Η αυτοκρατορία βάλλεται από παντού. Και ο Γουόλτ (στην ειδικών προδιαγραφών «κατάψυξη» προσωπικοτήτων που φιλοξενείται μετά θάνατον, εκεί κάπου στη Νεβάδα) μοιάζει συνοφρυωμένος. Γιατί οι Αλλοι (η Dreamworks SKG, η Fox και η Warner) έχουν αρπάξει τους παγοκόφτες και τσούκου, τσούκου, τσούκου, αγωνίζονται να συνθλίψουν το άσπρο διάφανο κέλυφος. Αυτό που συντηρεί εδώ και 75 χρόνια την τυχερή δεκάρα του θείου Σκρουτζ. Τα μυρμήγκια της Walt Disney Co. πήραν θέσεις για την αντεπίθεση. Πριν από πέντε χρόνια στα φρεσκοβαμμένα στούντιο της εταιρείας στη Φλόριδα άρχισε να οικοδομείται η «Μουλάν». Ενας πανάρχαιος κινέζικος μύθος επιστρατεύθηκε για να αντιμετωπίσει τα απανωτά χτυπήματα του εχθρού («Αναστασία» της Fox, «Το μαγικό σπαθί: Αναζητώντας τον Κάμελοτ» της Warner, «Ο πρίγκιπας της Αιγύπτου» και «Αντζ» της Dreamworks).
Η καινούργια ηρωίδα ξεφεύγει από τα συνήθη Ντίσνεϊ στερεότυπα. Αποφασίζει να μεταμφιεσθεί σε άνδρα για να πάρει τη θέση του ηλικιωμένου πατέρα της στον πόλεμο εναντίον των ούννων εισβολέων. Μεγάλη η πρόκληση για τους animators των στούντιο αλλά και για τους Μεγάλους Ποντικούς εκεί στο αρχηγείο. Η Ασία είναι ακόμη μια «παρθένα» αγορά για τα δυτικά καρτούν.
Και η «Μουλάν» έχει το προνόμιο να μην απευθύνεται μόνο στα παιδιά αλλά κυρίως στους… νιόμπαρκους ακόμη ενηλίκους (18-25 ετών). Παρά τις απαισιόδοξες προβλέψεις η σχιστομάτα ηρωίδα γέμισε το αμερικανικό box office (μέχρι στιγμής, με 120 εκατ. δολάρια). Και συνεχίζει την επέκτασή της στον υπόλοιπο κόσμο. Στην Ελλάδα αφικνείται την Παρασκευή. Οπως πάντα, λίγο προτού αρχίσει η χριστουγεννιάτικη περίοδος.
Μια βόλτα στο Αμστερνταμ μας έφερε κοντά στους συντελεστές της νέας υπερπαραγωγής καρτούν. Ο Ρόι Ντίσνεϊ, ανιψιός του Γουόλτ και «πρωτοπαλίκαρο» του Μάικλ Αϊσνερ, προέδρου σήμερα της εταιρείας, μίλησε για το παρελθόν και για το μέλλον (προσοχή! ο «Ταρζάν» ετοιμάζεται). Και δίπλα του ο παραγωγός και οι σκηνοθέτες της «Μουλάν», δύο επικεφαλής animators, o καλλιτεχνικός διευθυντής, ο συνθέτης και ο στιχουργός της ταινίας, όλοι δέχθηκαν να αποκαλύψουν κάποια από τα μαγικά συστατικά της συνταγής. Μιας συνταγής που για να μην ξεχνιόμαστε οφείλει την ύπαρξή της σε ένα… ποντίκι! Ρόι Ντίσνεϊ Ο θείος μου ο Γουόλτ
Φαίνεται πως τα γονίδια των Ντίσνεϊ είναι ιδιαζόντως ισχυρά. Γιατί ο μυστακοφόρος κύριος που βρίσκεται απέναντί μου, εδώ στο Beurs van Beurlage (χρηματιστήριο) του Αμστερνταμ, όπου λαμβάνουν χώρα οι συνεντεύξεις με τους συντελεστές της «Μουλάν», θα μπορούσε άνετα να λέγεται Γουόλτ. Air de famille, βλέπετε! Και όμως δεν είναι παρά ο Ρόι Ε. Ντίσνεϊ, ο ανιψιός του. Γιος του Ρόι Ο. Ντίσνεϊ, που έβαλε και αυτός το χεράκι του για την οικοδόμηση της κολοσσιαίας εταιρείας ψυχαχωγίας του 20ού αιώνα. Μόλις δύο χρόνια μικρότερος από τον Μίκι Μάους (γεννηθείς στις 10 Ιανουαρίου 1930), ο Ρόι τζούνιορ είναι σήμερα αντιπρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της Walt Disney Co., στους κόλπους της οποίας βρέθηκε ήδη από το 1953. Δεν είχε, για κακή (;) του τύχη, ταλέντο στο σχέδιο. Δεν ζωγράφιζε πιτσιρικάς όπου σταθεί και όπου βρεθεί (χρησιμοποιώντας ως υλικά πολλές φορές πίσσα και ξύλα), όπως έκανε στις αρχές του αιώνα ο θείος του. Εχει όμως και αυτός την ίδια αδάμαστη φαντασία που με το κατάλληλο κούρδισμα μπορεί να σκαρφιστεί τα πιο απίθανα αποκυήματα της animation (της τέχνης των κινουμένων σχεδίων).
