• Αναζήτηση
  • O γνωστός ηθοποιός ανεβάζει τον «Σόλνες» του Ιψεν και με εξομολογητική - αποδομητική διάθεση μιλάει για τη δική του θεατρική περιπέτεια

    Γιώργος Κιμούλης

    θέατρο Γιώργος Κιμούλης Παιχνίδι ισορροπιών O γνωστός ηθοποιός ανεβάζει τον «Σόλνες» του Ιψεν και με εξομολογητική - αποδομητική διάθεση μιλάει για τη δική του θεατρική περιπέτεια Ο ήλιος, όταν αρχίζει να δύει, συναντά έναν άγγελο σε «εμπόλεμο κατάσταση», έναν άγγελο πηγή ζωής και θανάτου. Κάπως έτσι θα μπορούσε να μιλήσει κανείς για τη μοιραία συνάντηση του Σόλνες με τη Χίλντα, αν βασιζόταν στην ετυμολογική

    Παιχνίδι ισορροπιών





    Ο ήλιος, όταν αρχίζει να δύει, συναντά έναν άγγελο σε «εμπόλεμο κατάσταση», έναν άγγελο πηγή ζωής και θανάτου. Κάπως έτσι θα μπορούσε να μιλήσει κανείς για τη μοιραία συνάντηση του Σόλνες με τη Χίλντα, αν βασιζόταν στην ετυμολογική ανάλυση των ονομάτων τους στη νορβηγική γλώσσα. Τη μοιραία αυτή συνάντηση παρακολουθεί το έργο του Ερρίκου Ιψεν «Σόλνες», που παρουσιάζεται στο Σύγχρονο Θέατρο της Αθήνας, με τον Γιώργο Κιμούλη να ερμηνεύει τον «δύοντα ήλιο» και τη νεαρή ηθοποιό Σταυριάνα Πανδή σε εκείνον του… αγγέλου. «Πρέπει να σου πω» μου λέει ευθύς εξαρχής ο Γιώργος Κιμούλης, με εξομολογητική διάθεση, είναι αλήθεια, «πως αυτή η παράσταση είναι για μένα κάτι προσωπικό, πολύ προσωπικό, ένα παιχνίδι ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο, όπως έλεγε και ο Νίτσε. Γι’ αυτό και δεν φοβάμαι καμία έκθεση. Αισθάνομαι ότι ο Σόλνες έχει ακριβώς την ηλικία μου. Απλώς υπάρχουν ρόλοι που εγκαθίστανται στη μνήμη μας ανάλογα με την ηλικία των ηθοποιών που τους έχουν παίξει». Ο Δημήτρης Χορν, για παράδειγμα, άφησε τη σφραγίδα του στον ρόλο προ εικοσαετίας, μια που έμελλε να είναι και ο τελευταίος του. «Μακριά από εμένα η οποιαδήποτε υπόνοια εκμετάλλευσης ανθρώπων που έχουν φύγει» υπογραμμίζει αυστηρά. «Γίνεται διαρκώς και συνεχώς. Οχι όμως από εμένα. H σχέση μου με τον Χορν ήταν προσωπική, δεν δημοσιοποιείται, δεν πωλείται. Με έναν άνθρωπο που έχεις ζήσει μαζί, υπάρχει πάντα δίπλα σου».


    Αν και ο Γιώργος Κιμούλης πίστευε πως έχει περάσει πια ο καιρός που του συνέβαιναν τυχαία πράγματα στη ζωή, η ιστορία του «Σόλνες» ανέτρεψε τις σκέψεις του. «Μόλις κατάλαβα ότι αυτόν τον ρόλο είχα ανάγκη να παίξω, σκέφτηκα ότι ήταν ο τελευταίος του Χορν. Ημουν κοντά του εκείνη την περίοδο και ήξερα πού τον οδηγούσε αυτό το έργο. Λειτούργησε μια έννοια φοβίας, αλλά είπα ότι είναι ανόητη η σκέψη μου και προχώρησα. Μια μέρα, ο Γιώργος Γεωγλερής μού έφερε στην πρόβα ένα σακίδιο που χρησιμοποιούσε η Χίλντα-Δέσποινα Γερουλάνου στην παράσταση του Χορν. Κάποια στιγμή που τον άνοιξα, βρήκα μέσα το καπέλο του Τάκη… Ο Σόλνες, αλλάζοντας ιδέες, έπεσε και σκοτώθηκε. Ο Τάκης, αλλάζοντας ιδέες, σταμάτησε το θέατρο… Εγώ; Δεν ξέρω γιατί, αλλά αυτή τη φορά οι συμπτώσεις έγραψαν μέσα μου».


