Αρχιερείς των ελληνοφώνων Εκκλησιών κατηγορούν το Πατριαρχείο Σερβίας ότι αναγνωρίζει τη FYROM ως «Δημοκρατία της Μακεδονίας»

Το «κόλπο» με την Εκκλησία των Σκοπίων

Αρχιερείς των ελληνοφώνων Εκκλησιών κατηγορούν το Πατριαρχείο Σερβίας ότι αναγνωρίζει τη FYROM ως «Δημοκρατία της Μακεδονίας» Το «κόλπο» με την Εκκλησία των Σκοπίων Ο Τόμος της αυτονομίας και η θέση του Οικουμενικού Πατριαρχείου Μαρία Αντωνιάδου Ο Τόμος που εξέδωσε το Πατριαρχείο Σερβίας τον περασμένο Μάιο και, δεξιά, ο Πατριάρχης Σερβίας κ. Παύλος Για διγλωσσία κατηγορούν το Πατριαρχείο Σερβίας

Για διγλωσσία κατηγορούν το Πατριαρχείο Σερβίας αρχιερείς των ελληνοφώνων Εκκλησιών με αφορμή το ζήτημα της Εκκλησίας των Σκοπίων. Στο στόχαστρο της κριτικής τους βρίσκεται ο Τόμος που εξέδωσε τον περασμένο Μάιο το Βελιγράδι, με τον οποίο παραχωρεί στην Εκκλησία των Σκοπίων αυτονομία στο εσωτερικό του Πατριαρχείου Σερβίας. Ενώ με τον Τόμο ορίζεται η αυτόνομη Εκκλησία των Σκοπίων ως Αρχιεπισκοπή Αχρίδος και ικανοποιείται το αίτημα των ελληνοφώνων Εκκλησιών να μην υπάρχει επιθετικός προσδιορισμός με τον όρο Μακεδονία στην ονομασία της, ένα άλλο σημείο προκαλεί έντονο σκεπτικισμό. Πρόκειται για την αναφορά που γίνεται στον προσδιορισμό των επαρχιών που αποτελούν την Εκκλησία. Συγκεκριμένα στην έκτη παράγραφο του Τόμου αναφέρεται: «Το ημέτερον Αγιον Πατριαρχείον Πεκίου, κατά τους εσχάτους χρόνους γνωστόν και ως Σερβική Ορθόδοξος Εκκλησία, συνοδικώς ευλογεί, επικυροί, χορηγεί και αναγνωρίζει την εκκλησιαστικήν αυτονομίαν τής εν τη Δημοκρατία της Μακεδονίας Ορθοδόξου Εκκλησίας, η οποία αποτελείται από τις Επισκοπές Σκοπίων, Πρεσπών και Πελαγονίας (…)». Ο χαρακτηρισμός της FYROM ως Δημοκρατίας της Μακεδονίας προκάλεσε οργή, καθώς οι ελληνόφωνοι δεν επιθυμούν μια τέτοια αναφορά σε ένα τόσο επίσημο εκκλησιαστικό έγγραφο. Και δεν είναι λίγοι εκείνοι που υπενθύμιζαν ότι αντίστοιχη είναι και η στάση που τηρεί το Πατριαρχείο Μόσχας.


Ο προβληματισμός όμως εντείνεται από το γεγονός ότι, ενώ ο Τόμος υπεγράφη τον περασμένο Μάιο, σχεδόν δέκα μήνες μετά δεν έχει αποσταλεί ακόμη στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, το οποίο δεν ενημερώθηκε ούτε επίσημα ούτε ανεπίσημα από το Πατριαρχείο Σερβίας για το περιεχόμενό του αλλά τυχαία από το περιοδικό του Αρχιεπισκόπου Αχρίδος κ. Ιωάννη. Μάλιστα, σύμφωνα με πληροφορίες, είχε επανειλημμένως προσπαθήσει να ενημερωθεί για τις αποφάσεις που ελήφθησαν τον περασμένο Μάιο στο Βελιγράδι, αλλά «αντιμετώπιζε τα γρανάζια της γραφειοκρατίας ή της κωλυσιεργίας».


Ακόμη σημειώνεται ότι, ενώ λίγες ημέρες πριν από τη σύγκληση της σερβικής Ιεραρχίας δύο ιεράρχες που αποτελούν καθοριστικούς παράγοντες του Βελιγραδίου, οι Μητροπολίτες Μπάτσκας κ. Ειρηναίος Μπούλοβιτς και πρώην Βοσνίας και Ερζεγοβίνης κ. Αθανάσιος Γιέφτιτς, είχαν επισκεφθεί τον Οικουμενικό Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίο και τον ενημέρωσαν για τις γενικότερες προθέσεις και είχαν δεσμευθεί ότι θα αποστείλουν τον Τόμο, δεν το έπραξαν.


