Κάθε γωνιά αυτής της πόλης θυμίζει σινεμά. Τα ταξί, ο bellboy του ξενοδοχείου, η γέφυρα του Μπρούκλιν, το βιβλιοπωλείο Rizzoli, τα παγκάκια στο Central Park, μια βραδινή παράσταση στο Μπρόντγουεϊ… Ακόμη και αν δεν την έχετε ποτέ επισκεφθεί, όλα φαντάζουν οικεία!


1 Στον έλεγχο διαβατηρίων του JFK ένας αφράτος και ροζέ γιάνκης με ρωτάει τι «μπίζνες» έχω στη Νέα Υόρκη. «Θα δω το “Toy Story Νο 2” πριν από εσάς» απαντώ με κινηματογραφική έπαρση. Τι να κάνουμε, φίλε μου, είμαι καλεσμένη της Ντίσνεϊ (Buena Vista)… Πλατύ χαμόγελο και «αφού είναι έτσι, περάστε περάστε…». Και εγώ που νόμιζα ότι η βίζα για την είσοδο στην πόλη ήταν αρκετή…


2 Ω, τι γλυκιά ευδαιμονία! Εχω ήδη κουρνιάσει στο πρώτο νεοϋορκέζικο ταξί μου. Χωροταξικά πολύ ασύμφορο βρε παιδί μου, δεν έχεις πού να βάλεις τα πόδια σου. Διαβάζω μπροστά μου τις αυστηρότατες οδηγίες του δημάρχου, αυτού του Ρούντολφ Τζουλιάνι που τους έχει βάλει, λέει, τα δύο πόδια σε ένα παπούτσι για την κόσμια εμφάνιση και αγωγή του οδηγού… Και σε σύστημα μπράιγ παρακαλώ.


Ο οδηγός από το Μπανγκλαντές δείχνει λίγο νευρικός. Για κάποιον ανεξήγητο λόγο όλα μού θυμίζουν Τζιμ Τζάρμους. Να μην ξεχάσω να ζητήσω απόδειξη κομίστρου.


3 Χαζεύω από το παράθυρο. Κίνηση. Αδιάφορα, flat προάστια. Φθάνουμε σε μια γέφυρα. Δεν τολμώ να ρωτήσω τον ταξιτζή. Θα μου πιάσει την πολυλογία και δεν θέλω να χάσω σταγόνα από τις πρώτες εντυπώσεις. Μάλλον η περίφημη Μπρούκλιν θα είναι. Από εδώ αλήθεια δεν περνούσε εν έτει 1977 ο Τόνι Μανέρο με το κόκκινο νάιλον πουκάμισο και τις καμπανοκρουσίες στο παντελόνι για έναν «Πυρετό το Σαββατόβραδο»; Βέβαια για τη σκηνή της αυτοκτονίας προτιμήθηκε η γειτονική Verazzano Bridge, μεταξύ Μπρούκλιν και Στάτεν Αιλαντ.


4 Κάνω ένα διάλειμμα για να βάλω το διαβατήριο σε μια πιο ασφαλή εσωτερική τσέπη. Οταν θα κοιτάξω ξανά από το παράθυρο, θα Την δω. Το περίγραμμα ενός ζικ-ζακ από ουρανοξύστες ξεπηδά μέσα από εκείνο το πρώτο πρώτο σκοτάδι (όταν ο ήλιος ίσα που έχει προλάβει να πει «αντίο»). «Gotham City!» είναι η μοναδική… οργανωμένη σκέψη που μου έρχεται. Αυτό το υπέροχο αστικό χάος της πόλης του Μπάτμαν. Νεογοτθική αρχιτεκτονική και εξωτικοί εγκληματίες. Να ο Τζόκερ, να και ο Πιγκουίνος, κάπου εκεί θα ελλοχεύουν το Σκιάχτρο, ο MrFreeze, η Poison Ivy… Χαμογελώ και απολαμβάνω τη βόλτα στο batmobile… (Πολύ αργότερα θα μάθω ότι «Gotham City» ήταν όντως παρατσούκλι της Νέας Υόρκης και δη στην πολύ πριν από τον Σκοτεινό Ιππότη εποχή).


