• Αναζήτηση
  • Μορφή του γαλλικού 20ού αιώνα, ο πρώτος υπουργός Πολιτισμού της Πέμπτης Δημοκρατίας, βιογραφείται από τον φιλόσοφο της «μεταμοντέρνας κατάστασης» Ζαν Φρανσουά Λυοτάρ.

    Βιογραφία και μυθιστορία

    Βιογραφία και μυθιστορία Με τον τρόπο του Μαλρώ Μορφή του γαλλικού 20ού αιώνα, ο πρώτος υπουργός Πολιτισμού της Πέμπτης Δημοκρατίας, βιογραφείται από τον φιλόσοφο της «μεταμοντέρνας κατάστασης» Ζαν Φρανσουά Λυοτάρ. ΑΡΗΣ ΜΑΡΑΓΚΟΠΟΥΛΟΣ Για τους προσωπολάτρες αλλά ανθρωποφοβικούς και παντελώς αδιάφορους προς το είδος της βιογραφίας ελληνες αναγνώστες, η βιογραφία του Αντρέ Μαλρώ γραμμένη από τον φιλόσοφο

    Με τον τρόπο του Μαλρώ


    Για τους προσωπολάτρες αλλά ανθρωποφοβικούς και παντελώς αδιάφορους προς το είδος της βιογραφίας ελληνες αναγνώστες, η βιογραφία του Αντρέ Μαλρώ γραμμένη από τον φιλόσοφο Ζαν-Φρανσουά Λυοτάρ, που κυκλοφορεί στα ελληνικά μόλις δύο χρόνια μετά την πρώτη γαλλική έκδοσή της, ίσως τους ξενίσει. Ο φιλόσοφος της «μεταμοντέρνας κατάστασης» αντιμετωπίζει το γάλλο υπουργό, διανοούμενο, άνθρωπο της δράσης, τυχοδιώκτη, παρτιζάνο, συλλέκτη, ταξιδευτή και ό,τι άλλη ιδιότητα μπορεί να φανταστεί κανείς, σαν μυθιστορηματικό ήρωα, που νομιμοποιείται μέσα από τις μεγάλες θρησκευτικές και πολιτικές αφηγήσεις. Αυτή την παράδοξη βιογραφία, που ο ίδιος ο Λυοτάρ χαρακτηρίζει «υποβιογραφία», δηλαδή «υποθετική βιογραφία» παρουσιάζει ο συγγραφέας Αρης Μαραγκόπουλος.


    Ο Θεός και ο άνθρωπος


    «Ονομάζουμε Γραφή κάθε πάθος του οποίου η πράξη ενδέχεται να ξεφύγει από την Παλιλλογία».


    Ζ. Φ. Λυοτάρ



    ΟΑντρέ Μαλρώ (1901-1976) βίωσε στην πολυδαίδαλη ζωή του την εκπνοή των μεγάλων αφηγήσεων του Θεού και του Ανθρώπου. Ο συμπατριώτης του Ζαν Φρανσουά Λυοτάρ (1924-1998) προσδιόρισε στη θεωρία το τέλος αυτής της εποχής που καθιέρωσαν οι μεγάλες αφηγήσεις της νεωτερικότητας. Ο πρώτος έγινε γνωστός με το λιγότερο σημαντικό βιβλίο του, την Ανθρώπινη Συνθήκη (La Condition Humaine ­ είχε μεταφρασθεί παλαιότερα ως Ανθρώπινη Μοίρα), έργο του 1933, που κέρδισε το βραβείο Γκονκούρ της ίδιας χρονιάς, κυρίως χάρη στην τότε πολιτική συγκυρία. Ο δεύτερος έγινε γνωστός με το λιγότερο σημαντικό βιβλίο του, τη Μετανεωτερική Συνθήκη (La Condition Postmoderne ­ μεταφράστηκε με τον ατεκμηρίωτο πλην καθιερωθέντα έκτοτε τίτλο Η Μεταμοντέρνα Κατάσταση), έργο του 1979, που επίσης συνέπεσε με την τότε δημοσιογραφική συγκυρία για το μεταμοντέρνο. Αμφότεροι δραστηριοποιήθηκαν στον ευρύτερο αριστερό χώρο από νεαρή ηλικία αλλά διατήρησαν στάση μονίμως κριτική απέναντί του. Αμφότεροι διέκριναν την τέχνη ως κλειδί κατανόησης των μεγάλων ερωτημάτων και μεγάλο μέρος του έργου τους στηρίζεται σε ανάλογες διεισδυτικές παρατηρήσεις. Αμφότεροι, τέλος, έχουν μια ιδιόρρυθμη σχέση με τη γραφή: τα κείμενά τους προσδιορίζονται από ένα ύφος που μονίμως «παίζει» με τα είδη· αισθητικές ή φιλοσοφικές αναλύσεις, ποιητική γλώσσα και πολιτικός λόγος συμφύρονται σε ενιαίο ιδίωμα που πασχίζει να υποψιάσει τον αναγνώστη για το μη απεικονίσιμο, αυτό που παραμένει εν σιωπή και που μόνον η σπουδαία τέχνη δυνητικά το ενσαρκώνει.


    Γεγονός είναι ότι ο Λυοτάρ καταλήγει (στα τέλη του βίου του) εμβριθής αναγνώστης των «υπογραφών» Μαλρώ. Στον ταραχώδη βίο εκείνου διαπιστώνει ένα «παράδειγμα» ρήξης με την Παλιλλογία (Redite). Με αυτόν τον όρο ο Λυοτάρ ορίζει τη συμβατική αναπαραγωγή του νεωτερικού ανθρώπου που ως τα μέσα του αιώνα νομιμοποιούν οι μεγάλες θρησκευτικές και πολιτικές αφηγήσεις.


    ΟΛυοτάρ δεν γράφει μυθοποιητική βιογραφία· ωστόσο συχνά καταφεύγει στη μυθιστορία με αποκλειστικό στόχο να αναδείξει αυτό που δεν απεικονίζεται στο επιστημονικό «γλωσσικό παιχνίδι». Ούτε βεβαίως επιχειρεί βιογραφία των μικροαποκαλύψεων. Ο ίδιος ο συγγραφέας των Αντι-απομνημονευμάτων τού το απαγορεύει· εφόσον και μόνη η απαρίθμηση των γεγονότων της ζωής του εξουθενώνει κάθε σχετική απόπειρα: έμπορος σπάνιων εκδόσεων και μικροεκδότης ερωτογραφιών στη νεότητά του, τολμηρός παίκτης στο χρηματιστήριο, αρχαιοκάπηλος καταδικασμένος σε τρία χρόνια φυλάκιση στη γαλλική Ινδοκίνα, επαναστάτης και συντάκτης αντιαποικιοκρατικής εφημερίδας στη συνέχεια («θύμα του εξωτισμού του», σ. 212), συγγραφέας μυθιστοριών και θεωρητικός της τέχνης, στρατευμένος αριστερός διανοούμενος και σαγηνευτικός ρήτορας, σύζυγος και εκ παραλλήλου εραστής πολυάριθμων γυναικών, φίλος και αναγνώστης του αριστερού Αντρέ Ζιντ από τη μία και των συντηρητικών Ντριέ Λα Ροσέλ, Κλοντέλ και Μπερνανός από την άλλη, φίλος επιστήθιος των Μαξ Ζακόμπ, Πολ Μορλάν, Ζαν Κοκτό, Πιερ Ρεβερντί και του δικού μας χαράκτη Γαλάνη, καθώς και των εκδοτών Bernard Grasset και Gaston Gallimard (εκ παραλλήλου), πατέρας τριών παιδιών, δεινός καταναλωτής αλκοόλ, καπνού και άλλων ουσιών, οργανωτής πολυάριθμων εκθέσεων, χαλκέντερος αρθρογράφος και διευθυντής ποικίλων εκδόσεων, αρχηγός του αυτοσχέδιου αεροπορικού σμήνους Espana στον ισπανικό εμφύλιο, απλός στρατιώτης με ψεύτικο όνομα στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, παρτιζάνος της γαλλικής αντίστασης και διοικητής της μεραρχίας Αλσατίας – Λωρραίνης, ιδρυτικό στέλεχος του γκωλικού RPF, μόνιμο στήριγμα του Ντε Γκωλ, πρώτος υπουργός Πολιτισμού της Πέμπτης Δημοκρατίας, χαλκέντερος ταξιδευτής και επισκέπτης όλων των πολιτισμών της γης κτλ. Απέναντι σε αυτή την επέλαση αλλοπρόσαλλης δράσης και παράλληλης ρητορείας, ο Λυοτάρ επιλέγει να βιογραφήσει κατά τον τρόπο του Μαλρώ.


