• Αναζήτηση
  • Γράμμα στη Φούλα

    Γράμμα στη Φούλα Οι αναζητήσεις του Ιάννη Ξενάκη όπως καταγράφονται σε μια ανέκδοτη επιστολή του τού 1954 Μια ανέκδοτη επιστολή του Ιάννη Ξενάκη σταλμένη τον Απρίλιο του 1954 από το Παρίσι στη φίλη του Φούλα Χατζιδάκη στη Βουδαπέστη φέρνει σήμερα στη δημοσιότητα «Το Βήμα». Η επιστολή είναι σημαντική για πολλούς λόγους. Πριν απ» όλα αποκαλύπτει, σε μας τους μεταγενέστερους, τις μουσικές αναζητήσεις

    ΤοΒΗΜΑ Team




    Μια ανέκδοτη επιστολή του Ιάννη Ξενάκη σταλμένη τον Απρίλιο του 1954 από το Παρίσι στη φίλη του Φούλα Χατζιδάκη στη Βουδαπέστη φέρνει σήμερα στη δημοσιότητα «Το Βήμα». Η επιστολή είναι σημαντική για πολλούς λόγους. Πριν απ’ όλα αποκαλύπτει, σε μας τους μεταγενέστερους, τις μουσικές αναζητήσεις του Ιάννη Ξενάκη, τους προβληματισμούς του, σε μια εποχή πολύ πρώιμη, όπου ο ίδιος προσπαθούσε να υπερβεί τις παγίδες και τα αδιέξοδα της πρωτοπορίας. Δεύτερον, αποκαλύπτει τις συμπάθειές του, τις συγγένειές του ή τις αποστάσεις του έναντι άλλων συνθετών, ιστορικών ή μη. Τρίτον, δείχνει τις συνθήκες ζωής ενός νέου έλληνα εξορίστου στο Παρίσι, συνθήκες δύσκολες, όχι μόνο ως προς την προσαρμογή αλλά και ως προς την επιβίωση. Τρίτον, φέρει στην επιφάνεια στοιχεία από την προσωπική ζωή του συνθέτη, κυρίως τον γάμο του με τη Φρανσουάζ Γκαργκούιγ, την κατοπινή συγγραφέα Φρανσουάζ Ξενακίς. Τέταρτον, αναδεικνύει την ικανότητα του Ξενάκη να γράφει ­ γεγονός που θα αποδειχθεί στα μεταγενέστερα κείμενά του ­ αλλά και μια ωραία αίσθηση της ελληνικής δημοτικής γλώσσας που έχει, αυτός ένα παιδί της ελληνικής Διασποράς, σπουδαγμένος στο αγγλοπρεπές περιβάλλον της Αναργυρείου Σχολής Σπετσών.


    Η επιστολή με ημερομηνία 22 Απριλίου 1954 και διεύθυνση αποστολέα τον αριθμό 34 της οδού Rouelle, στο 15ο διαμέρισμα της γαλλικής πρωτεύουσας, στάλθηκε στη Φούλα Χατζιδάκη στη Βουδαπέστη που τότε ζούσε εξόριστη. Η Σοφία (Φούλα) Χατζιδάκη (1905-1984), κόρη του μαθηματικού Νικολάου Χατζιδάκη, υπήρξε μορφή της ελληνικής Αριστεράς. Πνευματικός άνθρωπος ως το κόκαλο, κριτικός, πολύγλωσση, με βαθύτατη καλλιέργεια, σύζυγος του Μιλτιάδη Πορφυρογέννη, υπουργού στην κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας, η Φούλα Χατζιδάκη ανήκε στη γενιά των κομμουνιστών που έζησε τις εξορίες, μια γενιά ηρωική και, όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων, προδομένη. Χωρίς ελληνική ιθαγένεια, όπως άλλωστε και ο Ιάννης Ξενάκης, η Φούλα Χατζιδάκη επέστρεψε στην Ελλάδα το 1965, έπειτα από απόφαση του τότε υπουργού Εσωτερικών Τσιριμώκου, που ανακαλούσε την αποστέρηση της ιθαγένειας.


    Δημοσιεύουμε ολόκληρη την επιστολή, συνοδευόμενη από φωτοτυπία του χειρογράφου, διατηρώντας τη γλώσσα και τη στίξη του συγγραφέα της.