5 Μπαίνω στο ασανσέρ του Righa Royal Hotel, στη δυτική 54η οδό. Δίπλα μου το bellboy με την πράσινη στολή και τη βαλίτσα μου. Νεοϋορκέζικη ρεβερέντζα και ψιλοκουβέντα… «How are you this evening ma’ am;». Είναι ξανθόψειρας και μού θυμίζει φρικτά τον Τιμ Ροθ στο «Four rooms», καταλαβαίνετε τώρα, Ταραντίνο, Ροντρίγκες και δεν συμμαζεύεται. Πώς λεγόταν αλήθεια το ξενοδοχείο; Α ναι, Hotel Mon Signor. Φθάνουμε στον 8ο όροφο, χαμηλά δεν λέω για τα standards της πόλης. Δεν ξεχνάω το «tip».


6 Η παρθενική μου βόλτα στο νυχτερινό Μανχάταν. Το ρολόι στην Times square (αλλοτινή Longrace square, αφού εδώ γινόταν, λέει, κάποτε εμπόριο αλόγων!) δείχνει σχεδόν 11. Το τζετ λαγκ δεν με εμποδίζει να αντιληφθώ ότι αυτό που βλέπω γύρω μου είναι ο ορισμός της «πόλης». Κοιτάζω προς τα πάνω, σαν χάνος. Με έχουν προειδοποιήσει ότι αυτό είναι το σήμα κατατεθέν του τουρίστα. Νιώθω αίφνης πολύ στοργικά για τον Φλικ, τον μέρμηγκα στα «Ζουζούνια». Ετσι κεραυνόπληκτος αισθάνθηκε όταν βρέθηκε μια ημέρα μακριά από το νησί του στην… ποδιά της «πρωτεύουσας». Δεν είναι τυχαίο που ο μαστρο Τζον Λάσιτερ της Ντίσνεϊ παρουσίασε τη ζουζουνομητρόπολη (όπου οι σκαραβαίοι είναι… λεωφορεία) φτυστή η Times square. Και είναι αληθινά υπέροχο όλα γύρω σου να βουίζουν!


7 Καταβροχθίζω για πρωινό french toasts περιχυμένα με σιρόπι, σε ένα diner κοντά στο ξενοδοχείο. Εχω παραγγείλει και λίγο γλυκό μπέικον στο πλάι. Μου αρέσουν αυτοί οι νεοϋορκέζικοι γαστριμαργικοί θεσμοί. Να μην ξεχάσω να δοκιμάσω «βρώμικο» χοτ ντογκ, του δρόμου. Πώς το έλεγαν αλήθεια εκείνο το ντελικατέσεν στο «Οταν ο Χάρι γνώρισε τη Σάλι»; Α ναι, «Katz’s», κάπου στην ανατολική Houston…


8 Στο βιβλιοπωλείο Rizzoli, στο νούμερο 31 της δυτικής 57ης οδού και ενώ βρίσκομαι στο Τμήμα Ψυχολογίας δεν μπορώ να αποφύγω τις μελό εκτροχιάσεις. Χριστουγεννιάτικα πακέτα, ουπς! Σας έπεσαν, αφήστε με να σας βοηθήσω, Ντε Νίρο, Μέριλ Στριπ, πάμε για πατινάζ στο Rockfeller center και ­ επιτέλους! ­ «Μια αγάπη γεννιέται»


9 Βολτάρω στο Village και προσπαθώ να αγνοήσω τους υστερικούς upper class διανοούμενους που ελλοχεύουν υποτίθεται παντού ­ έτσι τουλάχιστον μας τα λέει τόσα χρόνια ο διοπτροφόρος Γούντι Αλεν. Δεν είναι τυχαίο ότι όταν στα μισά της δεκαετίας του ’70 ο κύριος αυτός επέστρεψε από τα γυρίσματα του «Ειρηνοποιού» ορκίστηκε να μην ξαναδουλέψει ποτέ μα ποτέ εκτός Νέας Υόρκης.