Το πρώτο σχόλιό του μόλις μας είδε δίπλα του, πέντε ευρωπαίους δημοσιογράφους: «Εχω την αίσθηση ότι πρόκειται για διάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών». Απαντά στις ερωτήσεις με μια ευθύτητα που δεν περιμένεις από ένα υψηλό στέλεχος της μεγαλύτερης βιομηχανίας καρτούν του πλανήτη. Ενας δαιμόνιος μπίζνεσμαν, της παλιάς όμως σχολής (εξ ου και το μουστάκι), ο οποίος σίγουρα δεν θα θέλατε να βρεθεί αντίπαλός σας σε ένα τραπέζι διαπραγματεύσεων. Ξεφεύγει με άνεση από τους όποιους σκοπέλους και λίγο πριν μας αποχαιρετήσει χαμογελά. Με εκείνο το πληθωρικό χαμόγελο του έτερου θείου του, του Σκρουτζ, όταν τα μάτια του γεμίζουν δολάρια!
Πείτε μου, είναι δύσκολο να κουβαλάς στους ώμους σου το επώνυμο «Ντίσνεϊ»;
«Είναι ένα όνομα που μπορεί να γίνει δυσβάστακτο, μόνο όμως αν εσύ ο ίδιος το αφήσεις να γίνει. Ο γιος μου ήταν μόλις εννέα ετών όταν άρχισαν να τον κοροϊδεύουν στο σχολείο. Το ίδιο έκαναν και μ’ εμένα: “Πες μας, πες μας, εσύ πόζαρες για να σχεδιάσουν τον Γκούφι; ” και άλλα παρόμοια. Οταν παραπονιόμουν για όλα αυτά η μητέρα μου μού έλεγε: “Ρόι, να θεωρείς τον εαυτό σου τυχερό που έχεις ένα όνομα που καλείσαι να τιμήσεις και όχι να ντροπιάσεις!”. Στην πορεία ανακάλυψα ότι ήταν μια πραγματικά πολύτιμη συμβουλή. Κάλυψε όλες τις απορίες και τα ερωτήματά μου».
Φαντάζομαι ότι η συμβουλή αυτή έχει την ίδια ισχύ και μέσα στη βιομηχανία της Ντίσνεϊ, όπου για όλους θα είστε πάντα ο ανιψιός του Γουόλτ.
«Κοιτάξτε, για ένα μεγάλο διάστημα είχα απομακρυνθεί εντελώς από την Ντίσνεϊ. Ασχολήθηκα με κάτι τελείως διαφορετικό, τη Shamrock Holdings Inc. (σ.σ.: ιδιοκτήτρια μπόλικων τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών σταθμών), της οποίας είμαι ακόμη πρόεδρος. Και διαπίστωσα ότι και μέσα και έξω από την εταιρεία το όνομα “Ντίσνεϊ” σου ανοίγει πολλές πόρτες. Σημασία όμως έχει τι κάνεις εσύ όταν πια έχεις διαβεί το κατώφλι της εκάστοτε πόρτας. Γιατί τότε δεν υπάρχει κανείς πλέον ή τίποτε που να μπορεί να σε βοηθήσει».