    «Η μουσική έπρεπε να λέγεται μανία καταδιώξεως»



    Αγαπημένη μου Φούλα,


    Πρώτα να με συμπαθάς για την αργοπορία μου. Ελαβα και τα δυο σου γράμματα και σ’ ευχαριστώ πολύ για το ενδιαφέρον σου. Για το άρθρο σου και για το Wagner (που δεν βρήκα ακόμα μεταφραστή). Για τα βιβλία ή περιοδικά: Ελληνικά συνενοήθηκα να μου στείλουν απ’ την Ελλάδα. Είμαι αρκετά κομμένος απ’ την πατρίδα για λόγους ευνόητους. Δεν θυμάμαι αν σου είχα γράψει ότι επ’ ευκαιρία του βραβείου του φεστιβάλ (γράψανε κάτω οι εφημερίδες) η ασφάλεια πήγε δυο τρεις φορές σπίτι μου και ενόχλησε τον πατέρα μου. Επίσης κάποια φίλη μου βρήκε το μπελά της. Γι’ αυτό οι συναλλαγές είναι αραιές και θέλουν χρόνο. Πάντως το φροντίζω το ζήτημα διότι κι εμένα προσωπικά μενδιαφέρει. Οσον αφορά τα βιβλία δεν ξέρω ακριβώς τι να σου στείλω. Τα αριστερά περιοδικά ή βιβλία θα τα βρίσκεις ασφαλώς εκεί πέρα. Φαντάζομαι ότι θα θέλεις γενικότερα απ’ την πνευματική και καλλιτεχνική κίνηση. Μπορώ να σου στείλω περιοδικά αντιδραστικά, π.χ. Arts ή Nouvelles Litteraires και βιβλία του Sartre ή Camus ή άλλου. Προτού μου απαντήσεις θα λάβεις δυο τρία τέτοια. Επιστημονικά επίσης. Υπάρχει της Critique Nouvelle μια έκδοση με άρθρα Σοβ.[ιετικών] σοφών και επιστημόνων πολύ ενδιαφέροντα αλλά κι αυτά φαντάζομαι θα τα βρίσκεις επί τόπου και στο πρωτότυπο. Μη στενοχωριέσαι αν αργώ λιγάκι. Οταν η μηχανή μπει σε κίνηση δεν σταματά.


    Οσον αφορά εμένα ο γάμος μου (…) ήταν μια λογική συνέπεια μιας σχέσης που είχα μένα νέο κορίτσι. Πολύ καλό, αριστερό με παράσημα της αντίστασης και λεγεώνα της τιμής. Εργάζεται η ίδια ως assistante sociale και με λατρεύει. Στο ερχόμενο φεστιβάλ θαρθεί (Γαλλίδα είναι) να σε βρει. Είμαι πολύ πιο ήρεμος τώρα (γερνάω βλέπεις) και αν και μένουμε σ’ ένα δωμάτιο ξενοδοχείου καταφέρνουμε και ζούμε μια χαρά. Δουλέβω περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Και τώρα έρχουμαι στην μουσική μου. Το ξέρω και η συμπάθεια (ετυμολογικά) που μου χάριζες όλα τα περασμένα χρόνια με βοήθησαν πολύ στον αγώνα μου να βγω αντάξιος της τέχνης αυτής. Και αντάξιος εργάτης πρωτοπόρος όπως ονειρεύομαι να γίνω καμία μέρα. Οπως πάντα Φούλα μου είμαι πολύ στενοχωρημένος απ’ την πολύπλοκη αυτή ζωή. Ξένος στα ξένα (δεν πρόκειται να γίνω ποτές Γάλλος ή άλλο τι) με την πατρίδα λασπωμένη και εμποδισμένη χωρίς πραγματική επικοινωνία με την ζωή την καθημερινή, με την συναίσθηση των απεράντων προβλημάτων της διεθνής κατάστασης, όλα αυτά με πιέζουν και με κάνουν δυστυχισμένο διότι συνεχώς φοβάμαι και ζω με τεντωμένα τα νεύρα. Μόνο η αδυσώπητη δουλειά με ησυχάζει και μου δίνει το απαιτούμενο θάρρος να συνεχίζω και να ελπίζω.


    Πολύ σωστά τοποθετείς την μουσική μου. Βέβαια είναι επηρεασμένη από την Γαλλία. Σ’ αυτό όμως που δεν πρέπει να γελαστείς είναι πως κάνω μίμηση ή αντιγραφή τυφλή. Δεν μιμούμαι Φούλα μου, και αυτό είναι θαρρώ η μεγαλύτερη βρισιά που θα μούκανε κανείς. Είμαι (αυτός είναι ο μουσικός μου αγώνας) αγνός, απλός, αληθινός. Λοιπόν μίμηση σημαίνει απάτη. Βέβαια ασυνείδητα ωρισμένες επιρροές βγαίνουν στανοιχτά, αλλά μετουσιωμένες. Ξέρω πόσο αγαπάς την μουσική και μάλιστα τον Beethoven. Κι εγώ τον αγαπώ και μάλιστα θα σου ομολογήσω ότι απ’ όλους τους μουσικούς αυτός που με συγκινεί περισσότερο είναι ο Brahms. Αλλά δεν μπορώ να γράψω σαν κι αυτόν διότι θα τον προσβάλλω κι αυτόν και την τέχνη κι εμένα. Οπως με τον ίδιο τρόπο δεν μπορώ να μιμηθώ κι άλλους πιο σύγχρονους που μενθουσιάζουν απόλυτα όπως ο Bartok ή ο Webern κλπ.


