμε γι’ αυτόν μέσα από τα βιβλία. Ο άνθρωπος αντέχει τον κόσμο που ζει ­ και είναι πολύ σκληρός αυτός ο κόσμος ­ επειδή η τέχνη τού δίνει την εναλλακτική ενός άλλου κόσμου. Είναι παρηγοριά να ξέρεις ότι μπορεί και να αλλάξει το μαρτύριό σου. Το μαρτύριο που βλέπει στο φως είναι πιο ανεχτό από το μαρτύριο που βλέπει στο σκοτάδι».


    ­ Αλήθεια τι είναι η φαντασία;


    «Είναι ένας τρόπος να τα βγάζουμε πέρα με την υπόλοιπη φύση, ένα τρυκ που βοηθάει το μυαλό μας να κατεβάζει ιδέες για το πώς μπορεί να αντιμετωπίσει τη φύση και τη ζωή».


    ­ Εκτός από τον Γκράχαμ Γκριν υπάρχουν άλλοι συγγραφείς στους οποίους θέλατε πάντα να μοιάσετε;


    «Ποτέ δεν συμπάθησα τους διάσημους συγγραφείς. Οχι ότι έχω τίποτε εναντίον τους αλλά δεν μπορώ να πω ότι τους συμπαθώ και ιδιαίτερα».


    ­ Γιατί;


    «Γιατί όλοι από ένα σημείο και μετά σκέφτονται μόνο τον εαυτό τους, μόνο αυτό υπάρχει μέσα στο μυαλό τους».


    ­ Εσείς δεν σκεφτήκατε ποτέ έτσι;


    «Εγώ γενικώς δεν σκεφτόμουν πολλά πράγματα γύρω από τη λογοτεχνία ώσπου ήρθα στην Ελλάδα, στις Σπέτσες. Οπως επίσης ως τότε δεν με είχε απασχολήσει ποτέ ιδιαιτέρως η φύση».


    ­ Τι άλλαξε όταν πήγατε στις Σπέτσες;


    «Ξαφνικά εκεί κάποιος με συνέκρινε με τον Τζέιμς Τζόις, τον πιο διάσημο άγγλο μυθιστοριογράφο. Καταλαβαίνετε πόσο επικίνδυνο είναι να σκεφθεί κάποιος ότι μπορεί να συγκριθεί με τον Τζόις; Γενικά δεν λειτουργώ καθόλου όπως οι άλλοι συγγραφείς οι οποίοι υποθέτουν ­ από μόνοι τους ­ ότι πρέπει να είναι πάρα πολύ σημαντικοί».


    ­ Παρ’ όλα αυτά, είστε ένας από τους πιο σημαντικούς εν ζωή συγγραφείς, πολύ εμπορικός και αρκετά διάσημος.


    «Ακόμη και σήμερα πιστεύω ότι δεν πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο…».


    ­ Δηλαδή, ο κ. Φόουλς που ξέρουμε μέσα από τα βιβλία ίσως να μην είστε εσείς;


    «Πιθανόν…».


    ­ Από τις χιλιάδες ιδέες που υπάρχουν μέσα στο μυαλό σας πώς επιλέγετε αυτήν που θα γίνει τελικώς μυθιστόρημα;


    «Η αλήθεια είναι ότι τώρα πια δεν συμβαίνει να έχω χιλιάδες ιδέες στο μυαλό μου λίγο προτού ξεκινήσω ένα μυθιστόρημα. Παλιά μου έρχονταν πολλές ιδέες. Αλλά για μένα το πρόβλημα που έχουν οι περισσότεροι συγγραφείς λίγο προτού ξεκινήσουν να γράφουν δεν είναι η πληθώρα των ιδεών στο μυαλό τους. Το πρόβλημα είναι η διάθεση όλων να γράψουν κάτι καινούργιο. Πρέπει να ξέρετε ότι μία από τις μεγαλύτερες ματαιοδοξίες των συγγραφέων είναι η πεποίθησή τους κάθε φορά που ξεκινούν να γράψουν να πουν κάτι καινούργιο. Εγώ νομίζω ότι κάθε φορά λέω τα ίδια πράγματα με διαφορετικό τρόπο. Ο τρόπος, η οπτική, κρύβει ίσως κάτι καινούργιο και όχι οι ιδέες. Ολες οι ιδέες είναι παλιές. Ο,τι ανακαλύπτουμε εμείς υπήρχε αλλά δεν το ξέραμε… Το καινούργιο κρύβεται μόνο στη γραφή και πολύ λίγο στη σύλληψη».