Τα δικά σας παιδιά ανήκουν και αυτά στους συνεχιστές της αυτοκρατορίας;
«Εχω δύο γιους και δύο κόρες. Ολοι τους δούλεψαν για λίγο στην εταιρεία, όταν ήταν μικρότεροι. Τώρα όμως έχουν διασκορπιστεί στα δικά τους πράγματα. Και είμαι απόλυτα σύμφωνος μ’ αυτό. Θέλω να είναι ελεύθεροι να κάνουν αυτό που εκείνοι θέλουν. Δεν θα νιώσω όμως και καμία έκπληξη αν κάποιο από τα αγόρια αποφασίσει κάποια στιγμή να γυρίσει πίσω. Αρκεί να γίνει με δική του πρωτοβουλία».
Τελικά εσείς τι ακριβώς κάνετε σήμερα στην Ντίσνεϊ;
«Λίγο απ’ όλα! Με το τμήμα κινουμένων σχεδίων άρχισα να ανακατεύομαι από το 1984. Είμαι όμως και αντιπρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας, που σημαίνει ότι στη δικαιοδοσία μου βρίσκεται οτιδήποτε έχει να κάνει με το όνομα Ντίσνεϊ».
Τι ή ποιος υπήρξε ο μεγαλύτερος εχθρός της αυτοκρατορίας Ντίσνεϊ όλα αυτά τα χρόνια; Και μη μου πείτε η Dreamworks ή η Fox…
«Θεέ μου… Δεν έχω ιδέα! Θα έλεγα ότι εμείς οι ίδιοι είμαστε οι χειρότεροι εχθροί μας… Οταν δεν κάνουμε τη δουλειά μας όσο καλά πρέπει. Οταν δεν παράγουμε την ποιότητα που είμαστε υποχρεωμένοι να παράγουμε… Αυτό είναι ειλικρινά το χειρότερο που θα μπορούσε να μας συμβεί».
Η Ντίσνεϊ έχει περάσει στον κόσμο ένα μάλλον αντιφατικό προφίλ. Από τη μια πλευρά η παντοδύναμη αυτοκρατορία που πατάσσει όποιον τολμήσει να στραφεί εναντίον της και από την άλλη ένα παραμυθένιο λούνα παρκ διεθνών προδιαγραφών που το μόνο που θέλει είναι να προσφέρει χαρά στον κόσμο. Πώς συμβιβάζονται αυτά τα δύο;
«Είμαστε απλώς αναγκασμένοι να προστατεύουμε τα συμφέροντά μας. Ανά πάσα στιγμή κάποιοι είναι έτοιμοι να μας εξαπατήσουν με διάφορους τρόπους. Θυμάμαι, και ο πάτερας μου “κλωτσούσε” όταν κάτι τέτοιο κρινόταν αναγκαίο και ο Γουόλτ “κλωτσούσε”. Μετά έμπαιναν στο παιχνίδι οι δικηγόροι.
Το 1988, κατά την περίοδο Γκορμπατσόφ δηλαδή, διοργανώσαμε ένα περιοδεύον κινηματογραφικό Φεστιβάλ Ντίσνεϊ, με στάσεις στη Μόσχα, στο Λένινγκραντ, στο Ταλίν. Είχαμε μαζί μας έξι ταινίες, αν δεν με απατά η μνήμη μου: “Η Χιονάτη και οι επτά νάνοι”, “Πινόκιο”, “Τα 101 σκυλιά της Δαλματίας”, “Φαντασία” κ.ά. Δύο ήταν οι απώτεροι στόχοι του φεστιβάλ: ο ένας ότι, επειδή οι νόμοι περί πνευματικής ιδιοκτησίας ναι, και εκεί διαθέτουν μερικούς! δεν εφαρμόζονταν στο ελάχιστο στη Σοβιετική Ενωση, θέλαμε να δείξουμε ενώπιον του δικού τους κοινού ότι μπορούσαμε να πατάξουμε τέτοια κρούσματα. Τους είπαμε δηλαδή: “Μπορείτε να δείτε αυτές τις ταινίες, αρκεί να σεβαστείτε το copyright. Αν δεν συμμορφωθείτε, τότε δεν είμαστε διατεθειμένοι να σας τις παραχωρήσουμε”. Ο δεύτερος λόγος ήταν για να διαπιστώσουμε ιδίοις όμμασι τις “βιαιοπραγίες” που γίνονταν σε βάρος των προϊόντων μας. Είχαν ένα μοναδικό τρόπο να αγοράζουν ταινίες στην τιμή που εκείνοι τις ήθελαν, γεμίζοντας στη συνέχεια τα δικά τους ταμεία με τον δικό μας ιδρώτα. Οπως καταλαβαίνετε, είμαστε αρκετά ευάλωτοι σε κάθε είδους κλοπές και οφείλουμε να επαγρυπνούμε συνεχώς. “Ε, για καθήστε λίγο! ” τους είπαμε. Βγαίνεις στον δρόμο και σε κάθε γωνία βλέπεις μπλουζάκια Ντίσνεϊ. Αναγκαζόμασταν να ελέγχουμε κάθε φορά την ετικέτα για να σιγουρευτούμε ότι δεν μας έχουν πιάσει κορόιδο!».