    Θέλω επίσης να σου εξηγήσω κι άλλο πρόβλημα της μουσικής μου πιο τεχνικό. Ξαφνικά μπήκα στο νόημα της ελληνικής (λαϊκής) μουσικής και μέσω αυτής στην παγκόσμια λαϊκή δημιουργία. Γι’ αυτό πρώτη μου προσπάθεια ήταν η συγχώνευση μελωδίας – ρυθμού, μορφολογίας, και οργανολογίας απ’ την μια ελληνικής λαϊκής καταγωγής και ευρωπαϊκής απ’ την άλλη.


    Καταλληλότερα πλαίσια βρήκα στην προχωρημένη και μόνο, ευρωπαϊκή μουσική. Ο Bartok στάθηκε οδηγητής μου φωτεινός μα και ο Stravinsky κι ο Moussorgsky κι ο Messiaen κι οι δωδεκαφωνιστές Schonberg, Berg, Webern κλπ.


    Αρχισα με τις εναρμονίσεις 6 δωδεκανησιακών τραγουδιών για πιάνο (το 51). Συνέχισα με τη «διπλή ζυγιά» για βιολί και βιολοντσέλλο (51) που παίχτηκε απ’ το Βέλγιο πέρυσι. Από συνθετική άποψη, μορφολογικά είναι πολύ δεμένο (αν και σύντομο 5-6 λεπτά), μελωδικά είναι γνήσια ελληνικό (έμπνευση και επεξεργασία), αρμονικά επίσης στηρίζεται στις μελέτες που έκανα πάνω στην ελληνική λαϊκή μουσική (δίσκοι και βιβλία με νότες), τέλος ο ρυθμός είναι ελληνο-βαλκανικός και η οργανολογία (για έγχορδα) είναι παράλληλη με το [λαγούτο – λύρα].


    Ηρθε μετά η Ζυγιά (1952) με το τραγούδι της ειρήνης. Το τραγούδι της ειρήνης είναι μελωδικά αρκετά καλό, αλλά στην χορωδία δεν έλυσα το πρόβλημα το αρμονικό, γι’ αυτό άλλωστε μεταχειρίστηκα ευρωπαϊκή εναρμόνιση. Το πρόβλημα αυτό τόλυσα στη χορωδία της Ζυγιάς με τελειώτερη μορφή ίσως στο «καθιστό» στη μνήμη του Κατωτάκη (53) που εύχομαι νακούσεις και να μου πεις τη γνώμη σου.


    Με τη Ζυγιά άνοιξα δρόμους καινούργιους. (Για μένα). Μορφολογικά, το κλέφτικο τραγούδι με τον πρωταγωνιστή και τον χορό βασιλεύει. Αρμονικά έδιωξα με την βοήθεια του Stravinsky και κυρίως του Bartok και της ελλ. λαϊκής μουσικής την ευρωπαϊκή ακαδημαϊκή εναρμόνιση. Μελωδικά δεν είναι ούτε ρωμαντικό (ευρωπαϊκό) ούτε γαλλικό ούτε δωδεκαφωνικό, είναι απλώς ελλην.-λαϊκό. Τέλος οργανολογικά η φλογέρα πρωτοστατεί πάνω στάλλα πνευστά και η εκλογή φλογέρας – φωνής – πιάνου (με την χρήση που του κάνω) είναι αρκετά πετυχημένη σύνθεση λαϊκο-ευρωπαϊκή. Ο ρυθμός εδώ βγήκε απ’ το ρόλο του κρυμμένου ροπαλοφόρου και έγινε μοναδική ουσία, ύπαρξη. Δυστυχώς όχι σ’ όλη τη Ζυγιά (ευτυχώς μάλλον). Εχω υπ’ όψη μου δυο σελίδες όπου μόνο του το πιάνο παίζει με τους φυσικούς αριθμούς 1, 2, 3, 5.


    Οι αδυναμίες της Ζυγιάς είναι όσες και οι αρετές της. Το μεγαλύτερο ψεγάδι είναι ίσως στη μορφολογία.


