20 χρόνιαστην περιπέτεια της κίνησης



Αν και δεν έχουν περάσει πολλά χρόνια από το 1978 που ο Χάρης Μανταφούνης επέστρεφε από τις χορευτικές περιπλανήσεις του σε Ευρώπη και Αμερική, σε τίποτε ωστόσο δεν μοιάζει το τοπίο του έντεχνου χορού της εποχής εκείνης με το σημερινό. Αλλά και η Ομάδα Σύγχρονου Χορού, που ίδρυσε ο ίδιος το 1980, πολύ λίγο θυμίζει την εντελώς ανανεωμένη, από άποψη σύνθεσης αλλά και τρόπου δουλειάς, σημερινή ομάδα. Με τις «Αιωρήσεις» ο σημαντικός χορογράφος ­ αυτός πρώτος εισήγαγε στην Ελλάδα μια σύγχρονη γλώσσα, στηριγμένη σε αμιγώς κινητική ενέργεια ­ αποσαφηνίζει την πρόθεσή του για αλλαγή πορείας, στα ίδια όμως πάντα χνάρια της αγάπης και της προσήλωσης στην καθαρή κίνηση. Η ομάδα του εμφανίζεται με την καινούργια αυτή δουλειά για δύο βραδιές, το Σάββατο 5 και την Κυριακή 6 Δεκεμβρίου, στην αίθουσα «Δημήτρης Μητρόπουλος», στο πλαίσιο του κύκλου «Χορός» στο Μέγαρο Μουσικής.


­ Τι σηματοδοτεί για σένα η καινούργια δουλειά σου;


«Επιστρέφω κατ’ αρχήν σε έργα κίνησης ­ είχα κάνει αρκετά κατά τα πρώτα χρόνια της ομάδας ­ έπειτα από μια πολύχρονη ενασχόληση με αφηγηματικά μπαλέτα. Και κυρίως επιχειρώ κάτι που είχα ανάγκη από καιρό, να ξεφύγω από τον κλασικό τρόπο δουλειάς, με τον χορογράφο να λειτουργεί μονομερώς δίνοντας έτοιμο υλικό στους χορευτές. Οι “Αιωρήσεις” είναι προϊόν συνειδητής συνεργασίας και ανταλλαγής με όλα τα μέλη της ομάδας».


­ Είναι αλήθεια πως το απάνθισμα της πορείας σου σχετίζεται με αμιγώς κινητικά μπαλέτα.


«Αγαπώ τον χορό με βασικό εργαλείο το ίδιο το ανθρώπινο σώμα. Αλλωστε γι’ αυτό έγινα χορευτής. Και στην Ελλάδα θα είμαι πάντα ντεμοντέ, γιατί δεν πρόκειται ποτέ να δεχθώ τη θεατρικότητα ως κυρίαρχο στοιχείο εις βάρος της κίνησης».


­ Τι σε ώθησε να κάνεις αυτή τη στροφή στη δουλειά σου, εισάγοντας και τους χορευτές στη δημιουργική διαδικασία;


«Στη ζωή μου όλα έγιναν εκπρόθεσμα, θα έλεγα. Ξεκίνησα αργά χορό, αφού πρώτα τελείωσα τη Δραματική Σχολή Αθηνών. Οι εσωτερικές διεργασίες θέλουν τον χρόνο τους και μόνο όταν ωρίμασε μέσα μου η ιδέα σκέφθηκα να ενσωματώσω τον αυτοσχεδιασμό στη δουλειά μου. Το θετικό είναι ότι σε μια στιγμή κόπωσης και κορεσμού μπόρεσε να ξαναγεννηθεί το ενδιαφέρον μου για τη δημιουργία, μέσα από την εμπειρία της κοινής δουλειάς και της ανταλλαγής με τα παιδιά. Και αυτό μου δίνει όχι απλώς τη διάθεση να συνεχίσω, αλλά και να ξαναρχίσω από την αρχή. Πολύ σωστά είπε η Σιβόν Ντέιβις, ότι στον σύγχρονο χορό σήμερα το 50% τουλάχιστον οφείλεται στον ερμηνευτή».


­ Εχουν αλλάξει πολλά και στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια. Υπάρχει μια άνθηση που οφείλεται κυρίως στο εξαιρετικό επίπεδο των χορευτών.


«Τα παιδιά που έχω τώρα στην ομάδα διαθέτουν δημιουργικότητα, φαντασία, γνώσεις και πολύ ταλέντο. Με εξαίρεση την Υβόν Ριμπάρ, που δημιουργεί, από άποψη ηλικίας και τεχνικής, ένα ηθελημένο κοντράστ, οι υπόλοιποι υπήρξαν μαθητές μου στην κρατική σχολή χορού, ενώ ορισμένοι από αυτούς ήταν ήδη χορευτές μου. Τους επέλεξα όχι μόνο για τις ικανότητές τους αλλά και για τη σοβαρότητα και την ποιότητα του χαρακτήρα τους. Δούλεψαν για αυτή την παράσταση από το πρώτο βήμα, όχι μόνο μαζί με μένα, αλλά και πριν από μένα».


­ Σε σχέση με τον αυτοσχεδιασμό που γεννήθηκε τη δεκαετία του ’60 στην Αμερική, με προδρόμους σαν τον Στιβ Πάξτον ή τη Σιμόν Φόρτι, υπήρχε και εξακολουθεί να υπάρχει μια δυσπιστία. Πού το αποδίδεις και πώς τον χρησιμοποιείς εσύ σήμερα;


«Κάθε αλλαγή συναντά αντιστάσεις θεωρώ όμως ότι αυτό είναι το καινούργιο στοιχείο στην εξέλιξη της χορευτικής τέχνης παγκοσμίως. Το κινητικό υλικό και οι ιδέες στη χορογραφική διαδικασία προκύπτουν από τη συλλογική, κοινή δουλειά μεταξύ χορογράφου και χορευτών. Κάτι που εμπλουτίζει απίστευτα τον χορό. Να θυμίσω ότι το πιο σημαντικό και χρονοβόρο σε μια audition σήμερα είναι η ικανότητα του χορευτή στον αυτοσχεδιασμό».


