ΛΟΝΔΙΝΟ Σε ένα πράγμα επιμένει ο Τζίγια Καντσέλι (φωτογραφία): δεν έχει μεταναστεύσει. Μπορεί κατά τη διάρκεια των ταραχών στην πατρίδα του να κατέφυγε μαζί με την οικογένειά του στην Ευρώπη, πρώτα στο Βερολίνο, μετά στην Αμβέρσα και τελικά στο Μόναχο, αλλά ο γεωργιανός συνθέτης τονίζει πάντοτε ότι δεν είναι μετανάστης. «Πηγαίνουμε συχνά στην πατρίδα» λέει. Για την ώρα πάντως ο Καντσέλι περιμένει την παγκόσμια πρεμιέρα του νέου έργου του, Time… and again που δίνεται αύριο στο Μπάρμπικαν του Λονδίνου με σολίστ τον Γκίντον Κρέμερ. Σε συνέντευξή του στον Independent ο Καντσέλι, που έχει στο ενεργητικό του πολλές ηχογραφήσεις, εξηγεί διά μακρών την πρόσφατη στροφή του προς τη μουσική δωματίου: «Παρακολούθησα τις δοκιμές της Εβδόμης Συμφωνίας μου με την Ορχήστρα της Βαυαρικής Ραδιοφωνίας. Και καθώς άκουγα σκεφτόμουν, “Θεέ μου, τόσο πολλούς ήχους έχω γράψει, τόσο πολλές νότες; Πόσο πολλά tutti, πόσο μεγάλη ορχήστρα!”. Οι περισσότερες από τις πρόσφατες παραγγελίες που έχω σχετίζονται με ορχήστρες δωματίου ή ορχήστρες εγχόρδων και, αν στο μέλλον θα έχω την ευκαιρία να ξαναγράψω για μεγάλη ορχήστρα, υποπτεύομαι ότι οι ήχοι θα είναι λιγότεροι, οι νότες λιγότερες». Τα μελλοντικά σχέδια του Καντσέλι περιλαμβάνουν ένα Κουαρτέτο με Πιάνο για το Σιάτλ το 1998 και ένα Ρέκβιεμ για το Φεστιβάλ Gaudeamus το 1999 στην Ολλανδία.



ΓΚΡΕΝΟΜΠΛ Ακόμη και αν απέμεναν μερικές αμφιβολίες, τώρα φαίνεται ότι διαλύονται οριστικά: ο Πολ Σινιάκ (1863-1935) δεν ήταν απλώς «οπαδός» του Ζορζ Σερά, ήταν ένας από τους στυλοβάτες της μοντέρνας τέχνης. Το αποδεικνύει περιτράνως η έκθεση (ώς τις 24 Μαΐου) του Μουσείου της Γκρενόμπλ με 150 περίπου έργα δικά του και μαθητών του και με τον τίτλο Ο Σινιάκ και η απελευθέρωση του χρώματος, από τον Ματίς ώς τον Μόντριαν. Ο στενός φιλικός και καλλιτεχνικός δεσμός του Σερά και του Σινιάκ διακόπηκε οδυνηρά στις 29 Μαρτίου του 1891, όταν ο θάνατος του πρώτου βύθισε σε βαρύ πένθος τον δεύτερο. Παρά ταύτα ο Σινιάκ βρήκε γρήγορα το κουράγιο να ξαναπιάσει τα πινέλα του και να εγκαινιάσει μια πορεία που θα τον οδηγούσε πολύ μακριά. Ξεφεύγοντας από την επίδραση του πεθαμένου πια φίλου του ο Σινιάκ συγκεντρώνει την προσοχή του στο χρώμα. Με τα έντονα βιολετιά και μπλε δυναμώνει τη φωτεινότητα των πινάκων του και αναβαθμίζει το σύνολο της παλέτας του. Αρχίζει να αμφιβάλλει για την αποτελεσματικότητα της οπτικής ανάμειξης και βαθμιαία αντικαθιστά τον λεπτομερειακό πουαντιλισμό του Σερά με πλατύτερες πινελιές στο πνεύμα του μωσαϊκού. Επίσης εγκαταλείπει τη γεωμετρική δομή, υιοθετεί