Αμέσως μετά τη μεταπολίτευση οι νεόφοιτοι του Νομικού Τμήματος της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών ήλθαμε αντιμέτωποι με το μάθημα της κοινωνιολογίας, το οποίο μέσα στο κλειστό σύστημα των υπόλοιπων μαθημάτων δικαίου (δεν ξέρω πώς είναι σήμερα διαρθρωμένες οι νομικές σπουδές) μάς φαινόταν ιδιαιτέρως ανοικτό και οπωσδήποτε ταιριαστό με το κλίμα αναζητήσεων και ελευθερίας, ακόμη και ακροτήτων, που είχε δημιουργήσει η πτώση του δικτατορικού καθεστώτος. Το μάθημα δίδασκε η Ιωάννα Λαμπίρη


-Δημάκη, η οποία ήταν από τις λίγες γυναίκες στο γενικώς ανδροκρατούμενο τότε Νομικό Τμήμα. Η Νομική παρήλθε (όπως λέμε παρήλθον οι χρόνοι) και ξανασυνάντησα την Ιωάννα Λαμπίρη-Δημάκη στη δημοσιογραφία, στην αρχή έμμεσα, αργότερα άμεσα, ως συνεργάτες πλέον. Το 1996 κυκλοφόρησε από τον Κέδρο το βιβλίο Οι δρόμοι της σκέψης, που συνυπογραφόταν από εμένα και τον συνάδελφό μου Δημήτρη Μητρόπουλο – και αυτός απόφοιτος του Νομικού. Το υλικό του βιβλίου στηριζόταν στη σειρά «Η σκέψη των Ελλήνων», που είχε δημοσιευθεί στις σελίδες των «Νέων Εποχών» το καλοκαίρι του 1996 και περιελάμβανε πορτρέτα δώδεκα ελλήνων στοχαστών. Η Ιωάννα Λαμπίρη-Δημάκη μάς εξέπληξε λίγο μετά την κυκλοφορία του βιβλίου μ’ ένα κριτικό σημείωμά της στο «Βήμα», όπου επιχειρούσε ταυτόχρονα να καταγράψει την κινητικότητα των αποφοίτων του Νομικού, το πεδίο της υποδοχής τους. Οταν βγήκε το ένθετο των «Βιβλίων», η Ιωάννα Λαμπίρη-Δημάκη συνεργάστηκε από τα πρώτα φύλλα, και αυτή η σχέση δασκάλου και μαθητή, μεταφερμένη σε έναν επαγγελματικό χώρο, έχει οπωσδήποτε το ενδιαφέρον της.


Προχθές η παλιά μου καθηγήτρια μου έφερε ένα καινούργιο βιβλίο που επιμελήθηκε η ίδια. Τίτλος του Κοινωνικές Επιστήμες και Πρωτοπορία στην Ελλάδα, 1950-1967 (έκδοση Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών / Gutenberg), ένα αφιέρωμα στα σαράντα και πλέον χρόνια του Κέντρου Κοινωνικών Επιστημών Αθηνών, που μετονομάστηκε αργότερα ΕΚΚΕ. Το ΚΚΕΑ άρχισε να λειτουργεί το 1960, στην αρχή στην οδό Σκουφά και μετά σε ένα κτίριο της οδού Κουμπάρη 5, στην καρδιά του Κολωνακίου, το οποίο σήμερα έχει κατεδαφιστεί, σε μια εποχή που οι έλληνες κοινωνικοί επιστήμονες προσπαθούν να συστηματοποιήσουν τις προσπάθειές τους για να περιγράψουν την ελληνική κοινωνία και τα προβλήματά της μέσα από δυνατές εμπειρικές εικόνες. Είναι η στιγμή που νέοι επιστήμονες, απαλλαγμένοι από τα σύνδρομα φυγής και πολιτιστικής απαισιοδοξίας που χαρακτήριζαν τις προηγούμενες εποχές, αισιοδοξούν ότι μπορούν να δείξουν και να κατανοήσουν τους μηχανισμούς της εποχής τους. Είναι κυρίως παιδιά της αστικής τάξης, και αυτό είναι ιδιαιτέρως σημαντικό, γιατί οι περισσότεροι προοδευτικοί θεσμοί του κράτους μας είναι δημιουργήματα των αστών, και ας μην το ομολογούμε συχνά από τον φόβο μιας λαϊκιστικής ισοπολιτείας. Το Κέντρο ιδρύθηκε τον Οκτώβριο του 1959, από την ελληνική κυβέρνηση, σε στενή συνεργασία με την UNESCO, στο πλαίσιο του προγράμματος τεχνικής βοηθείας του ΟΗΕ, και ήταν το πρώτο ίδρυμα για τις κοινωνικές επιστήμες στην Ελλάδα, εκτός του πανεπιστημιακού χώρου. Πρώτος πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου του Κέντρου ήταν ο καθηγητής Στρατής Ανδρεάδης ενώ πρώτος επιστημονικός διευθυντής ήταν ο καθηγητής Κοινωνικής Ανθρωπολογίας στην Οξφόρδη Ιωάννης Περιστιάνης. Την ίδια περίοδο δημιουργήθηκαν και άλλα κέντρα, όπως το Κέντρο Οικονομικών Ερευνών και Προγραμματισμού (ΚΕΠΕ), η Οικιστική Σχολή Δοξιάδη, ο Δημόκριτος, το Βασιλικό Ιδρυμα Ερευνών, το Αθηναϊκό Ινστιτούτο Ανθρωπος, δημιουργώντας ένα κλίμα επιστημονικής ελευθερίας και άνθησης. Οι νέοι επιστήμονες που είχαν σπουδάσει στο εξωτερικό μετά τον Εμφύλιο επέστρεφαν, δημιουργώντας μια νέα δυναμική, που ανακόπηκε όμως από τη δικτατορία.