    Η πράξη και η υπογραφή


    Τρόπος του Μαλρώ: κάθε του πράξη οφείλει να «υπογράφεται» για να αποκτάει το νόημά της: «Ανθρωπος της δράσης; Μόλις ολοκληρωνόταν η πράξη βυθιζόταν στη λήθη, αν κανένα γραπτό δεν ερχόταν να φωτίσει την αρετή της για να τη μεταμορφώσει σε έργο…» (σ. 146). «Υπογράφοντας», με μια θεαματική χειρονομία, μια «κίνηση μέσα στην ακινησία της Παλιλλογίας», ο κατά Λυοτάρ Μαλρώ μεταμορφώνει τα συμβάντα σε αυθύπαρκτα γεγονότα πέραν της ιστορικής συγκυρίας (σ. 166). Από την άλλη, ο Μαλρώ διά της γραφής δεν προσυπογράφει απλώς το έργο της ζωής του· γράφει στην κυριολεξία «για να αποβεί το όνομά του» (σ. 456). Για την ακρίβεια, ανάμεσα στη ζωή του, στην ίδια την Ιστορία και στη Γραφή, πασχίζει να επινοήσει μία «ηθελημένη εξάρτηση» που θα διασώσει στο μέλλον κάτι από αυτό το στοιχείο της αιωνιότητας που έχουν εξασφαλίσει τα αριστουργήματα της τέχνης ­ αυτά που γλίτωσαν την κοινοτοπία των συμβατικών αφηγήσεων περί πολιτιστικής κληρονομιάς (σ. 132, 483). Ο Μαλρώ είναι ένας ποιητής-ακτιβιστής, «η γραφή του οφείλει να υπογράφεται», κατανοεί ο Λυοτάρ, «να ματώνει από τον βίο, να μην είναι ένα μακάβριο μηρύκασμα. Να συνυπογράφεται από τον τρόμο του αληθινού θανάτου» (σ. 147) ­ που ο Μαλρώ ως φαίνεται επιδιώκει με κάθε του ενέργεια (σ. 113, 152-53, 212).


    Ο Μαλρώ απέφυγε να γίνει επαγγελματίας σε οτιδήποτε, παρέμεινε, όπως αποδεικνύει ο Λυοτάρ, ένα αιώνιο παιδί που «μόνη του πίστη ήταν το απίστευτο» (σ. 56-57). Γι’ αυτό και ποτέ δεν τέθηκε θέμα «να διαλέξει ανάμεσα στη δράση και τη γραφή» (σ. 166), η μία ερασιτεχνία επέζησε διά της άλλης. Στη διάρκεια του ισπανικού εμφυλίου για παράδειγμα, στο διάστημα ενάμιση χρόνου ανάμεσα σε αεροπορικές επιδρομές (Aviation antifascista Αndrι Malraux!), sε αγχώδεις πολιτικές επαφές με τη γαλλική κυβέρνηση και ισπανούς δημοκρατικούς, αναρχικούς και σταλινικούς, γράφει και εκδίδει ένα βιβλίο (το περίφημο Η Ελπίδα), σκηνοθετεί και μοντάρει μία ταινία (τη Σιέρρα δε Τερουέλ), «πετάγεται» σε κάμποσες πόλεις της Βόρειας Αμερικής και του Καναδά για έρανο υπέρ του Εμφυλίου και εκ παραλλήλου απολαμβάνει την ερωτική του ιστορία με τη φίλη του Ζοζέτ!