10 Είναι η πρώτη
μου αληθινή βραδιά στο Μπρόντγουεϊ. Βρίσκομαι ήδη (μία ώρα νωρίτερα από την έναρξη του «Καμπαρέ» των 4 βραβείων Τόνι) στην είσοδο Studio 54 της δυτικής 54ης οδού. Ετσι για να «μυρίσω» ατμόσφαιρα. Με αναμένει όμως μια οικτρή απογοήτευση.


Μια ζοφερή ανακοίνωση αναρτημένη: «Τη θέση της Τζένιφερ Τζέισον Λι στην αποψινή παράσταση θα πάρει η Λιντα Ρόμοφ». Βαριαναστενάζω και με το δίκιο μου. Δεν ήταν γραφτό μου να δω το ντεμπούτο της Τζένιφερ στο Μπρόντγουεϊ. Οταν θα «πλευρίσω» αργότερα μια γκαρσόνα (γιατί το θέατρο δεν έχει θέσεις αλλά γνήσια τραπεζάκια καμπαρέ με κόκκινο πορτατίφ), θα μάθω ότι απλώς «ασθενεί». Παραγγέλνω μια κόκα κόλα και αναρωτιέμαι αν και γι’ αυτό της τον ρόλο (της αγλλίδας καμπαρετζού Σάλι Μπόοουλς) κρατάει ημερολόγιο. Οπως έχει κάνει για τα πλείστα κινηματογραφικά της alter ego στο «Τελευταία έξοδος στο Μπρούκλιν», στο «Νέα γυναίκα μόνη ψάχνει», στο «Georgia», στα «Στιγμιότυπα»…


«Πέμπτη 11 Φεβρουαρίου 1999. Σήμερα δεν είχα κέφι για παράσταση, έχω αρπάξει και ένα γερό συνάχι…». Τι να κάνουμε, περαστικά σου Τζένιφερ!


11 Και ενώ χαζεύω τον εσωτερικό διάκοσμο του θεάτρου, τον κεντημένο με κόκκινα πορτατίφ, προσπαθώ να φαντασθώ ποιος να στεκόταν άραγε στη θέση που κάθομαι τώρα δα, 22 χρόνια πριν. Η guest list εκείνου του άλλου «Studio 54», της πιο φρενήρους νεοϋορκέζικης ντίσκο των ’70ς μού αφήνει μια τεράστια γκάμα επιλογών. Από την Μπιάνκα Τζάγκερ (και δη έφιππο στα πάρτι των γενεθλίων της) τον Γουόρχολ και τον Καπότε ως τη Μινέλι, τον Κάλβιν Κλάιν, την Τζάκι Ωνάση και τον τρελο Στιβ Ρούμπελ, ιδιοκτήτη του κλαμπ… Ολα τέλος πάντων τα enfant gate ενός μισοζαλισμένου ακόμη πλανήτη. Ναι το «Studio 54» ήταν εδώ, σκέφτομαι ακούγοντας το τρίτο κουδούνι. Με glitter φεγγάρια, «γραμμές» κόκας και κλάμπινγκ πολλαπλών καταχρήσεων. Κακώς δεν είχα πάει να δω την ταινία που γύρισε φέτος ο Μαρκ Κρίστοφερ. Θα γνώριζα κάτι παραπάνω για την ατμόσφαιρα στους ηδονοθηρικούς καναπέδες του «54». Παρ’ ότι το κινηματογραφικό σετ ήταν λένε στημένο κάπου στο… Τορόντο!