    H επιδίωξη της υστεροφημίας


    Ο Σόλνες είναι ένας επιτυχημένος κοινωνικά άνθρωπος που ζει μια μουχλιασμένη ζωή μέσα σε έναν διαλυμένο γάμο. Προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην προσωπική του ζωή και στον σκληρό ανταγωνισμό, βυθισμένος μέσα στις μικροφοβίες της καθημερινότητας, χωμένος στα βάθη ενοχών, με μοναδική λύση τον κυνισμό και την αδιαφορία του. Μαζί έρχεται και ένας τρόμος ότι η νέα γενιά αρχίζει να τον ακουμπά, να τον πλησιάζει και κάποια στιγμή να τον τραβήξει κάτω ώσπου να τον καταστρέψει. «Μέσα σε αυτό το τέλμα», επανέρχεται ο Γιώργος Κιμούλης, «και με την ανάγκη που έχει ο Σόλνες να αλλάξει, προσπαθεί να κατανικήσει τον φόβο με τον φόβο. Υπάρχει ένα μότο που με χαρακτηρίζει, το πιστεύω και το πιστεύει και ο ήρωας του Ιψεν: Δεν πρέπει να μας ενδιαφέρει μόνο η άνοδός μας αλλά και η αξιοπρέπεια της καθόδου μας. Μπορεί ένας άνθρωπος να φθάσει στα άκρα και να ξαναγεννηθεί; Αυτή είναι η ελπίδα. Ο Σόλνες το κατορθώνει αλλά σκοτώνεται. Ο θάνατός του βέβαια είναι σαν κάτι το φυσικό». Γι’ αυτό το θριαμβικό πέρασμα στο επέκεινα τον ώθησε η Χίλντα, ο «άγγελός» του, η έμπνευσή του, κάτι πολύ παραπάνω από έναν έρωτα. «H Χίλντα είναι ο έρωτας-πόλεμος, η ανατροπή, ο έρωτας που σε κάνει να γίνεις αυτό που είσαι, ένας δημιουργικός βατήρας για να μπορείς να πετάξεις».


    H ανάγκη μεταμόρφωσης


    Ο Γιώργος Κιμούλης παραδέχεται ότι το κοινό του με τον Σόλνες είναι ακριβώς αυτή η ανάγκη μεταμόρφωσης: «Θέλω να γίνω αυτό που είμαι. Και για να γίνεις αυτό που είσαι δεν πρέπει να έχεις ιδέα τού τι είσαι. Και ο τρόπος είναι επώδυνος. Και σε αυτό είμαι συγγενής του Σόλνες, θέλω να μεταμορφωθώ, είναι αναγκαιότητά μου η μεταμόρφωση, και σε προσωπικό επίπεδο και γενικώς. Το ιδεολογικό μου στίγμα, ως άνθρωπος, είναι: ατομικά κοινωνικός. Προς το παρόν, ομολογώ, δεν τα έχω καταφέρει. Ελπίζω να μπορέσω». Υστερα από είκοσι πέντε χρόνια στο θέατρο ο ίδιος νιώθει ότι προχωρεί προς τον στόχο του με μικρά βηματάκια. Αλλωστε δεν ήταν ποτέ οπαδός της ευθείας οδού. «Οι κινήσεις μας είναι κυκλικές. Ο χρόνος της ζωής μας ουσιαστικά είναι ένας τόπος που μοιράζεται, αυτή είναι και η μοίρα μας. Για μένα η έννοια της καλυτέρευσης δεν πηγαίνει μαζί με την πρόοδο. Για μένα η τέχνη είναι ένας τρόπος να βλέπεις την πραγματικότητα. Γιατί στην τέχνη όλα επιτρέπονται».


    Μέσα σε αυτή την «προσωπική, πολύ προσωπική» παράσταση θέλησε να τολμήσει κάτι σε επίπεδο φόρμας, που ελπίζει να έχει αξία θέασης: «Επάνω στη σκηνή δεν κατασκευάζω κάτι, επάνω στη σκηνή αφήνω τα πράγματα να συμβαίνουν. Ετσι κι αλλιώς για μένα έτσι είναι το θέατρο και η υποκριτική, αλλά, ας μην κοροϊδευόμαστε, αυτό δεν μπορεί να συμβαίνει κάθε φορά. Πρόκειται για μια προσπάθεια πλήρους σχέσης μεταξύ ζωής και τέχνης». Και κάτι ακόμη: «Με όλους τους συντελεστές της παράστασης έχω μια πολύ προσωπική σχέση, εγώ ως Γιώργος…». Οσο για τη Χίλντα, ο Γιώργος Κιμούλης είναι σαφής. «Το πρόσωπο που ερμηνεύει τη Χίλντα πρέπει να εμπνέει τον Σόλνες και τον ηθοποιό, την περσόνα και τον περφόρμερ. Αν δεν έβρισκα τον επί σκηνής «άγγελό» μου σκεφτόμουν να μην ανεβάσω τον Σόλνες. Εγώ είχα έναν «άγγελο», ο οποίος δεν θα έπαιζε στην παράσταση. Νόμισα ότι θα μπορούσε να επιτευχθεί αλλαγή σώματος… Αλλαγή σώματος όμως δεν γίνεται. Αλλωστε πιστεύω ότι υπάρχουν άγγελοι, αρκεί να μπορείς να τους δεις» καταλήγει.


    Το έργο του Ερρίκου Ιψεν «Σόλνες» παρουσιάζεται σε μετάφραση-σκηνοθεσία Λευτέρη Γιοβανίδη, σκηνικά-φωτισμούς Πάβελ Ντομπρζίσκι, κοστούμια Κατερίνας Παπανικολάου, μουσική Μπολεσλάβ Ράβσκι, επιμέλεια κίνησης Βίκυς Παναγιωτάκη. Παίζουν: Γιώργος Κιμούλης, Τιτίκα Βλαχοπούλου, Γιώργος Γεωγλερής, Σταυριάνα Πανδή, Γιώργος Χατζηγεωργίου, Μυρτώ Ρήγου και ο Θόδωρος Εξαρχος. Στο Σύγχρονο Θέατρο της Αθήνας. Παραστάσεις κάθε Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή και Σάββατο στις 21.15. Απογευματινές το Σάββατο στις 18.15 και την Κυριακή στις 19.30.

    Πολιτισμός