    ­ Τα βιβλία που έχετε γράψει υπήρχαν πολύ καιρό προτού τα γράψετε στο μυαλό σας; Ζουν πρώτα στο μυαλό σας και μετά ζωντανεύουν στις λευκές σελίδες;


    «Οχι, όχι. Με τρομοκρατεί οτιδήποτε διαρκεί για καιρό και με βασανίζει. Οταν σκέφτομαι κάτι το κάνω. Εχω μια διάθεση να απαλλαγώ από αυτό που με απασχολεί».


    ­ Ποια είναι η διαφορά μεταξύ ποίησης και μυθιστορήματος;


    «Μ’ αρέσει, ξέρετε, να σκέφτομαι ότι είμαι ποιητής ­ γιατί όντως γράφω ποίηση ­ αλλά υποψιάζομαι ότι λειτουργεί περισσότερο ως ψευδαίσθηση αυτό από την πλευρά μου. Από την άλλη, μ’ αρέσει πολύ να διαβάζω άλλους ποιητές: Ελύτη, Ρίτσο, Καβάφη».


    ­ Τους ποιητές τους έχετε σε μεγαλύτερη εκτίμηση από τους συγγραφείς;


    «Ναι, μου αρέσει πολύ ο τρόπος μου μας βοηθούν να χρησιμοποιούμε τη φαντασία μας. Εγώ, ας πούμε, που δεν ταξιδεύω, μπορώ πολύ εύκολα να βρεθώ στην Ελλάδα ­ χωρίς να σκέφτομαι ότι στον δρόμο πηγαίνοντας για Αθήνα μπορεί να τρακάρουμε. Ξέρετε, είμαι επίσης λιγάκι πεσιμιστής στον τρόπο που βλέπω τα πράγματα και το μέλλον. Ποτέ δεν σκέφτομαι θετικά. Πάντα φαντάζομαι ένα κακό που θα μας βρει αν κάνουμε αυτό ή εκείνο».


    ­ Δεν υπήρξατε ποτέ ποιητής;


    «Οχι. Βέβαια πριν από πολλά χρόνια είχα γράψει ένα βιβλίο με ποιήματα το οποίο εκδόθηκε μόνο στην Ελλάδα και έτσι πολύς κόσμος δεν το γνωρίζει. Προσωπικώς θεωρώ ότι ήταν μια σημαντική στιγμή για μένα αυτή η ποιητική συλλογή».


    ­ Υπάρχει ένας έλληνας μυθιστοριογράφος που θαυμάζετε;


    «Ο Τσίρκας. Τον θαυμάζω πάρα πολύ ως συγγραφέα, παρ’ όλο που εδώ είναι τελείως άγνωστος. Οι Γάλλοι έχουν μεταφράσει κάποια βιβλία του αλλά εδώ δεν υπάρχουν, από ό,τι ξέρω».


    ­ Τι είναι αυτό που μπορεί να κάνει έναν συγγραφέα να γίνει γνωστός σε περισσότερο κόσμο, σε μεγαλύτερο κοινό;


    «Καθαρά θέμα τύχης. (γέλια) Εχω γράψει ένα βιβλίο για τον «Κεραυνό». Για μένα ο κεραυνός που πέφτει πάνω σε κάποιον και τον εξοντώνει είναι καθαρή τύχη. Χωρίς τίποτε να προμηνύει αυτό που θα συμβεί, βλέπεις ένα φως και ξαφνικά έρχονται τα πάνω κάτω».


    ­ Αρα μπορεί και να υπάρχουν μεγάλοι συγγραφείς που δεν θα τους μάθουμε ποτέ;


    «Ετσι νομίζω. Αλλωστε οι πιο σημαντικοί είναι αυτοί που περνούν μια ζωή ως ασήμαντοι. Οσο η σημασία μας δεν εμπορευματοποιείται τόσο δυναμώνει. Οσο και αν γυρίζεις την πλάτη στη δημοσιότητα λερώνεσαι από αυτήν. Οποιος λέει ότι μπορεί να είναι ο ίδιος άνθρωπος και μετά το χτύπημα της φήμης είναι είτε αφελής είτε ύποπτος».


    ­ Υπάρχουν στοιχεία τα οποία ως προσωπικότητα έχετε πάρει από τους γονείς σας;


    «Είχα μια πάρα πολύ καλή μητέρα και ειλικρινά μετανιώνω που δεν έγραψα περισσότερα πράγματα γι’ αυτήν. Αυτή η γυναίκα με επηρέασε ιδεολογικά χωρίς να το καταλάβει. Αυτή η γυναίκα με οδήγησε στον Μαρξ».