Οπως επισημαίνεται, ο κ.κ. Βαρθολομαίος έπρεπε να έχει ενημερωθεί καθώς τόσο με προτροπή του Πατριάρχη Σερβίας κ. Παύλου όσο και με παράκληση του πρωθυπουργού των Σκοπίων είχε αναλάβει πρωτοβουλία με ειδικό μεσολαβητή τον Αρχιεπίσκοπο Τιράνων κ. Αναστάσιο – έπεσε όμως στο κενό – για την επίλυση του περίπλοκου εκκλησιαστικού ζητήματος της σχισματικής από τη δεκαετία του ’50 Εκκλησίας των Σκοπίων, η οποία δεν αναγνωρίζεται από καμία χριστιανική Εκκλησία. Ετσι, αν ο Οικουμενικός Πατριάρχης κάνει αποδεκτό τον Τόμο, υπάρχει ο κίνδυνος να αναγνωρίσει τη FYROM με το όνομα Μακεδονία και αργότερα να γίνει επίκληση αυτού του εγγράφου.


Το εντυπωσιακό στην υπόθεση είναι ότι όλες οι ελληνόφωνες Εκκλησίες, με πρώτο το Οικουμενικό Πατριαρχείο και την Εκκλησία της Ελλάδος, έσπευσαν να συμπαρασταθούν και να διαμαρτυρηθούν σε παγκόσμιο επίπεδο για τη σύλληψη και τη φυλάκιση από τον περασμένο Ιούλιο ως και σήμερα του νέου Αρχιεπισκόπου Αχρίδος. Ο κ. Ιωάννης φυλακίστηκε επειδή, ενώ ήταν Μητροπολίτης Βελεσών της σχισματικής Εκκλησίας των Σκοπίων – της «Μακεδονικής Εκκλησίας», όπως είχε ονομαστεί από το καθεστώς Τίτο -, με την προτροπή των μητροπολιτών του Πατριαρχείου Σερβίας και επειδή εκτιμούσε ότι έτσι θα δοθεί μια λύση αποσχίστηκε και στη συνέχεια αποτέλεσε τον πρώτο Αρχιεπίσκοπο Αχρίδος ο οποίος αναγνωρίζεται από όλες τις Ορθόδοξες και τις Χριστιανικές Εκκλησίες.


Αξίζει να σημειωθεί ότι όλες οι ελληνόφωνες Εκκλησίες ήταν εξαιρετικά προσεκτικές στις κινήσεις στήριξης του κ. Ιωάννη και πάντα προσδιόριζαν τα Σκόπια ως FYROM, αφού γνώριζαν ότι τα έγγραφά τους μπορούν να χρησιμοποιηθούν και για πολιτικούς και διπλωματικούς σκοπούς.


ΣΤΕΦΑΝΟΣ Αρχιεπίσκοπος Ταλλίνης και πάσης Εσθονίας Οι σχέσεις μας με το Πατριαρχείο Μόσχας


Με αφορμή τη συνέντευξη του Πατριάρχη Μόσχας και πάσης Ρωσίας κ. Αλεξίου B´ στο «Βήμα» στις 8.1.2006, ο Αρχιεπίσκοπος Ταλλίνης και πάσης Εσθονίας κ. Στέφανος απέστειλε την εξής επιστολή:


«Το Αυτόνομο παραχωρήθηκε στην Εκκλησία μας από το Οικουμενικό Πατριαρχείο το 1923, ακριβώς αμέσως μετά τη διεθνή επικύρωση της Συνθήκης του Tartu της 2ας Φεβρουαρίου 1920, με την οποία η Ρωσία αναγνώριζε την ανεξαρτησία της Εσθονίας. Ωστόσο στη συνέχεια, ακόμη και μέχρι πρόσφατα, οι ρωσικές Αρχές, τόσο πολιτικές όσο και εκκλησιαστικές, δεν έπαψαν ποτέ να την αρνούνται ανοιχτά. Σύμφωνα με αυτές, το εσθονικό κράτος δεν υφίσταται παρά μόνον από το 1991, τα σταλινικά στρατεύματα δεν κατέλαβαν ποτέ τη χώρα, αλλά αντίθετα την απελευθέρωσαν από τους ναζί. Με την έννοια αυτή, η Εσθονία παραμένει πάντα κανονικό έδαφος του Πατριαρχείου Μόσχας, παρά το γεγονός ότι η Εσθονία δεν υπήρξε ποτέ ενσωματωμένη στο εσωτερικό των εδαφικών ορίων που όριζε ο Τόμος της Αυτοκεφαλίας για την Εκκλησία της Ρωσίας.