­ Υπάρχει και ο φόβος που αποτρέπει την αλλαγή, όταν από μια ηλικία και μετά έχει κανείς ένα παγιωμένο στυλ. Εσύ δεν φοβάσαι;


«Ο φόβος μάς κατοικεί όλους, εγώ απλώς νομίζω ότι δεν αφήνομαι να με καταβάλλει. Οταν πολύ νέος αποφάσισα να φύγω από την Ελλάδα και να αναζητήσω τον χορό στο εξωτερικό, είχα 7.500 δρχ. στη τσέπη. Ηταν παράτολμο, το αποπειράθηκα όμως και έκτοτε μπορώ να υπερνικώ τον φόβο. Δεν με παραλύει, δεν με αποτρέπει να πάρω αποφάσεις».


­ Και οι «Αιωρήσεις» άλλωστε, που διάλεξες ως τίτλο, σημαίνουν, μεταξύ άλλων, συγκράτηση στον αέρα χωρίς να στηρίζεσαι πουθενά.


«Ο τίτλος με καλύπτει πλήρως. Είναι όρος χορευτικός και ταυτόχρονα μπορεί να εκφράσει μια υπαρξιακή κατάσταση σχετική με την απουσία σταθερότητας, που είναι βασικό μέρος της ζωής. Ταλαντεύομαι από το ένα σημείο στο άλλο, από τη μια κατάσταση στην άλλη, από τη μια σχέση στην άλλη, από τη ζωή στον θάνατο».


­ Αυτές οι ρυθμικές παλινδρομικές κινήσεις έχουν κάποια ανέλιξη, οδηγούν πουθενά;


«Αν και στο έργο δεν είναι ορατή μια αφηγηματική γραμμή, δεν θα μπορούσα να το αποκαλέσω αφηρημένο μπαλέτο. Ξεκίνησα με ένα σκελετό και το έργο εξελίσσεται με τη μορφή work in progress. Ενας δημόσιος χώρος λειτουργεί ως τόπος συνεύρεσης των ανθρώπων. Δημιουργούνται σχέσεις και, όπως είναι φυσικό, άλλες μένουν μετέωρες, άλλες καταλήγουν κάπου. Σόλο, ντουέτα, τρίο, ομαδικά περάσματα, σχέσεις αρμονίας ή δυσαρμονίας. Είναι το αέναο παιχνίδι της ζωής».


­ Τι μουσική χρησιμοποίησες για ένα τόσο πλούσιο κινητικό υλικό;


«Η μουσική είναι ένας πολύ σημαντικός παράγοντας για μένα και ιδιαίτερα για ένα τέτοιου ύφους κομμάτι. Χρειάστηκε να ακούσω περισσότερα από 100 CD, κάτι που μεταφράζεται σε ανάλογες ώρες μουσικής ακρόασης. Ηθελα μια μουσική που να δημιουργεί κοντράστ και εναλλαγές με το κινητικό υλικό και κατέληξα σε κλασική μουσική διαφορετικών σύγχρονων συνθετών».


­ Το χορευτικό τοπίο διεθνώς έχει αλλάξει συνταρακτικά σε σχέση με την εποχή που ξεκινούσες. Στον σύγχρονο χορό μάλιστα υπάρχει μια τεράστια, σχεδόν χαοτική, ποικιλία. Τι είναι αυτό που σε έχει κινητοποιήσει τελευταία;


«Μένω σταθερός, στις αγάπες μου προστίθενται φυσικά και κάποια νέα ονόματα. Τελικά, ως φαίνεται, λίγα είναι αυτά που μένουν στην τέχνη. Με συγκινούν πάντα ο Γίρι Κίλιαν και ο Ματς Εκ, μου άρεσαν πολλά στοιχεία επίσης από τη δουλειά της Τρίσα Μπράουν, της Σιβόν Ντέιβις και του Νταγκ Βαρόν. Με ενδιαφέρει πάντα ο χορός να μεταφέρει μια πρωταρχική ενέργεια».


­ Ποιες προοπτικές υπάρχουν για το κλασικό μπαλέτο;


«Στο δημιουργικό επίπεδο το μέλλον ανήκει στον σύγχρονο χορό στην Ελλάδα, αλλά και παντού. Το κλασικό μπαλέτο είναι ένα μουσειακό είδος το οποίο μόνο εξαίρετες αναβιώσεις μπορεί να γνωρίσει πια. Ακόμη και για τον νεοκλασικό χορό, αισθάνομαι ότι έχει κλείσει ο κύκλος».


Οι «Αιωρήσεις» παρουσιάζονται στο Μέγαρο Μουσικής το Σάββατο 5 και την Κυριακή 6 Δεκεμβρίου, στις 8.30 μ.μ. Χορογραφήθηκαν από τον Χάρη Μανταφούνη, σε συνεργασία με τους χορευτές της ομάδας του, που είναι οι: Αλέξανδρος Γιαννής, Λίλα Ζαφειροπούλου, Εφη Κολοβού, Ιρις Κυριακοπούλου, Ρένα Παπαντωνίου, Yvonne Ribar, Θανάσης Σολωμός, Αλτίν Χόντα. Τα σκηνικά είναι του Γιώργου Γαβαλά, τα κοστούμια του Kenny MacLellan και η μουσική επιμέλεια του Αργύρη Ζήλου.