    ­ Ποια είναι για σας η διαφορά μεταξύ ενός μαρξιστή και ενός σοσιαλιστή;


    «Στην Αγγλία σήμερα τον όρο «σοσιαλιστής» τον χρησιμοποιούμε πολύ γενικά. Μαρξιστής είναι αυτός που ακολουθεί όσα έχει γράψει ο Μαρξ στα βιβλία του. Εδώ για πολύ καιρό όποιος δήλωνε μαρξιστής έπεφτε πάνω του το ανάθεμα. Δεν ήταν εύκολο πράγμα για κάποιον να δηλώνει οπαδός του Μαρξ».


    ­ Παραμένετε μαρξιστής;


    «Και βέβαια».


    ­ Πώς νιώθει σήμερα ένας μαρξιστής; Πόσο σας επηρέασε η πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού;


    «Είμαι από τους ανθρώπους που ό,τι πιστέψουν το πιστεύουν βαθιά. Μισώ αυτούς που μιλάνε για τον Μαρξ και λένε ότι έχει πεθάνει. Οχι, καθόλου δεν πέθανε. Ισα ίσα που παραμένει ακόμη πολύ ζωντανός, ίσως τώρα πιο ζωντανός από ποτέ. Στενοχωριέμαι πολύ να τα ακούω αυτά τα πράγματα. Δεν πιστεύω ότι ο μαρξισμός θα ξεχαστεί έτσι εύκολα και ας κατέρρευσε ο υπαρκτός σοσιαλισμός. Αλλωστε κατέρρευσε γιατί με τα χρόνια είχε να κάνει όλο και λιγότερο με τον μαρξισμό. Δυστυχώς υπάρχουν και υπήρξαν καλοί και κακοί μαρξιστές».





    ­ Οταν λέτε για κάποιον ότι είναι καλός συγγραφέας ή καλός ποιητής,
    τι εννοείτε;


    «Είναι τόσο περίπλοκο πράγμα να είναι κάποιος καλός ποιητής. Πρέπει να μπορείς να βλέπεις και να υπολογίζεις σωστά. Για μένα αυτό είναι ένα σκέτο μυστήριο. Ο καλός ποιητής είναι ο τρίτος άνθρωπος ανάμεσά μας… Ενα άλλο μάτι που φωτίζει το σκοτάδι αλλά παραμένει μυστήριο πώς καταφέρνει να το φωτίζει. Ο Γκράχαμ Γκριν, π.χ., έβλεπε για όλους. Εβλεπε εν ονόματί μας τα πράγματα και τις καταστάσεις. Γι’ αυτό άλλωστε έγινε τόσο διάσημος. Το να είσαι αποδεκτός σημαίνει ότι προσφέρεις μια κοινή όραση των πραγμάτων. Ο συγγραφέας, ο καλός συγγραφέας, είναι σημείο συνάντησης για όλους όσοι αναζητούν την αλήθεια».


    ­ Αλήθεια η λογοτεχνία πώς βοηθάει τον άνθρωπο;


    «Τον μαθαίνει να σκέφτεται».


    ­ Αν οι άνθρωποι μαθαίνουν να σκέφτονται, γιατί επαναλαμβάνουν τα ίδια λάθη; Πού το αποδίδετε αυτό;


    «Νομίζω ότι είναι απλό: οι άνθρωποι είναι θεότρελοι, γι’ αυτό είναι πολύ δύσκολο για κάποιον να μπορέσει να τους διδάξει. Το ξέρω από προσωπική εμπειρία. Επειδή για κάποια χρόνια υπήρξα δάσκαλος σε ένα κολέγιο στο Λονδίνο, ξέρω ότι δεν είναι εύκολο πράγμα να διδάξεις τον άνθρωπο».


    ­ Μήπως τελικά ορισμένα πράγματα που θεωρούμε λάθη στην πραγματικότητα δεν είναι λάθη αλλά η ίδια η φύση των ανθρώπων;


    «Εχω προσπαθήσει πολλές φορές να το δω κι έτσι. Να πω, δηλαδή, ότι οι άνθρωποι έτσι είναι και δεν αλλάζουν, ότι είναι δύσκολο να ξεπεράσουν τη φύση τους. Δεν πιστεύω ωστόσο ότι αυτό είναι δικαιολογία για να συγχωρούμε τους πάντες. Πώς μπορεί η ανθρωπότητα να συγχωρήσει τον Χίτλερ, τον Πινοσέτ ή τους απανταχού δικτάτορες που την έχουν ταλαιπωρήσει κατά καιρούς;».