Αυτό αιτιολογεί ενώπιόν τους την αυθαίρετη και πέρα για πέρα αντικανονική κατάλυση του Αυτονόμου μας την 9η Μαρτίου 1945 από το τότε σταλινικό καθεστώς με τη συνδρομή και συναίνεση του Πατριαρχείου Μόσχας. Για τον λόγο αυτό έπρεπε ό,τι εσθονικό ορθόδοξο είχε οικοδομηθεί στα γόνιμα χρόνια του ελευθέρου βίου και της Αυτονομίας (1923-1940) να ρωσοποιηθεί και να υπαχθεί στη… «Μητέρα Εκκλησία» (sic), που διακήρυσσε απερίφραστα με το στόμα του Μητροπολίτη τότε Ταλλίνης Αλεξίου (1961/68-1986) και νυν Πατριάρχη Μόσχας: «Ο,τι είναι εσθονικό, είναι λουθηρανικό· ό,τι είναι ρωσικό, είναι ορθόδοξο». Και έτσι ο ίδιος από ποιμένας ενός λαού, έγινε κατακτητής με τους κατακτητές και θιασώτης ενός αιωνιστικού συστήματος στη χώρα που γεννήθηκε…


Παρ’ όλα αυτά, ο Αλέξιος ο B´ δεν κατόρθωσε να εξανεμίσει αυτό που απέμενε από την Ορθόδοξη Εκκλησία της Εσθονίας. Ωστόσο, αυτή επιβίωσε τόσο στην εξορία όσο και στο εσωτερικό της σοβιετικής κυριαρχίας. Αυτό το γνώριζε πολύ καλά ο ίδιος, και ήδη στα 1978, όταν διαπίστωσε την αποτυχία του, απευθύνθηκε άμεσα στο Οικουμενικό Πατριαρχείο για να αναιρέσει τον Τόμο της Αυτονομίας για λόγους εκκλησιαστικής ενότητας (sic), σημαίνοντας έτσι ταυτόχρονα ότι διά της καταφυγής του στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως αναγνωρίζει πως η δικαιοδοσιακή αρμοδιότητα στην Εκκλησία της Εσθονίας ανήκει στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Αυτός που, πέντε χρόνια μετά από αδιάκοπες διαπραγματεύσεις (1991-1996), δεν κατάφερε να καταλήξει σε καμία συμφωνία με τον εσθονικό κλήρο και τον ορθόδοξο λαό, οι οποίοι του διεξήγησαν σαφέστατα την απόλυτη άρνησή τους να παραμένουν εσαεί κάτω από την υπαγωγή του Πατριαρχείου Μόσχας. Μετά από όλα αυτά, ο ίδιος ο Προκαθήμενος της Ρωσικής Εκκλησίας, το ίδιο πρόσωπο τότε και τώρα, εμφανίζεται έκπληκτος και αναρωτούμενος πώς είναι δυνατόν το Οικουμενικό Πατριαρχείο να επιλαμβάνεται της επανενεργοποίησης του Αυτονόμου της Εκκλησίας της Εσθονίας (1996)!


Υπάρχει και ένα άλλο σοβαρό ζήτημα. Προξενεί εντύπωση ο εξερχόμενος λόγος από χείλη Προκαθημένου να θεωρεί την ύπαρξή μας ως λόγο καταστροφής της «εκκλησιαστικής ειρήνης για δεκάδες χρόνια στην Εσθονία», παρ’ όλο που γνωρίζει πολύ καλά ότι στη χώρα μας είναι κοινό το αίτημα της συντριπτικής πλειοψηφίας των Ορθοδόξων να αποκατασταθεί η εκκλησιαστική κοινωνία μεταξύ τους. Αυτό αναμφίβολα λέγεται με σκοπό να αποπροσανατολίσει αυτό το κοινό ορθόδοξο αίτημα, για να παραμένουν ζωντανά τα ερείσματα ρωσικής παρουσίας και επίτευξης εθνο-πολιτικών σκοπιμοτήτων στην εσθονική γη.


Επαναγάγοντας την Αυτονομία μας, το Οικουμενικό Πατριαρχείο εκχώρησε ευγενώς στο Πατριαρχείο Μόσχας τη δυνατότητα να συνεχίσει να διατηρεί στην Εσθονία μια δική του δικαιοδοσία (συμφωνία της Ζυρίχης του 1996). Είναι καιρός ο Πατριάρχης Αλέξιος B’ να παύσει να εμφανίζει ασταμάτητα εναντίον μας την άδικη και αδικαιολόγητη επιθετική του στάση αποικιοκρατικού τύπου, που δεν έχει καμία σχέση με την Εκκλησιολογία και την Κανονική Παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας.


Για τον λόγο αυτό ας μου επιτραπεί να υπενθυμίσω εκείνη τη ρήση που έλεγε κάποτε γι’ αυτόν ο γαλλικός Τύπος: «Ο Θεός εμπιστεύεται εύκολα στον άνθρωπο βασίλειο, δύναμη και δόξα, αλλά πρόκειται για μια απατηλή ευκολία, και το καθετί έχει ένα κόστος. Και όταν δεν μπορείς να το ξεχρεώσεις, τότε φαλιρίζεις…» (Iakov Krotov, Courrier International, παράρτημα στους αρ. 456-457-458/29.7.1999, σελ. 21)».

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Archive
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk