Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Οταν ο Εδουάρδος Η’ παραιτήθηκε από τον θρόνο της Μεγάλης Βρετανίας εξαιτίας του έρωτά του προς την κυρία Σίμσον, η κυρία Αλις Κέπελ παρατήρησε: «Αυτά τα πράγματα γίνονταν καλύτερα στις ημέρες μου». Και ομιλούσε μετά λόγου γνώσεως. Διότι η κυρία Κέπελ υπήρξε η μακροβιότερη ευνοουμένη του Εδουάρδου Ζ’ (του επονομαζομένου «Εδουάρδος ο θωπευτής»), διαφυλάσσοντας, παραλλήλως, στο ακέραιο την ευταξία του γάμου της. Οπως μας πληροφορεί η προσφάτως εκδοθείσα βιογραφία της, ουδέποτε διεζεύχθη ή έστω διεπληκτίσθη με τον σύζυγό της. Και ενώ η κυρία Κέπελ απελάμβανε του γέρατος της βασιλικής ευνοίας, ο κ. Κέπελ επωφελείτο κατά κόρον του κέρατος της Αμάλθειας, το οποίον έβριθε χρημάτων και επιρροής.


Για τους αγνοούντας τα ενδότερα του βρετανικού βασιλικού οίκου, η κυρία Κέπελ είναι γιαγιά της κυρίας Καμίλας Πάρκερ Μπόουλς, ευνοουμένης του πρίγκιπα Καρόλου. Και αν μετά θάνατον κινείται μεταξύ αιωνιότητος και γήινης πεζότητος με όσην άνεση εκινείτο εν ζωή μεταξύ εγγάμου και εξωγάμου βίου, θα έχει την ευκαιρίαν να διαπιστώσει με φρίκη ότι ακόμη και οι ακρότητες της περιόδου της κυρίας Σίμσον ωχριούν μπροστά στη σημερινή πραγματικότητα, αφού ουδέποτε άλλοτε ο ιδιωτικός βίος των δημοσίων προσώπων υπήρξε τόσο εκτεθειμένος στις ψυχαγωγικές ορέξεις του μεγάλου κοινού.


Επί παραδείγματι, και σταχυολογώντας μόνο από την ειδησεογραφία των τελευταίων εβδομάδων, γνωρίζουμε ότι η λαίδη Νταϊάνα διευθέτησε την υπόθεση του διαζυγίου της αντί του ποσού των 15 εκατ. στερλινών. Οτι η Σάρα, δούκισσα του Γιορκ, άρχισε ήδη να εργάζεται ως μοντέλο. Οτι ο κ. Γκάρι Ολντριτς, που είχε εργαστεί ως υπάλληλος του FBI στον Λευκό Οίκο, εξέδωσε βιβλίο, στο οποίο περιγράφει τις νυχτερινές αποδράσεις του έχοντος ροπή στις εφήμερες περιπέτειες προέδρου Κλίντον. Οτι το μπεστ σέλερ «Primary Colors» που φωτογραφίζει, χωρίς να κατονομάζει, τις ατασθαλίες της προεκλογικής εκστρατείας του 1992 πρόκειται να γυριστεί ταινία με τον Τομ Χανκς στον ρόλο του αμερικανού προέδρου και την Εμα Τόμσον στον ρόλο της κυρίας Χίλαρι Κλίντον. Οτι στη Γαλλία η διπλή οικογενειακή ζωή του προέδρου Μιτεράν ασφαλώς προωθεί τις πωλήσεις βιβλίων γύρω από τη ζωή του.


Βεβαίως η ενασχόληση με τις γραφικές λεπτομέρειες της ζωής των δημοσίων προσώπων δεν έχει τίποτε το καινοφανές. Η «οπτική της κλειδαρότρυπας» έχει διατηρήσει μια σταθερή γοητεία μέσα στους αιώνες, αντισταθμίζοντας με τόνους οικειότητας το βάρος μιας περισσότερο ή λιγότερο απρόσωπης εξουσίας. Αλλωστε θα μπορούσε να διατυπωθεί και η θεωρία της αντιπροσωπευτικότητας στην απόλαυση: οι υπήκοοι που παρακολουθούσαν τον Λουδοβίκο ΙΔ’ να τρώει ή οι πολίτες που ενημερώνονται για τα εξωσυζυγικά κλέη του κομματικού αρχηγού φαίνεται ότι δοκιμάζουν ένα είδος τηλεευφραντικών συναισθημάτων.


Ωστόσο θα μπορούσε κανένας να παρατηρήσει ότι στην εποχή μας η «μικρή ιστορία» των «προβεβλημένων προσώπων» απασχολεί τους ανθρώπους με μια πρωτόγνωρη έμφαση. Και πιθανότατα τούτο οφείλεται στο γεγονός ότι η συγκεκριμένη μορφή κοινωνικότητας που ονομάζεται «κουτσομπολιό» έχει σημαντικά διαφοροποιηθεί. Η ανάγκη για διαφυγή και ψυχαγωγία ενυπάρχει σε όλους τους ανθρώπους. Και σε αυτή την ανάγκη αντιστοιχεί η λειτουργία του ανάλαφρου σχολιασμού, της παιγνιώδους τιποτολογίας και της άσφαιρης κακότητας. Το κουτσομπολιό είναι σαν τους πίδακες: η στατική καθημερινότητα εκτινασσόμενη με τη δυναμική του ευφυολογήματος γίνεται κελάρυσμα παραμυθίας. Με τις σύγχρονες όμως συνθήκες ζωής οι άνθρωποι έχουν αποκοπεί από τους κοινωνικούς χώρους που παλαιότερα ήταν δεδομένοι και αυτονόητοι: η γειτονιά έχει εξαφανιστεί, οι παρέες έχουν αραιώσει, η δουλειά γίνεται όλο και περισσότερο απρόσωπη και μηχανική. Οι τηλεπαρουσιαστές δημιουργούν εντονότερα αντανακλαστικά οικειότητας από τους ενοίκους του διπλανού διαμερίσματος. Ετσι το κουτσομπολιό έχει χάσει πολύ από τον φυσικό του χώρο. Τα τηλεοπτικά σίριαλ που εκτυλίσσονται στο πλαίσιο ενός μικρού κοινωνικού κυττάρου (γειτονιά, πολυκατοικία, κατάστημα) αυτή ακριβώς τη χαμένη λειτουργία προσπαθούν να αναπληρώσουν.


Ετσι οι άνθρωποι, χωρίς την αναγκαία εκτόνωση που προκύπτει από τον σχολιασμό του αμέσου κοινωνικού τους περιγύρου, διοχετεύουν τις ψυχαγωγικές τους ανάγκες στον χώρο όπου κατοικούν οι λεγόμενοι «επώνυμοι». Εκεί συνυπάρχουν πολιτικοί με θεσμικές αρμοδιότητες και άτυπες ελίτ, κοινώς «βεντέτες». Η συνύπαρξη βέβαια κατά κανόνα δεν αποβαίνει επωφελής, αφού οι πολιτικοί συχνά βεντετίζουν ακόμψως και οι βεντέτες πολιτικολογούν αδοκίμως. Οι μοναχικοί πάντως άνθρωποι του σήμερα συνεχώς πυκνώνουν τις τάξεις των αναγνωστών και των ακροατών που διψούν για λεπτομέρειες των ιδιωτικών βίων των «επωνύμων».


Υπάρχει όμως και μια άλλη παράμετρος που παρέχει εξηγήσεις για την παραπολιτική διάσταση του δημοσίου βίου. Ο περισπασμός μιας χαβαλώδους ψυχαγωγίας απομακρύνει το κοινό από την ουσιαστική ενατένιση των καταστάσεων, ναρκώνει τις αντιδράσεις και του υποβάλλει ένα είδος μιθριδατισμού στο άνομο και στο απαράδεκτο, εθίζοντας στις άκαπνες εξεγέρσεις.


Ο Μακιαβέλι σήμερα μάλλον θα συνιστούσε στον πρόεδρο Κλίντον να έχει περισσότερες και εμφανέστερες συναντήσεις με τη Σάρον Στόουν και κατά πάσα πιθανότητα θα συμβούλευε την έμπειρο και μονίμως έμπιλο βασίλισσα Ελισάβετ να φοράει ακόμη πιο γραφικά καπέλα και να εξωθεί την Νταϊάνα σε συχνότερες τηλεοπτικές εξομολογήσεις. Προς επίρρωσιν ο ημέτερος Καραγκιόζης θα επαναλάμβανε την κλασική ρήση: «Αστους. Θα βρίσουν, θα ιδρώσουν, θα αρρωστήσουν, θα πεθάνουν».