12 Ο υπόγειος είναι εντελώς πρωτόγονος και εγώ αποδεικνύομαι ανεπίδεκτη μαθήσεως. Δεν ξέρω καλά καλά αν πρέπει να πάω uptown ή downtown και ξεχνάω ότι το εισιτήριο δεν είναι χάρτινο. «Μα σας το έδωσα!» μου λέει απηυδισμένη η κοπέλα στο ταμείο. Και μου δείχνει μία δεκάρα πάνω στην παλάμη μου. Ενα φουτουριστικό βαγόνι που περνά από μπροστά μου μού θυμίζει έτσι απλά το «Ξύπνημα στον εφιάλτη» με τον Τιμ Ρόμπινς. Και ας δεν έχω τραύματα από το Βιετνάμ.


13 Εχω ήδη στρίψει στην οδό Mulbery, στην καρδιά της μικρής Ιταλίας. Μόνο που τίποτα δεν θυμίζει τις παλιές καλές μαφιόζικες ημέρες του «Νονού» και του «Νονού 2». Τουλάχιστον υπάρχει πιο κάτω το Umberto’s Clam House, εκεί που «φάγανε» εν έτει 1972 τον Τζόι Γκάλο. Τώρα αντί για κομμένα κεφάλια αλόγων πάνω σε σεντόνια, αναζητώ χειροποίητα ζυμαρικά με ντομάτα και πιπέρι.


14 Ψάχνω αλαφιασμένη την οδό Elizabeth. Εδώ μεγάλωσε η Αυτού Μεγαλειότης, ο Μάρτιν Σκορσέζε. Κοιτάζω γύρω μου το πέρα-δώθε των Κινέζων. Ούτε ίχνος σικελικής φλέβας. Μα πού πήγαν επιτέλους τα «Καλά παιδιά»; Τι κρίμα που η μικρή Ιταλία έχει σχεδόν τελείως δώσει τη θέση της σε μια ασφυκτικά μεγάλη Τσαινατάουν.


15 Εχω φθάσει στους παράφορα κατάμεστους (από γκαλερί, καφέ και εναλλακτικές μπουτίκ) δρόμους του Soho. Καμία σχέση με την ομώνυμη συνοικία του Λονδίνου. Εδώ απλώς βρισκόμαστε south of Houston street (νοτίως της οδού «Χάουστον» όπως επιμένουν να την προφέρουν οι γηγενείς). Χα, χα, ούτε ίχνος κινηματογραφολαγνείας εδώ. «Επιτέλους» αναφωνώ «μια όαση!» Αγοράζω μια πολύχρωμη φούστα από μια μπουτίκ ονόματι Betsey Johnson (τα δοκιμαστήριά τηs μια παράδοξη επιμειξία Louis XIV και Factory), δοκιμάζω κέικ λεμόνι δίπλα στον εσπρέσο μου, σε ένα καφέ που μόνο νεοϋορκέζικο θα μπορούσε να είναι. Ωσπου τον εντοπίζω. Ενας υπαίθριος πωλητής. African-American, με κρίκο στό αφτί και πουά μαντιλάκι στην τσέπη. Ενας πάγκος γεμάτος από κινηματογραφικά σενάρια. Ουάου… «Πολίτης Κέιν», «Κακόφημοι δρόμοι», «Η αυτοκρατορία αντεπιτίθεται», «Σεξ, ψέματα και βιντεοταινίες», «Δεσμώτης του ιλίγγου», «Αποκάλυψη τώρα» ως το φρεσκότατο «Existenz» του Κρόνενμπεργκ! Ο πωλητής δεν αρνείται τη φωτογράφηση της πραμάτειας του. Απλώς με κοιτάζει με οίκτο. Αναρωτιέται από ποιο δυστυχές κομμάτι του πλανήτη προέρχομαι και κάνω έτσι με μερικά ψωροσενάρια των πέντε δολαρίων…


16 Αναζητώ ένα ενδιαφέρον λογοτεχνικό brunch σε κάποιο υποκατάστημα του βιβλιοπωλείου Barnes & Noble. Η αλήθεια είναι ότι θα προτιμούσα ένα prive νεοϋορκέζικο πάρτι για κομψευόμενους μπίτνικς, να όπως εκείνο στις «Σκιές» του Τζον Κασαβέτη. Κάπου ρε παιδί μου που να μπορείς να ακούσεις την ατάκα: «Χρυσή μου σε πιάνει πραγματικά υστερία όταν ακούς για υπαρξισμό» με λίγο κοντραμπάσο στο βάθος.