    ­ Τους ακολούθησε το πλήθος όμως… Βρήκαν υποστηρικτές και έκαναν ό,τι έκαναν…


    «Πάλι το ίδιο θα σας πω που σας είπα και πριν. Οι άνθρωποι είναι τρελοί, δεν ξέρουν τι τους γίνεται. Δυστυχώς δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε για τη βλακεία που κουβαλάει το ανθρώπινο είδος. Μάλλον θα έπρεπε να υποθέσουμε ότι οι άνθρωποι ως ένα σημείο αποζητούν τον έλεγχο και την τυραννία ­ αλλιώς δεν εξηγείται. ‘Η για μία ακόμη φορά να αποδεχθούμε ότι είναι στη φύση μας να λειτουργούμε σαν κοπάδι. Ενα πρόβατο να ξεφύγει θα το ακολουθήσουν και όλα τα υπόλοιπα».


    ­ Είναι αυτό που λέει ο Κανέτι στο «Μάζα και εξουσία».


    «Τον είχα γνωρίσει τον Κανέτι. Ψωνίζαμε από το ίδιο βιβλιοπωλείο. Δεν ήξερα ποιος ήταν, έβλεπα ένα γεροντάκι με γκρίζα μαλλιά και κάποια στιγμή ρώτησα τον βιβλιοπώλη και μου είπε ότι είναι ένας διάσημος συγγραφέας».


    ­ Είναι από τους ανθρώπους που πολύ θα ήθελα να έχω γνωρίσει, να έχω μιλήσει μαζί του.


    «Εγώ μια φορά έτυχε και του μίλησα. Γενικά πιστεύω ότι οι συγγραφείς είναι άνθρωποι που πρέπει να τους αφήνει κανείς στην ησυχία τους. Καλύτερα να τους διαβάζουμε παρά να τους συναντάμε. Αν ήταν οι συγγραφείς καλοί στις συναντήσεις με τον κόσμο, τότε γιατί να γράφουν; Θα γίνονταν πολιτικοί».


    ­ Η μοναξιά βοηθάει τον άνθρωπο να τα βάλει με τη φύση του και συχνά να την ξεπεράσει;


    «Πέσατε στην περίπτωση, κύριε Λάλα. Αυτό ακριβώς είμαι εγώ. Μου αρέσει πολύ η μοναξιά. Γι’ αυτό αγαπώ τη φύση. Μόνος μέσα στη φύση νιώθω ασφαλής. Μόνο μέσα στη φύση ξεπερνώ την ανθρώπινη φύση που είναι η ανασφάλεια».


    ­ Γιατί;


    «Μου αρέσει που υπάρχει ένας άλλος κόσμος μέσα στον οποίο μπορώ να μπω χωρίς να χρειάζεται να υποδυθώ κανέναν ρόλο. Μέσα στη φύση αναγκάζομαι να είμαι και να μην υποδύομαι».


    ­ Αφού οι άνθρωποι μπορούν να ζήσουν μόνοι τους, γιατί επιλέγουν να ζήσουν με παρέα;


    «Νομίζω ότι συχνά ο λόγος έχει σχέση με την ερωτική τους επιθυμία. Κατά διαστήματα θέλουν να μοιράζονται την ύπαρξή τους με κάποιον άλλον. Γενικά όμως πιστεύω ότι γεννηθήκαμε για να είμαστε μόνοι. Η παρέα είναι φρούτο του πολιτισμού. Οσο πιο πολιτισμένοι νιώθουμε τόσο πιο πολλή ανάγκη έχουμε την παρέα των άλλων. Ο πολιτισμός είναι κάτι έξω από τη φύση του ανθρώπου. Ο πολιτισμός είναι που θέτει τα μεγάλα ερωτήματα που μας κάνουν όλους ανασφαλείς. Μακάριοι όλοι αυτοί που μπορούν να ζουν χωρίς να τους απασχολεί τι θα γίνει αύριο. Δεν υπάρχει, όπως σας είπα, αύριο. Δεν υπάρχει χρόνος. Τη μεγαλύτερη ασφάλεια που μπορώ να νιώσω ως άνθρωπος τη νιώθω στη φύση, δίπλα στα φυτά ή κάνοντας παρέα με τα πουλιά. Τα συμπαθώ πολύ τα πουλιά, ξέρετε. Τα αγαπώ γιατί δεν ρωτούν, επομένως δεν μαθαίνουν. Μια ζωή χωρίς ερωτήματα είναι μια ζωή εκτός χρόνου».


    ­ Για σας η κοινωνία δημιουργεί στον άνθρωπο μια ψευδαίσθηση ασφάλειας; Γι’ αυτό είμαστε κοινωνικοί;


    «Κατά κάποιον τρόπο, ναι. Εγώ εκείνο που έχω να πω είναι ότι η κοινωνία μάς υποβάλλει συνεχώς σε μια διαδικασία πλύσης εγκεφάλου. Προσπαθεί να μας κάνει όλους να σκεφτόμαστε με τον ίδιο τρόπο, με τον τρόπο που σκέφτεται εκείνη ως σύνολο. Γι’ αυτό και υπερασπίζομαι τόσο έντονα τη μοναξιά μου. Οσο πιο μόνος είμαι τόσο πιο ελεύθερα σκέφτομαι».