Τι το ιδιαίτερο έχει η «Μουλάν» σε σχέση με τις άλλες υπερπαραγωγές κινουμένων σχεδίων της εταιρείας;
«Ε, όπως και να το κάνουμε, αυτό είναι το νεογέννητό μας! Και νομίζω ότι είμαστε για πολλούς λόγους υπερήφανοι γι’ αυτό! Σίγουρα όχι ο λιγότερο σημαντικός από αυτούς είναι το ότι έφερε μια επιτυχία που θα μπορούσε να συγκριθεί ακόμη και με αυτή του “Βασιλιά των λιονταριών” (1994). Καμία από τις άλλες τρεις ταινίες που βγάλαμε αμέσως μετά (“Ποκαχόντας”, “Η Παναγία των Παρισίων”, “Ηρακλής”) δεν έκοψε τόσα εισιτήρια. Είχαμε μάλιστα κουραστεί να μας το υπενθυμίζουν οι πάντες. Μας έλεγαν: “Αποτύχατε γιατί το box office δεν γέμισε όσο τότε με τον Βασιλιά”. Η “Μουλάν” ήρθε να ανατρέψει τα δεδομένα, να μας θυμίσει πόσο καλοί μπορούμε να γίνουμε».
Λέτε να τα καταφέρει καλύτερα και από τον «Βασιλιά των λιονταριών»; (σ.σ.: 772 εκατ. δολάρια εισπράξεις.)
«Οχι, δεν το πιστεύω. Θα έχει πάντως μεγαλύτερη απήχηση σε κάποιες ασιατικές χώρες χάρη στο θέμα της, που ανοίγει παράθυρα έξω από τη Δύση. Και αυτό είναι μεγάλη ικανοποίηση για μας».
Ποιο ήταν τελικά το μυστικό του «Βασιλιά των λιονταριών»;
«Η αλήθεια είναι ότι υπήρξαν πολλά μυστικά συστατικά στη μαγική συνταγή του. Κάποια από αυτά ούτε καν εγώ δεν ξέρω ποια είναι! Γιατί, σας διαβεβαιώ, αν τα γνώριζα θα κάναμε πολλούς ακόμη “Βασιλιάδες”! Η μουσική ήταν αναμφίβολα ένα βασικό ατού της ταινίας.
Μην ξεχνάτε ότι ολόκληρη η διαδικασία τής animation ανάγεται στη μουσική. Για να κάνεις τον Μίκι Μάους καρτούν πρέπει πρώτα να ηχογραφήσεις τη μουσική που θα συνοδεύει τις κινήσεις του. Ο συγχρονισμός στα κινούμενα σχέδια είναι μια μηχανική διαδικασία που συνδέεται άμεσα με τις νότες. Από αυτή την αρχή ξεπήδησε άλλωστε η όλη ιδέα της “Φαντασίας”. Ως σήμερα μάλιστα το στούντιο στη δουλειά μας είναι γνωστό ως “music room”.
Ισως και οι χαρακτήρες-ζώα (που βέβαια αν τους αναλύσεις είναι στη βάση τους καρικατούρες ανθρώπων) στάθηκε ένας σημαντικός παράγοντας για την επιτυχία του “Βασιλιά”».