    ΟΑντρέ Μαλρώ ως άλλος Οδυσσέας στις κρίσεις του αιώνα, με μόνο το πάθος του για αλλότριους πολιτισμούς να «δίνει στη ζωή του τον ιδιαίτερό της τόνο» (σ. 155), έζησε τελικώς ως μεγάλος φυγάς: «Κουβαλούσε πάντοτε μαζί του το ξυράφι του, το πιστόλι του, τα τσιγάρα του και το στιλό του, τα όπλα, τα παιχνίδια του δραπέτη» (σ. 348). Δραπέτευε από τις μεγάλες αφηγήσεις της χειραφέτησης που είχαν πνιγεί για τα καλά «μετά το μακελειό μες στη λασπουριά της Φλάνδρας και στον Μάρνη» (σ. 70)· δραπέτευε πρωτίστως από την εκάστοτε φθαρμένη εικόνα του εαυτού του αλλά και από την Πηνελόπη ­ αυτήν την κατ’ εξοχήν υφάντρα της Παλιλλογίας. Ο Λυοτάρ αποδίδει κεντρικό ρόλο κλασικού ρεπερτορίου στη Γυναίκα του βίου Μαλρώ: η γυναίκα είναι «Νεκροθάπτρια», «Γόνιμη», «Τροφοδότρια», «Δωρήτρια». Εκείνες προσφέρουν, αυτός «δανείζει» τον εαυτό του (σ. 325-327). Τις θεωρεί «δεσμοφύλακες» (σ. 355) αλλά κατ’ ουσίαν τις θέλει «μάρτυρες» των κατορθωμάτων του. Αν η Μάνα είναι η ενσάρκωση της «βουλιμικής Παλιλλογίας», αυτός βιώνει το σύνδρομο του χωριστικού Πατέρα και του ανδροπρεπούς κατακτητή (σ. 25, 113, 315-317) ­ οπότε και γι’ αυτόν τον Οδυσσέα που «μοναδικό του σπίτι είναι η γραφή» (σ. 350), η γυναίκα είναι «εχθρός, ανάπαυση, ταξίδι». Ο Αντρέ, θαυμαστής του Λόρενς της Αραβίας, διακηρύσσει εξάλλου (ως άλλος Καζαντζάκης) πως μοναδική ύψιστη πράξη είναι «η απογύμνωση» και μοναδική ελευθερία «να μην κατέχεις τίποτε, να μην ελπίζεις τίποτε» (σ. 155 και σ. 400-401).


    Ιδού, εν τέλει, πώς ο αναγνώστης Λυοτάρ σκηνοθετεί τον βίο Μαλρώ κατά τον τρόπο εκείνου: απέναντι στον δημιουργό του Φαντασιακού Μουσείου που παίζει ασύστολα με τις ετερόκλητες εικόνες του βίου του και του παγκόσμιου πολιτισμού· που παθιάζεται με τη μεταμόρφωση των καλλιτεχνικών μορφών στον χρόνο (σ. 164, 481-88)· με την ικανότητά τους κυρίως να έχουν μια αυτοδύναμη παρουσία ικανή να αποκαλυφθεί σε οποιαδήποτε εποχή (σ. 462-466)· απέναντι σε αυτόν τον ελευθέριο «μετακαλλιτέχνη» των συμβάντων της ζωής (σ. 131-33), ο Λυοτάρ συστήνει μια εξίσου ελευθέρια συνθήκη βιο-γραφίας, υπόδειγμα για την κατανόηση της μεταμοντέρνας ατομικότητας.