    ­ Οταν γράφετε θέλετε να οδηγήσετε κάπου τους αναγνώστες;


    «Ευτυχώς, για το καλό το δικό τους δεν τους σκέφτομαι όταν γράφω και δεν προσπαθώ να τους οδηγήσω κάπου. (γέλια) Το μόνο που σκέφτομαι όταν γράφω είναι το καλό των ανθρώπων, τίποτε άλλο».


    ­ Πάντως και οι άνθρωποι της εξουσίας το ίδιο υποστηρίζουν ότι σκέφτονται όταν δρουν πολιτικά. Σκέφτονται και δρουν για το καλό των ανθρώπων, λένε.


    «Το ξέρω, κύριε Λάλα. Λέτε να μην έχω υπόψη μου για ποιον λόγο κάνουν ό,τι κάνουν οι άνθρωποι της εξουσίας;».


    ­ Ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στη δύναμη που έχει ένας συγγραφέας και σε αυτήν που έχει ένας άνθρωπος της εξουσίας;


    «Προτού σας απαντήσω, κύριε Λάλα, θα ήθελα να σας πω ότι η κουβέντα μας μου θυμίζει λιγάκι κρίκετ. Κάθε φορά που μου κάνετε μια ερώτηση είναι σαν να μου πετάτε την μπάλα και πρέπει εγώ να τρέξω να την πιάσω. Είμαι ηλικιωμένος άνθρωπος και δεν είμαι και για πολλά τρεχαλητά. Ας πάρουμε μια ανάσα λοιπόν».


    ­ Οταν τρώγαμε διαπίστωσα ότι πίνετε. Πίνετε πολύ;


    «Πίνω περίπου ένα μπουκάλι κρασί την ημέρα και μπορεί να πιω και καμιά μπίρα. Στην Ελλάδα υπάρχει ένα μέρος που βγάζει πολύ ωραίο κρασί, η Μονεμβασιά. Μου άρεσε πάρα πολύ. Αλλά είναι πολύ ακριβά τα κρασιά στην Αγγλία».


    ­ Ναι, αλλά τώρα έχετε λεφτά, έτσι δεν είναι; Ας είναι καλά τα βιβλία. (γέλια)


    «Μη φανταστείτε ότι έχω πολλά. Εχω απλώς κάποια χρήματα που μου επιτρέπουν να ζω άνετα. Αυτό το λάθος, ξέρετε, συνηθίζουν να το κάνουν πολλοί συγγραφείς. Βγάζουν ένα βιβλίο το οποίο έχει επιτυχία και τους αποφέρει κάποια χρήματα και από εκεί και πέρα θεωρούν ότι κάθε φορά που εκδίδουν ένα νέο βιβλίο θα πρέπει να βγάζουν όλο και περισσότερα. Αυτό όμως είναι ο θάνατος του συγγραφέα. Αν τελικώς δεν βγάλουν όσα στο προηγούμενο μελαγχολούν. Χωρίς να το καταλάβουν, η επιτυχία αυτού που γράφουν αρχίζει να καθορίζεται από τον τραπεζικό λογαριασμό τους».


    ­ Πιστεύετε ότι γεννιέται κάποιος συγγραφέας;


    «Για μένα ξέρετε πού κρύβεται η απάντηση σε αυτή την ερώτηση; Σε μία ελληνική λέξη, τη λέξη «κεραυνός», που σημαίνει ότι τα πάντα εναποτίθενται στην απόλυτη μοίρα με την έννοια του απολύτως τυχαίου. Προσωπικά πιστεύω πάρα πολύ σε αυτό».


    ­ Στο ταλέντο πιστεύετε;


    «Επειδή τώρα μιλάμε για το πώς μπορεί κάποιος να γίνει συγγραφέας, σίγουρα από εκεί ξεκινάει, από το ταλέντο. Η διαδρομή που θα κάνει από εκεί κι έπειτα νομίζω πως δεν είναι ό,τι πιο εύκολο. Αν θέλετε τη γνώμη μου, σ’ εμένα τουλάχιστον φαντάζει αδύνατον το να γίνει κάποιος μεγάλος συγγραφέας στηριζόμενος στο ταλέντο του. Το καλύτερο που έχει να κάνει είναι να εμπιστευθεί την τύχη του κεραυνού. Ο κεραυνός είναι οδηγός στη ζωή».