17 Τα πόδια μου δεν με βαστούν πλέον. Αγοράζω σούσι και αγκαζάρω ένα παγκάκι στο Central Park, εκεί δίπλα από το Μητροπολιτικό Μουσείο. Ο ήλιος καίει το πρόσωπό μου και το γιαπωνέζικο ψάρι που στο κάτω κάτω ποτέ δε μου άρεσε. Το σίγουρο είναι ότι κάποιος θα με βρει ξυλιασμένη από το κρύο και τη μοναξιά με ένα take away γεύμα στα χέρια, όπως την Ανα Τόμσον στην «Ιστορία της Σου» του Αμος Κόλεκ. Το σούσι το έχω ήδη δώσει σε έναν homeless ακριβώς δίπλα μου ­ με τρύπιες καφέ κάλτσες.


18 Στο Μπρούκλιν δεν προλαβαίνω να πάω αλλά δύο φορές που θα πέσει το μάτι πάνω σε πούρα θα θυμηθώ τον «Καπνό» του Γουέιν Γουάνγκ, την απόφαση ζωής του Χάρβεϊ Καϊτέλ να φωτογραφίζει κάθε πρωί την ίδια ακριβώς ώρα το ίδιο κομμάτι του δρόμου και φυσικά το απόφθεγμα του φιλμ «Τα πιο πολύτιμα πράγματα είναι αυτά που είναι πιο ελαφρά και από τον αέρα».


19 Βάζοντας το νεσεσέρ στη βαλίτσα μου με αιφνιδιάζει μια σκέψη. «Το ποτάμι δεν πρόλαβα να το χαρώ!». Ούτε Χάντσον ούτε Χάρλεμ ούτε τίποτα. Αναζητώ κάτι (ό,τι να ‘ναι) που θα με παρηγορήσει για την απώλεια. Θυμάμαι λίγες ημέρες νωρίτερα που είδα στο βίντεο το «Τέλος της αθωότητας» («Basketball diaries»), το βασισμένο στην αληθινή ιστορία του χιλιοταλαιρωπημένου ρόκερ Τζιμ Κάρολ. Ο αφηγητής (ένας πρώιμος και εξαιρετικός Λεονάρντο Ντι Κάπριο) μιλάει για τις «δοκιμασίες» που σκάρωναν στα ’50ς οι νεοϋορκέζικες συμμορίες για τα νιόφερτα μέλη τους. Να, στο Νιου Τζέρσεϊ δύο αυτοκίνητα ορμούν το ένα προς το άλλο. Οποιος στρίψει πρώτος είναι «κότα». Στο Μπρούκλιν σε βάζουν να σβήσεις ένα τσιγάρο πάνω στο μπράτσο σου. Ομως «εμείς στο Μανχάταν πηδάμε από γκρεμούς στον ποταμό Χάρλεμ που είναι στην κυριολεξία… σκατά! Μισό εκατομμύριο αποχετεύσεις αδειάζουν μέσα του!». Πουφ… εντάξει δεν έχασα και τίποτα. Το σφουγγάρι μου να μην ξεχάσω να πάρω από το μπάνιο.


20 Στον δρόμο της επιστροφής προς το αεροδρόμιο JFK ο πακιστανός ταξιτζής μού δείχνει στα δεξιά μου ένα γκριζωπό οικοδόμημα. «Εδώ γυρίστηκε το “Οι άνδρες με τα μαύρα”» μου λέει όλο νόημα. Εγώ μουρμουρίζω από το παράθυρο «Fairwell New York!»