    Η γονιμότητα της Ζυγιάς φάνηκε μερικούς μήνες αργότερα όταν έγραψα τα δύο αναστενάρια.


    Το πρώτο η «Πομπή στα καθαρά νερά» είναι γενίκευση του κλέφτικου, μορφολογικά, η πολυρρυθμία οργανώνεται με την βοήθεια της υπόθεσης, νέες προτάσεις φωνητικής εναρμόνισης εμφανίζονται με την χορωδία, που, κι αυτό είναι πολύ παράξενο, μου δώσαν φέτος απάντηση γενικευμένη σε νέα ορχηστρικά προβλήματα και γενικά σε προβλ. αισθητικής. Μόλις τώρα τέλεψα την καθαρογραφή της «Πομπής» και θα σου τη στείλω (ορχήστρα μικρή, χορωδίες και κρουστά).


    Τέλος η Θυσία ειναι η γενίκευση του ρυθμού που σούλεγα ότι βρίσκεται στη Ζυγιά. Τώρα είναι παιχνίδι για ορχήστρα μικρή. Αισθητικά, είναι μια λιτανεία διάχυτη κομματιασμένη με πυκνώσεις και αραιώσεις. Αρμονικά και αντιστιχτικά σημαίνει το εξής: θεωρώ κάθε φθόγγο μουσικό με δική του οντότητα. Είναι σαν να έχω ομάδα προσώπων που συνδιαλέγονται μεταξύ τους. Δεν πρέπει να συγχέεται με την «musique serielle» ή dodecaphonique. Σε κείνες τις μουσικές όλοι οι φθόγγοι είναι ίσοι μεταξύ των μόνο η σειρά τους έχει οντότητα. Στη Θυσία αν θέλεις γίνεται η σύνθεση της tonalite με την atonalite όπου η στενάχωρη ιεραρχία σπάει κι οι ήχοι ελευθερώνονται και ζουν ανεξάρτητοι με εντάσεις προσωπικές ανάμεσά τους. Εν τούτοις υπάρχει ακόμα μια υποψία κεντρικής μελωδικής ιδέας πράγμα που δημιουργείται μάλλον απ’ την ρυθμική ή χρονική ταχτοποίηση των ήχων αυτών. Ο χρόνος (φυσικά κι η απόλυτη θέση στην κλίμακα) οργανώνουν την μουσική εξέλιξη.


    Παρ’ όλες αυτές τις «αξιέπαινες» προσπάθειες δεν παίζονται τα έργα μου. Εχτός απ’ το βραβείο του φεστιβάλ, και την εκπομπή του Βελγίου, τίποτε. Φαίνεται δε ότι και η εχτέλεση του Βουκουρεστίου της Ζυγιάς ναυαγεί καθ’ ότι η Κάτια δεν μου ξανάγραψε αν και έπρεπε να είχε εχτελεστεί τον περασμένο ήδη Φλεβάρη νομίζω.


    Εδώ στο Παρίσι ο ραδ. σταθμός με γράμμα με ειδοποίησε ότι αποφάσισαν να παίξουν τη Ζυγιά φέτος την άνοιξη ύστερα από ενάμιση χρόνο αναμονής. Αλλά και αυτό αμφιβάλλω αν τελικά θα γίνει τουλάχιστο για τη φετινή περίοδο.


    Εχω ακόμα μια μικρή πιθανότητα για την «Θυσία» να εχτελεστεί δημόσια φέτος το φθινόπωρο.


    Γι’ αυτό βλέπεις η μόνωσή μου ειναι σταθερά μεγάλη. Ξέρω ότι μόνο με δουλειά θα κάνω κάτι αλλά ακριβώς η έλλειψη χρόνου, οι απαιτήσεις της αρχιτεκτονικής και της μουσικής με εμποδίζουν να κάνω μια κοινωνικότερη ζωή. Τρωγλοδύτης του Παρισιού, ιδού η ζωή μου. Φαύλος κύκλος. Ούτε γιορτές βγαίνω ούτε βράδια ούτε εκδρομές ούτε φίλους σχεδόν, να πώς με κατάντησε η μουσική. Και τη λένε «μουσική»! που έπρεπε να λέγεται μανία καταδιώξεως ή ερημητική.


    Αυτά Φούλα μου, για σένα, τα προσωπικά μου. Δεν μπορώ, ακόμα τον Δεκέμβρη. Τα μέσα μου είναι πολύ μικρά. Να μεγαλώσω λίγο να μετρηθώ μαζί του. Σε φιλώ πολύ και μη με ξεχνάς, γράψε μου για τα βιβλία.


    Θέλεις να σου στέλνω πού και πού την «Αυγή»;

    Πολιτισμός
    Σίβυλλα
    Helios Kiosk