περισσότερο ελεύθερες συνθέσεις και αφήνει πίσω του την παρατήρηση της φύσης. Κατά τον Σινιάκ ο ζωγράφος δεν πρέπει να ενδίδει στις εντυπώσεις, πρέπει η φύση να υποτάσσεται στην τεχνική του καλλιτέχνη. Αυτή η εγκατάλειψη του νατουραλιστικού πραγματισμού εξασφαλίζει την αυτονομία του χρώματος και αναδεικνύει το «ζωγραφικό» απέναντι στο «γραφικό». Με το τολμηρό βιβλίο του Από τον Ευγένιο Ντελακρουά στον νεοϊμπρεσιονισμό (1899) ο Σινιάκ ανοίγει τον δρόμο για τον φωβισμό, τον εξπρεσιονισμό, τον φουτουρισμό και την αφηρημένη τέχνη και αποδεικνύει ότι ο Σεζάν δεν είναι ο αποκλειστικός εφευρέτης του μοντερνισμού. Η διδασκαλία του Σινιάκ βρήκε πολλούς οπαδούς μεταξύ των καλλιτεχνών της εποχής του αλλά και των νεοτέρων που επρόκειτο αργότερα να γίνουν διάσημοι. Απλώθηκε στη Γαλλία με τους Γκρο, Ματίς, Ντερέν, Ντελονέ, Μπρακ, Πικαμπιά· στη Γερμανία με τους Κίρχνερ, Νόλντε, Χέκελ· στη Ρωσία με τον Μαλέβιτς που ξεκινά από τον πουαντιλισμό για να οδηγηθεί στο Ασπρο τετράγωνο σε άσπρο φόντο, και τον Καντίνσκι που μετέφρασε το βιβλίο του Σινιάκ στα ρωσικά. Τα διδάγματα του Σινιάκ ενωτίστηκαν ακόμη καλλιτέχνες στην Ιταλία (Μπάλα, Μποτσιόνι, Σεβερίνι), στην Ολλανδία (Μόντριαν), στην Αυστρία (Κλιμτ), στην Ελβετία (Τζιακομέτι). Το νέο «Senso»


ΡΩΜΗ Θα πρέπει να διαθέτει άφθονη τόλμη ο σκηνοθέτης Γκαμπριέλε Λάβια για να αποφασίσει να ξαναγυρίσει το Senso, τη θρυλική ταινία του Λουκίνο Βισκόντι (1954). Ο ίδιος πάντως σπεύδει να δικαιολογηθεί στη Repubblica: «Η ταινία μου δεν θα είναι ριμέικ του Senso του Βισκόντι. Θα εμπνέεται απευθείας από τη νουβέλα του Μπόιτο και από τη δική του αντιμετώπιση των προσώπων που εγώ τα βλέπω ως πεπτωκότες αγγέλους. Εκείνη είναι μια γυναίκα που τρομάζει στην ιδέα ότι η ομορφιά της θα χαθεί. Εκείνος είναι ένας αχρείος που αγαπά μόνο τις γυναίκες, τα χαρτιά, το χρήμα… Δεν προτίθεμαι να γυρίσω ένα ντοκιμαντέρ για την εποχή. Η ταινία θα είναι η συνάντηση μιας ιταλίδας αριστοκράτισσας και ενός αυστριακού αξιωματικού και συνεπώς η συνάντηση ανάμεσα σε δύο διαφορετικούς πολιτισμούς. Από τη μία η Βενετία, ξεπεσμένη, γεμάτη μίσος για τους αυστριακούς κατακτητές, από την άλλη ένας στρατός που καταρρέει από τα χρέη και τη διαφθορά». Η ταινία του Βισκόντι παραμένει για τον Λάβια «αριστούργημα, έργο εξαιρετικό, και δεν έχει σημασία που δεν είναι πιστό στον Μπόιτο. Κατά τη γνώμη μου ο Βισκόντι μετέβαλε τη νουβέλα σε αυτοβιογραφικό αφήγημα, ταυτίστηκε με την κόμισσα η οποία ξεπέφτει ώς το σημείο να δοθεί σ’ έναν άνδρα επί πληρωμή». Αλλη τόση τόλμη φυσικά θα πρέπει να χρειάστηκε και η πρωταγωνίστρια Μόνικα Γκουεριτόρε (φωτογραφία) η οποία θα παίξει τον ρόλο της Αλίντα Βάλι. «Τρέμω που το σκέφτομαι» λέει. Η υπόλοιπη διανομή δεν έχει οριστεί ακόμη. Πάντως ανάμεσα στα ονόματα που ακούγονται είναι και του Αλμπερτ Φίνεϊ για έναν από τους πρώτους ρόλους. Τα γυρίσματα θα αρχίσουν τον Αύγουστο. Διορθώνοντας τον Φλομπέρ


