‘ Η Σκωτία, η Βαρκελώνη, η Λισαβώνα, η Κολωνία, η Μπολώνια, η Λυών. Τι κοινό έχουν, άραγε, μεταξύ τους αυτές οι ευρωπαϊκές (αλλά και Ευρωπαϊκές· βλ. προηγούμενο Υπογλώσσιο) περιοχές και πόλεις; Μα, το ότι τις γράφαμε – και εν μέρει τις γράφουμε ακόμη – λάθος. Για μία ακόμη φορά καλό θα είναι να τονίσω ότι η άποψή μου αυτή δεν απορρέει από τάσεις ισοπεδωτικής υπεραπλοποίησης αλλά απλούστατα από τη φιλοδοξία(;) να διορθωθούν κάποτε ορισμένα από τα «χρονίως κοινογραφόμενα» λάθη.
Εχουμε λοιπόν και λέμε, με βάση την πρωτότυπη γραφή και τη ρίζα των συγκεκριμένων τοπωνυμίων: η Σκοτία, η Βαρκελόνη, η Λισαβόνα, η Κολονία (η Colonia Agrippinensis των Ρωμαίων· πού στο καλό βρέθηκε το ω;), η Μπολόνια, η Λυόν, μια και σε όλες αυτές τις περιπτώσεις το ω είναι αδικαιολόγητο και αυθαίρετο. Αντιθέτως, δεν θα έλεγα ότι ισχύει το ίδιο για πόλεις όπως η Γλασκώβη, η Λωζάνη ή το Μπορντώ, όπου το ω επιχειρεί, αν μη τι άλλο, να αποδώσει τα ow, au, eaux της πρωτότυπης γραφής και επομένως το θέμα σηκώνει περισσότερη συζήτηση.
Οσο για την αγαπημένη μου Φλωρεντία, όπως και τη Βιέννη, εκεί βρίσκεται κανείς αντιμέτωπος με τη δύναμη της «ιστορικής γραφής» και του ειδικού ιστορικού βάρους που έχουν αυτές οι πόλεις, γι’ αυτό και θα δυσκολευτεί οπωσδήποτε περισσότερο να γράψει η Βιένη ή η Φλορεντία – όπως θα ήταν όμως το σωστό, μια και πρόκειται για τη Florentia (την Ανθούσα, δηλαδή) των Ρωμαίων.
Επίσης, όχι βέβαια αυθαίρετο αλλά πάντως πλεονάζον είναι, κατά τη γνώμη μου, και το διπλό σύμφωνο σε πόλεις όπως η Λισ(σ)αβόνα, η Ραβέν(ν)α, το Ντύσ(σ)ελντορφ ή η Φερ(ρ)άρα. Αντιθέτως, σε πόλεις όπως η Σεβίλλη, η Μασ(σ)αλλία ή οι Βερσαλλίες θα μπορούσε ίσως κανείς να δεχθεί τα δύο λ, μια και πρόκειται για έμμεση – όχι ιδιαίτερα ευτυχή αλλά εν πάση περιπτώσει φιλότιμη – προσπάθεια να αποδοθεί έστω και «υπαινικτικά» η προφορά τους (Σεβίγια, Μαρσέιγ, Βερσάιγ κ.ο.κ.).
Και μια και μιλήσαμε για τις Βερσαλ(λ)ίες, είναι ευκαιρία να πούμε δυο κουβέντες και για τον Λουδοβίκο ΙΔ’, τον βασιλιά Ηλιο, στον οποίο και οφείλουμε την ύπαρξη του ανακτόρου και του πάρκου όπως τα γνωρίζουμε σήμερα. Καλό θα είναι, λοιπόν, να γράφεται Λουδοβίκος ΙΔ‘ και όχι Λουδοβίκος 14ος ή Λουδοβίκος XIV, ούτε πολλώ μάλλον Λουδοβίκος Δέκατος Τέταρτος.
Είτε πρόκειται για αυτοκράτορες είτε για βασιλιάδες είτε για πάπες είτε για πατριάρχες, η πιο δόκιμη αλλά και πιο λογική γραφή είναι αυτή με πεζό γράμμα στον τίτλο τους (όχι ο αυτοκράτορας Κάρολος Ε’ ή ο πάπας Πίος ΣΤ’) και τον ελληνικό αριθμό (όχι τον αραβικό ή τον λατινικό) μετά το όνομά τους. Εχουμε, λοιπόν, και λέμε: ο Ραμσής Β’, ο Λέων Γ’, ο πατριάρχης Γρηγόριος Ε’, ο πάπας Λέων Ι’, ο τσάρος Νικόλαος Β’, ο βασιλιάς Λουδοβίκος ΙΔ’ (που λέγαμε), ο αυτοκράτορας Ναπολέων Γ’ κ.ο.κ.
Και μια που αρέσκομαι να εντρυφώ στα παράδοξα της γλώσσας (αμαρτία εξομολογημένη…), ας μου επιτραπεί να κλείσω όλη αυτή την ενότητα των Γεωγραφικών/Ιστορικών με ένα «μυστήριο», για το οποίο ομολογώ ότι δεν διαθέτω απάντηση. Γιατί λέμε και γράφουμε η Μπρυζ αλλά η Γάνδη όταν αναφερόμαστε σε δύο πόλεις τόσο κοντινές, τόσο συγγενικές, με τόσο κοινή ιστορική διαδρομή, αλλά και με την ίδια ιστορία «πρόσ-ληψής» τους στην Ελλάδα; Εν ολίγοις, γιατί τη μια την εξελληνίζουμε πάντα, ενώ την άλλη την αφήνουμε… όπως είναι; Γιατί αποφεύγουμε επιμελώς να πούμε η Βρύγη αλλά και να αναπαραγάγουμε πιστά το η Γκαντ (ή η Γκεντ, στα φλαμανδικά); Πάσα λογική – ή έστω ευλογοφανής – εξήγηση, ευπρόσδεκτη.’
Ο κ. Ανδρέας Παππάς είναι μεταφραστής και επιμελητής εκδόσεων. Διδάσκει στο Ευρωπαϊκό Κέντρο Λογοτεχνικής Μετάφρασης.