Για το βάθος που έχουν οι θεσμοί στην Ελλάδα, τα σαράντα και πλέον χρόνια του ΚΚΕΑ/ΕΚΚΕ είναι σημαντικός χρόνος. Αν δίπλα σε αυτά βάλουμε και τα χρόνια προετοιμασίας, δείχνουν ότι υπάρχει μια προϊστορία η οποία μας ανήκει και στην οποία μπορούμε να πατήσουμε, και ότι δεν βαδίζουμε ξυπόλυτοι στα αγκάθια της κοινωνικής έρευνας. Από αυτή την άποψη το αφιέρωμα Κοινωνικές Επιστήμες και Πρωτοπορία στην Ελλάδα είναι σημαντικό γιατί μας δείχνει μια διαδρομή, είναι τεκμήριο μιας συγκροτημένης αναζήτησης, στόχων, κατευθύνσεων, προτεραιοτήτων. Επιπλέον είναι μια συλλογή ωραίων κειμένων – τα περισσότερα αυτοβιογραφικά και προσωπικά – που υπογράφονται από ένα πλήθος ονομάτων, τα περισσότερα γνωστά και μερικά απρόοπτα σε μια τέτοια συλλογή: Βάσω Αγγελοπούλου, Ελένη Αργυριάδου, Νικόλας Βουλέλης, Μαρία Ηλιού, Κούλα Κασιμάτη, Χρήστος Κελπερής, Ιωάννα Λαμπίρη, Κώστας Μελακοπίδης, Γεράσιμος Νοταράς, Μαρία Νούσσα, Νίκη Πάνου, Τίτος Πατρίκιος, Χρήστος Ροζάκης, Στάθης Σορώκος, Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, Απόστολος Τζιράς, Αναστάσιος Χρηστιάς, Κοσμάς Ψυχοπαίδης. Είναι σημαντικός αυτός ο τόμος. Είναι μια επιστημονική ιστορία, που δείχνει ότι ως κοινωνία δεν είμαστε και τόσο ανερμάτιστη.


Και για να μείνουμε σε αυτόν τον χώρο, διάβασα σε ένα από τα τελευταία τεύχη του περιοδικού «The New Yorker» το πορτρέτο του Νόαμ Τσόμσκι, του γλωσσολόγου που καθιερώθηκε παγκοσμίως κυρίως για τις πολιτικές και κοινωνικές αναλύσεις του. Το περιοδικό σκιαγραφεί καταπληκτικά και με γλαφυρότητα το πορτρέτου του 75χρονου καθηγητή, που γεννήθηκε σε μια οικογένεια ορθοδόξων εβραίων στις 7 Δεκεμβρίου 1928. Ο πατέρας του Γουίλιαμ είχε γεννηθεί στην Ουκρανία το 1896 και μετανάστευσε στη Βαλτιμόρη σε νεαρή ηλικία. Η μητέρα του Ελσι είχε γεννηθεί σε μια πόλη κοντά στο Μινσκ της Ρωσίας το 1903 και μετανάστευσε στο Μπρούκλιν, σχεδόν βρέφος, το 1906. Η ίδια η οικογένεια του Νόαμ Τσόμσκι αποτελεί ίσως το τυπικό παράδειγμα της αντισυμβατικότητας. Η πρωτότοκη κόρη του Νόαμ, η Αβάιβα, είναι ειδικευμένη στην ιστορία της Λατινικής Αμερικής και διδάσκει στο Σάλεμ Στέιτ Κόλετζ της Μασαχουσέτης. Είναι επίσης ακτιβίστρια. Η μεσαία κόρη, η Ντάιαν, εργάστηκε ως εθελόντρια σε μια εφημερίδα των Σαντινίστας στη Νικαράγουα, ερωτεύτηκε έναν Σαντινίστα και έμεινε εκεί. Οσο για τον τριτότοκο Χάρι, είναι βιολονίστας, ζει στο Μπέρκλεϊ και εργάζεται παρτ-τάιμ σε μια εταιρεία προγραμματισμού. Αλλά το πορτρέτο του Τσόμσκι δεν είναι ενδιαφέρον μόνο για όλες αυτές τις οικογενειακές λεπτομέρειες. Είναι κυρίως ενδιαφέρον γιατί μας δείχνει πώς η κριτική στάση του απέναντι στα τεκταινόμενα στις ΗΠΑ, ο σκεπτικισμός του, έχουν ως αποτέλεσμα την περιθωριοποίησή του και τη μείωση του ακροατηρίου του. Ο Τσόμσκι, ούτε λίγο ούτε πολύ, είναι σήμερα περιθωριακός στις Ηνωμένες Πολιτείες όπως γενικά πολύ χαμηλή είναι πια η επιρροή των φιλελεύθερων διανοουμένων και των σχετικών οργάνων Τύπου. Είναι και αυτή μια πλευρά της σύγχρονης Αμερικής που δεν πρέπει να αγνοούμε.