Για να γυρίσουμε όμως πάλι στη «Μουλάν»: Αληθεύει ότι εσείς «φέρατε στη ζωή» τον Μουσού, τον παλαβό δράκο που κλέβει την παράσταση στην ταινία;
«(γελώντας) Ως χθες το είχα τελείως ξεχάσει. Μόλις όμως φτάσαμε εδώ στο Αμστερνταμ θυμήθηκα αίφνης ότι πολύ νωρίς ακόμη στη σύλληψη της “Μουλάν” είπα: “Μια χαρά είναι όλα, αλλά χρειάζεται να προσθέσουμε κάποιες από τις λαϊκές παραδόσεις της Κίνας που λίγο πολύ έχουμε όλοι στο μυαλό μας. Να, όπως οι δράκοι! Οταν μάλιστα συνάντησα πολύ αργότερα τον Εντι Μέρφι, αναφώνησα χωρίς δεύτερη σκέψη: “Αυτός ο τύπος δεν μπορεί να είναι άλλος από τον Μουσού!”. Ως ένα βαθμό λοιπόν θα έλεγα ότι συνεισέφερα και εγώ με τον τρόπο μου στην όλη ιδέα. Αν θυμάμαι μάλιστα καλά, έβαλα το χεράκι μου και στον τυχερό γρύλο, τον Κρι-Κι».
Η «Μουλάν» είναι πάνω απ’ όλα το άνοιγμα μιας καινούργιας αγοράς για την Ντίσνεϊ;
«Μακροπρόθεσμα ναι. Αλλωστε η κινεζική κυβέρνηση είχε από παλαιότερα εκδηλώσει ενδιαφέρον για ένα τέτοιο άνοιγμα. Μόνο που στον δρόμο συναντήσαμε ένα εμπόδιο. Ολα ξεκίνησαν όταν κλείσαμε συμφωνία με τον Μάρτιν Σκορσέζε, αναλαμβάνοντας την παραγωγή και τη διανομή κάποιων ταινιών του. Μία εξ αυτών, το “Κουντούν”, ήταν μια ταινία για τον Δαλάι Λάμα. Αυτό φυσικά δεν άρεσε καθόλου στην Κίνα. Ως αντίποινα η κυβέρνησή της απαγόρευσε την είσοδο της δικής μας “Μουλάν” στη χώρα. Αυτή είναι η υποδειγματική τιμωρία μας το μποϊκοτάρισμα ισχύει ακόμη, τώρα που μιλάμε επειδή τολμήσαμε να κάνουμε μια ταινία για τον θρησκευτικό ηγέτη του Θιβέτ. Εχουν κτίσει ένα θεόρατο τείχος ανάμεσά μας και, όπως γνωρίζετε, τα καταφέρνουν καλά σ’ αυτά! Ευελπιστώ ότι κάποια στιγμή η κυβέρνηση της Κίνας θα αλλάξει γνώμη».
Δεν μπορούσατε, αλήθεια, να προλάβετε το πάθημα με τον Σκορσέζε;
«Το όλο θέμα ξέφυγε κάποια στιγμή από τον έλεγχό μας. Επρόκειτο για μια συμφωνία που “έκλεισε” ο Μάικλ Ολβιτς (σ.σ.: Το Νο 2 στην ιεραρχία της Ντίσνεϊ που απεχώρησε άρον άρον) μάλλον βεβιασμένα. Δεν μελετήθηκε όσο έπρεπε».
Ξέρετε, όταν ήρθε στην Ελλάδα ο «Ηρακλής» αρκετός κόσμος άσκησε αρνητική κριτική. Ενας ήρωας της ελληνικής μυθολογίας να μεταμορφώνεται σε έναν Ντίσνεϊ ήρωα… φαινόταν κάπως «τραβηγμένο». Δεν ήταν κάπως ριψοκίνδυνη αυτή η κίνησή σας;
«Εχετε δίκιο, ήταν αρκετά ριψοκίνδυνη. Πιο ωμά θα έλεγα ότι το παρακάναμε με τον “Ηρακλή”. Προχωρήσαμε χωρίς τουλάχιστον να προνοήσουμε να συμβουλευτούμε τους κατάλληλους ανθρώπους. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο φροντίσαμε να είμαστε πολύ προσεκτικοί με τη “Μουλάν”· πολύ νωρίς ακόμη, αναζητήσαμε τις πηγές που θα μας βοηθούσαν να αποδώσουμε όσο το δυνατόν πιο πιστά τον κινέζικο αυτόν μύθο. Δεν θέλαμε να τσουρουφλιστούμε πάλι με τον ίδιο τρόπο».
Εφτα