    ­ Εσείς υπήρξε μια στιγμή που νιώσατε το φως του κεραυνού να σας δείχνει τον δρόμο;


    «Ολη μου τη ζωή τον δρόμο που μου έδειχνε αυτό το φως πορεύτηκα. Και δεν είναι τίποτε παρά η έμπνευση μιας στιγμής που κάνει το μυαλό σου να κατεβάσει μια ενδιαφέρουσα ιδέα. Από εκεί και πέρα νιώθεις ότι αυτή την ιδέα μπορείς να την αναπτύξεις».


    ­ Πιστεύετε στην έμπνευση; Υπάρχει η έμπνευση;


    «Μα, σας λέω, κατά κάποιον τρόπο αυτό είναι ο κεραυνός, η έμπνευση. Απλώς η έμπνευση δεν είναι το μόνο πράγμα που απορρέει από τη λάμψη του κεραυνού. Μπορεί τα αποτελέσματα του κεραυνού να είναι πάρα πολύ δυσάρεστα ή αρνητικά. Γιατί, π.χ., έχω ασφαλίσει το σπίτι μου; Επειδή υπάρχει ο κεραυνός και τον φοβάμαι. Γιατί τόσοι άνθρωποι πάνω στη γη είναι δυστυχισμένοι; Γιατί έγιναν οι σεισμοί στην Τουρκία; Είναι η μοίρα, ο κεραυνός, η λάμψη μιας στιγμής που κάνει τα πράγματα να συμβούν έτσι και όχι αλλιώς».


    ­ Για σας, δηλαδή, η επιλογή είναι δευτερεύον πράγμα στη ζωή;


    «Ναι. Για μένα η πορεία στη ζωή είναι θέμα απόλυτης τύχης. Θαυμάζω, ξέρετε, πολύ τον Ηράκλειτο και γνωρίζω ότι έχει πει και αυτός δύο-τρία πράγματα πάνω σε αυτό. Το βασικό σε σχέση με τον κεραυνό είναι ότι τίποτε δεν μπορεί να προβλεφθεί, τα πάντα μοιάζουν μυστηριώδη και ανεξήγητα».


    ­ Οταν προσπαθεί κάποιος να ανακαλύψει το ανεξήγητο και το μυστηριώδες της ζωής δεν είναι σαν να κλείνει μια συνάντηση με τον Θεό;


    «Δεν πιστεύω ότι είναι εφικτό για κάποιον να κατακτήσει το μυστήριο, να εξηγήσει τα πάντα. Ο κόσμος, η ζωή, είναι πολύ περισσότερο ανεξήγητο παρά εξηγήσεις. Οποιος προσπαθήσει να εξηγήσει το φαινόμενο της ζωής είναι σίγουρα τρελός».


    ­ Ο Θεός πιστεύετε ότι υπάρχει ή είναι επινόηση των ανθρώπων;


    «Εγώ, σας είπα, είμαι άθεος. Για μένα ο Θεός είναι επινόηση, κατασκεύασμα».


    ­ Και πώς εξηγείτε ότι οι άνθρωποι πιστεύουν σε ένα κατασκεύασμα;


    «Μυστήριο… Γιατί τα πρόβατα ακολουθούν το ένα το άλλο;».


    ­ Σας απασχολεί το ότι η περιπέτεια της ζωής ­ κάθε ζωής, ακόμη και αυτής που υπάρχει μέσα σε ένα βιβλίο ­ έχει πάντα ένα τέλος;


    «Οχι, καθόλου. Είναι κάτι που το έχω αποδεχθεί. Ολοι μια μέρα θα πεθάνουμε. Και εσείς και εγώ».


    ­ Η αναπόφευκτη ύπαρξη του τέλους είναι που δίνει αξία σε όλη αυτή την περιπέτεια της ζωής;


    «Η στιγμή του τέλους είναι η στιγμή της αποθέωσης… Η ύψιστη στιγμή είναι το χάσιμο του ανθρώπου στην ανυπαρξία».


    ­ Το ίδιο συμβαίνει και με το τέλος ενός βιβλίου;


    «Το ελπίζω».


    ­ Τελικά έχετε καταλάβει τι είναι αυτό για το οποίο αξίζει να ζούμε;


    «Για να συνειδητοποιήσουμε ένα-δυο μυστήρια της ζωής. Για μένα ξέρετε τι είναι αυτό που παραμένει μυστήριο; Το γεγονός ότι και εσείς και εγώ έχουμε συνείδηση για το πώς πρέπει να λειτουργούμε και να συμπεριφερόμαστε και παρ’ όλα αυτά δεν το κάνουμε. Αρα αν υπάρχει κάτι που είναι σημαντικό και αξίζει τον κόπο να το προσπαθήσουμε στη ζωή μας είναι το να γίνουμε πιο ηθικοί. Και ο χριστιανισμός και ο μαρξισμός αυτό προσπάθησαν να δείξουν στον κόσμο. Οι περισσότεροι άνθρωποι όμως δυστυχώς δεν δίνουν δεκάρα για την ηθική έτσι και αλλιώς. Γι’ αυτό σας λέω, μυστήριο πράγμα η ανθρώπινη συνείδηση».