    Αν ο Μαλρώ ρέπει από τη νεότητά του σε μια «κυβιστική» θεώρηση του κόσμου (σ. 52-63), τότε ο Λυοτάρ δικαιούται να απεικονίσει έναν εξίσου κυβιστικό βίο. Αν ο καλλιτέχνης Μαλρώ συνθέτει τον βίο του από αντικείμενα, χρώματα και λέξεις «που τα παίρνει όλα μαζί, συγχρονισμένα μόνο με τους εαυτούς τους, εδώ και τώρα, σε μια παρουσία έξω από τον χρόνο» (σ. 63)· τότε ο Λυοτάρ δικαιούται να «υποθέτει» με αντίστοιχη καλλιτεχνική ελευθερία μια «υποβιογραφία» Μαλρώ (σ. 491): οι «υπογραφές» του τελευταίου διατρέχουν το βιβλίο σε μια σχοινοτενή ασυγχρονία (ας πούμε: 1921-1968-1935-1957-1921) όπου συμβάντα της νεότητας και του γήρατος, του έρωτα και του θανάτου, της γραφής και του ακτιβισμού, καταγράφονται «έξω από τον χρόνο, συγχρονισμένα μόνο με τον εαυτό τους» σε μία, πέρα για πέρα, κυβιστική απεικόνιση του χαρακτήρα!


    Από εδώ απορρέει το ανοίκειο, γοητευτικό ύφος αυτής της γραφής: κατά τον τρόπο που ο Μαλρώ απομονώνει πέραν του πολιτισμικού χρόνου μία αφρικανική μάσκα δίπλα σε ελληνικό γλυπτό του 5ου πΧ αιώνα για να την αναδείξει στην ίδια προθήκη του Φαντασιακού του Μουσείου, ο Λυοτάρ απομονώνει ετερόκλητες και ασύγχρονες πλην αυθεντικές «παρουσίες» στον βίο Μαλρώ. «Οταν έχει γραφτεί με ένταση, όταν απαιτεί να διαβαστεί με πάθος, η ιστορία ενός ήρωα, όσο ξένη και αν είναι από τον εαυτό μας, μάς φθάνει από τον λαιμό…», παρατηρεί κάπου ο Λυοτάρ, τουτέστιν την «αφουγκραζόμαστε», λες και πρόκειται για τη δική μας φωνή. Στο τέλος του βιβλίου πράγματι ο αναγνώστης δεν έχει καμία αμφιβολία: αυτός ο ανοίκειος Μαλρώ είναι εξαιρετικά πειστικός «ήρωας». Εξίσου πειστικός με τον Ζυλιέν Σορέλ, την Εμα Μποβαρί, τον πρίγκιπα Σταυρόγκιν, τον Σουάν, τον Στίβεν Δαίδαλο, τον Χανς Κάστορπ, τον Ούλριχ. Διότι αυτός ο Μαλρώ «μάς φθάνει από τον λαιμό», αυτός ο Μαλρώ είναι εμείς ­ στο τέλος της εποχής των μεγάλων αφηγήσεων, προάγγελος μιας νέας λογοτεχνικής (και άλλης) πραγματικότητας…


    Ο Λυοτάρ είναι δύσκολος συγγραφέας· η μεταφράστρια Οντέτ Βαρών έκανε υποδειγματική δουλειά. Κατάλαβε, διαισθάνθηκε, πρόσεξε. Ανήκει στη μειοψηφία των μεταφραστών που αντλούν από το ιστορικό εύρος όλης της γλώσσας μας· στη μειοψηφία εκείνων επίσης που αποδίδουν την τυχόν «σκοτεινιά» μιας παραγράφου με ισοδύναμη σκοτεινιά δίχως να θυσιάζουν το πρωτότυπο στον βωμό της α-νόητης εξομάλυνσης. Να το επαναλάβουμε λοιπόν: ένα σπουδαίο βιβλίο σε σπουδαία μετάφραση.


    Ο κ. Αρης Μαραγκόπουλος είναι συγγραφέας. Από τις εκδόσεις Κέδρος κυκλοφορεί το μυθιστόρημά του «Οι ωραίες ημέρες του Βενιαμίν Σανιδόπουλου».

    Βιβλία
    Σίβυλλα
    Helios Kiosk