ΜΑΝΤΣΕΣΤΕΡ Ως μυθιστοριογράφος ήταν ιδιοφυής, ως θεατρικός συγγραφέας ήταν ερασιτέχνης: με αυτά τα λόγια ο Πολ Γκόντφρι εξηγεί τις ριζικές επεμβάσεις του στον Υποψήφιο, την αποτυχημένη πολιτική σάτιρα που ο Γουστάβος Φλομπέρ είχε παρουσιάσει το 1874 στο Παρίσι για να διακωμωδήσει τους πολιτικούς της Δεξιάς. Οι αποδοκιμασίες των κριτικών ήταν τόσο έντονες ώστε ο Φλομπέρ αναγκάστηκε να αποσύρει το έργο ύστερα από τη δεύτερη παράσταση. Ενας από τους κριτικούς είχε γράψει: «Εξι αράδες από τη Μαντάμ Μποβαρί, διαλεγμένες στην τύχη, αξίζουν περισσότερο απ’ όσο όλος μαζί ο Υποψήφιος». Το παράδοξο είναι ότι ο σύγχρονος άγγλος συγγραφέας, ο Πολ Γκόντφρι, συμφωνεί με τους γάλλους κριτικούς του περασμένου αιώνα. «Αγαπώ τα μυθιστορήματα του Φλομπέρ τόσο πολύ» είπε στους Times (απ’ όπου και το σκίτσο) «ώστε όταν διάβασα το θεατρικό του έργο απογοητεύτηκα τρομερά. Ενώ οι άνθρωποι στα βιβλία του είναι τόσο ζωντανοί, οι ήρωες του Υποψηφίου είναι στερεότυποι και επίπεδοι». Ο λόγος για τον οποίο, παρ’ όλα αυτά, ο Γκόντφρι επέλεξε τον Υποψήφιο είναι επειδή του επιτρέπει να ολοκληρώσει μια τριλογία, της οποίας τα δύο πρώτα μέρη, που έχουν ήδη παιχθεί στο Λονδίνο, ήταν και αυτά «δάνεια» από παλαιότερους συγγραφείς: ο Μοντέρνος σύζυγος δανειζόταν τους ήρωες ενός μυθιστορήματος του Χένρι Φίλντινγκ και η Αόρατη γυναίκα ήταν σύγχρονη διασκευή της Πεθεράς του Τερέντιου. Το έργο του Γκόντφρι διατηρεί την εποχή και την πλοκή του πρωτοτύπου, αν και προσθέτει καινούργιους ήρωες. Ωστόσο ο κεντρικός ήρωας, ο Ρουσλέν, παραμένει ο ίδιος: ένας πολιτικάντης της επαρχίας ο οποίος μετέρχεται μέσα διόλου έντιμα για να επιτύχει την ανάδειξή του. Μερικά από τα χαρακτηριστικά του Ρουσλέν, ιδιαίτερα το ότι προσπαθεί να ελκύσει οπαδούς τόσο από την Αριστερά όσο από τη Δεξιά, θα μπορούσαν να θυμίσουν στο κοινό τον Τόνι Μπλερ. Γι’ αυτό ο Γκόντφρι σπεύδει να διευκρινίσει ότι είχε τελειώσει τον Υποψήφιο πριν από τις εξελίξεις στο Εργατικό Κόμμα. «Δεν φανταζόμουν ποτέ» λέει «ότι το έργο θα παιζόταν σε προεκλογική περίοδο» (ώς τις 3 Μαΐου στο Royal Exchange του Μάντσεστερ). Οσο για τον συγγραφέα της Μαντάμ Μποβαρί ο Γκόντφρι ομολογεί: «Εγραψα το θεατρικό έργο που θα ήθελα να είχε γράψει ο Φλομπέρ».