    ­ Τι χάνει ένας άνθρωπος όταν ενηλικιώνεται;


    «Τις δυνατότητες που του δίνει το σώμα του. Ακόμη και όταν το μυαλό δεν έχει χάσει τίποτε από την ακμή του, έρχονται τα αρθριτικά και σου δείχνουν ότι δεν είσαι πια ο ίδιος. Τα γηρατειά, κύριε Λάλα, είναι ένα πράγμα που δεν θα το συνιστούσα σε κανέναν άνθρωπο».


    ­ Γιατί όλα τα μεγάλα μυθιστορήματα έχουν γραφτεί από συγγραφείς που ήταν από 40 χρόνων και πάνω ενώ όλοι οι μεγάλοι ποιητές έγραψαν τα καλύτερα έργα τους όταν ήταν 20 χρόνων;


    «Αν κρίνω από τους άγγλους ποιητές, οι περισσότεροι όντως έγραψαν τα έργα τους σε νεαρές ηλικίες, μηδέ εξαιρουμένου του Σαίξπηρ, ο οποίος επίσης ξεκίνησε αρκετά νέος. Για μένα η κορυφαία των τεχνών είναι η τέχνη του μυθιστορήματος, η ικανότητα να φτιάχνεις ιστορίες και να τις αφηγείσαι. Η ποίηση όμως δεν έχει να κάνει με αυτό. Η ποίηση έχει να κάνει με τη στιγμή. Η ποίηση δεν αφηγείται, αποκαλύπτει… Τραβάει το σεντόνι από το άγαλμα. Αυτό μπορείς να το κάνεις και παιδί. Το σεντόνι εύκολα το τραβάς. Το μυθιστόρημα θέλει δουλειά και άσκηση. Τα μυθιστορήματα γράφονται πρώτα με το σώμα και στη συνέχεια με το μυαλό και την ψυχή. Γι’ αυτό και νομίζω ότι στο μυαλό των περισσότερων συγγραφέων ο κεραυνός στέλνει τη λάμψη του όταν βρίσκονται γύρω στην ηλικία των 30».


    ­ Πιστεύετε ότι η υπερπληροφόρηση είναι ένα είδος τύφλωσης;


    «Αυτός είναι ένας κίνδυνος υπαρκτός και ορατός όλες τις εποχές, όχι ειδικώς στις ημέρες μας. Συχνά επίσης πιστεύουμε ότι επειδή κατέχουμε την πληροφορία τα ξέρουμε όλα. Στην ουσία δεν ξέρουμε τίποτε. Αυτό είναι σίγουρα μια μορφή τύφλωσης».


    ­ Πώς εξηγείτε το γεγονός ότι το μόνο πράγμα που ενδιαφέρει σήμερα τους ανθρώπους είναι το πώς θα γίνουν γνωστοί και πώς θα κερδίσουν χρήματα;


    «Αυτό το κυνήγι της φήμης και του χρήματος που λέτε είναι κάτι το οποίο προσωπικά απεχθάνομαι».


    ­ Εσείς έχετε πιάσει ποτέ τον εαυτό σας να γράφει για να κερδίσει χρήματα;


    «Μπα, δεν θα το έλεγα».


    ­ Η επιτυχία έχει κόστος; Και η αποτυχία έχει κάποιο κέρδος;


    «Σίγουρα. Για μένα η επιτυχία είναι ο διάβολος προσωποποιημένος. Είναι μια πάθηση η επιτυχία που σου κόβει τα πόδια και τα χέρια. Η αποτυχία είναι η συνείδηση ότι σημασία έχει ο αγώνας και όχι η νίκη. Η νίκη στην πραγματικότητα είναι η κυριότερη ήττα της ζωής μας. Δεν λέω ότι δεν επιδιώκουμε τη νίκη αλλά κυνηγώντας την αποθέωση γνωρίζουμε τη συντριβή σχεδόν πάντα».


    ­ Πώς νιώσατε όταν κάποια στιγμή γίνατε της μόδας;


    «Προσπάθησα να μην παρασυρθώ. Επέστρεψα στη φύση».


    ­ Τελικά τι γίνεται μόδα; Εχετε καταλάβει;


    «Για μένα καθετί που γίνεται μόδα τελικά δεν έχει και τόσο μεγάλη αξία, είναι ήδη πεθαμένο. Μόνο πτώματα έρχονται στη μόδα. Ο,τι γεννιέται και ζει δεν μπορεί να γίνει της μόδας».


    ­ Οταν σας ρώτησα αν πίνετε, ήθελα επίσης να σας ρωτήσω αν έχετε κάνει ποτέ κανένα μεγάλο μεθύσι.


    «Παλιά στην Οξφόρδη. Αξέχαστο μεθύσι».


    ­ Θα μπορούσε ένας άνθρωπος ο οποίος θα περνούσε όλη τη ζωή του μέσα σε ένα δωμάτιο να γράψει πράγματα που θα αφορούσαν όλον τον κόσμο;


    «Δεν νομίζω ότι θα μπορούσε να συμβεί εύκολα αλλά όχι ότι είναι και απίθανο».


    ­ Εσείς πώς διαλέξατε αυτό το μέρος για να μείνετε;


    «Για έναν πολύ απλό λόγο: όταν το αγόρασα ήταν πολύ φθηνό. (γέλια) Πριν ανήκε σε μια γυναίκα η οποία είχε γίνει διάσημη ως σχεδιάστρια πλοίων».


    ­ Αλλάζει ένα βιβλίο όταν μεταφέρεται στον κινηματογράφο;


    «Εγώ δεν θα έλεγα ότι αλλάζει· θα έλεγα ότι συνήθως του αλλάζουν τα φώτα». (γέλια)


    ­ Σας ευχαριστώ που με δεχθήκατε.


    «Και εγώ σας ευχαριστώ που κάνατε τον κόπο να φέρετε λίγη Ελλάδα ως εδώ… Αγάπησα την Ελλάδα όσο τίποτε άλλο στη ζωή μου. Σας ευχαριστώ».


    Ο Τζον Φόουλς


    ουδέποτε υπήρξε «τουρίστας» στην Ελλάδα. Ηταν κάτι περισσότερο από μόνιμος επισκέπτης ή περιηγητής. Είδε την Ελλάδα με τον τρόπο που μόνο ένας Μισέλ Ντεόν και ένας Ζακ Λακαριέρ το έκαναν τον 20ό αιώνα. Μπήκε μέσα στο ελληνικό πνεύμα, γεύτηκε τη ρετσίνα μαζί με την αρμύρα της θάλασσας των Σπετσών, απέκτησε φίλους που τον περιτριγυρίζουν κάθε φορά που αποφασίζει να έρθει στα γνώριμα εδάφη. Πρώτος σταθμός του στην Ελλάδα, στις αρχές της δεκαετίας του ’50. Ηρθε για να διδάξει στην Αναργύρειο Σχολή των Σπετσών έχοντας τελειώσει τις σπουδές του στην Οξφόρδη. Στις αποσκευές του κουβαλούσε τα πονήματα του Καμύ και του Σαρτρ που έθεσαν και τις ιδεολογικές βάσεις του νεαρού τότε στοχαστή (γενν. 1926). Εμεινε στις Σπέτσες μόλις δύο χρόνια. Μικρό διάστημα αλλά ικανό ώστε να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για μια σχέση σχεδόν ερωτική με τον τόπο που έμελλε να παίξει τον ρόλο σκηνικού για το κορυφαίο μυθιστόρημά του. Γιατί μπορεί να είναι «Η ερωμένη του γάλλου υπολοχαγού» το γνωστότερο βιβλίο του, είναι όμως «Ο Μάγος», που διαδραματίζεται στην Ελλάδα, το κορυφαίο από τα επτά μυθιστορήματα που έχει εκδώσει.


    Στα ελληνικά κυκλοφορούν τα βιβλία του:


    Η εξορία του συγγραφέα / Μια συνέντευξη (εκδόσεις Εστία)


    Εβένινος πύργος (εκδόσεις Εστία)


    Ο Μάγος (εκδόσεις Εστία)


    Η ελληνική εμπειρία (εκδόσεις Ολκός)


    Ο συλλέκτης (εκδόσεις Εστία)


    Η γυναίκα του γάλλου υπολοχαγού (εκδόσεις Bell).

    Πολιτισμός
    Σίβυλλα
    • Έντυπη έκδοση Η άνοιξη στους Δολομίτες… Το δαχτυλίδι με το ογκώδες ροζ διαμάντι του Martin Katz έστελνε χιλιάδες εκθαμβωτικές αντανακλάσεις μέσα από την ειδική, υπερσύγχρονη... ΣΙΒΥΛΛΑ
    Helios Kiosk