Είναι ξεκάθαρη
και έντονα χαραγμένη η χαρά στο πρόσωπο του μικρού για τα εννιά κουτιά «αποβουτυρωμένου γάλακτος με κακάο» που έπεσαν στο μερίδιό του. Εκείνες τις στιγμές σίγουρα είχε ξεχάσει της προσφυγιάς τους πόνους. Μπορούμε να είμαστε περήφανοι λοιπόν που η δική μας, η ελληνική (όπως φαίνεται από το κουτί), προσφορά επέτρεψε σε αυτό το προσφυγόπουλο «να κάνει Πάσχα» μαζί μας ­ κι ας είναι μουσουλμανάκι. Να ακούει στο μέλλον «ορθόδοξος» και να μην του «σηκώνεται η τρίχα».


* Είμαι ακόμη γριπιασμένος και δίβουλος: να μείνω Αθήνησι ή να πάρω κι εγώ των ομματιών μου για την επαρχία, αναζητώντας σε μικρές εκκλησίες και ακόμη μικρότερα μπαρ την αυθεντικότητα του Επιτάφιου και του ελληνικού Πάσχα; Οι μισοί φίλοι θα μείνουν εδώ, το ένα τέταρτο φεύγουν για αιγαιοπελαγίτικα νησιά και το άλλο τέταρτο για στερεοελλαδίτικα και ηπειρωτικά βουνά. Με ποιους να πάω και ποιους ν’ αφήσω;


Τέτοιες ημέρες, οι συγγενείς είναι μια κάποια λύση διότι δεν είσαι υποχρεωμένος να διαλέξεις, απλώς τους ακολουθείς. Αποτελούν όμως τόσο μεγάλο βάρος όλες τις υπόλοιπες, ώστε καλύτερα που μου λείπουν ­ η ελευθερία της βούλησης είναι πολύτιμο αγαθό, δηλαδή πληρώνεις ακριβά για να το αποκτήσεις και ακόμη ακριβότερα για να το διατηρήσεις, θα μπορούσε να έχει πει ο Σπινόζα.


* Εκείνα τα ξεκοιλιασμένα σπίτια της Πρίστινα, όπου δοκάρια, κεραμίδια, έπιπλα, σώματα, σκεύη και πλίθες έχουν γίνει ένα, μου ραγίζουν την καρδιά, πολύ περισσότερο από τις γέφυρες που κόβονται στη μέση ή τα μεγαθήρια από μπετόν που τα τσακίζουν οι «Κρουζ» σαν κουκλόσπιτα. Πρέπει να φταίει η πλίθα, αυτό το κομμάτι από πηλό, το ανακατωμένο με άχυρο και ξεραμένο στον ήλιο, που έχει χρησιμοποιηθεί ως οικοδομικό υλικό. Κάποια παιδική ανάμνηση χωρικών που δίπλα στην όχθη ποταμού «κόβουν πλίθες» ξυπνά μέσα μου.


Θυμάμαι ένα γνωμικό, ότι η πλίθα λέει στην πέτρα «φύλαξέ με από νερό, να σε φυλάξω από σεισμό» ­ ότι δηλαδή τα πλίθινα σπίτια είναι ανθεκτικά στους σεισμούς αλλά κινδυνεύουν να γίνουν πάλι πηλός από τις βροχές. Από τους «Κρουζ» ούτε η πλίθα ούτε η πέτρα ούτε το μπετόν και το ατσάλι μπορούν να προφυλάξουν.


* Με τη μορφή που τον είδαμε τούτες τις τρεις εβδομάδες, ο πόλεμος φαίνεται να τελειώνει: οι Σέρβοι έδιωξαν σχεδόν όλους όσους ήθελαν να διώξουν, οι Σύμμαχοι κατέστρεψαν σχεδόν όλα όσα σχεδίαζαν να καταστρέψουν ­ τι θα γίνει τώρα;


Μα είναι φανερό: θα έχουμε συνεχείς επιθέσεις ειρήνης από τον Μιλόσεβιτς που πέτυχε αυτό που ήθελε: να εκκαθαρίσει μέγα μέρος του Κοσσυφοπεδίου από τους ανεπιθύμητους αλβανόφωνους, πρώην γιουγκοσλάβους πολίτες. Τώρα πρέπει να εξασφαλίσει με πολιτικά μέσα την επί του πεδίου νίκη του πάνω στον άμαχο πληθυσμό και στους αντάρτες του UCK. Να εξασφαλίσει δηλαδή για τον εαυτό του το μέγιστο δυνατό κομμάτι του ξεκαθαρισμένου Κοσσυφοπεδίου ­ και ας κάνουν ό,τι θέλουν με το υπόλοιπο Σύμμαχοι, Αλβανοί, Σλαβομακεδόνες.


Ηδη ανήγγειλε «μονομερή εκεχειρία» ­ εναντίον ποίου πολεμούσε τόσον καιρό δεν μας το ξεκαθάρισε ούτε ο Μιλόσεβιτς ούτε όσοι του συμπαρίστανται. Αλλά προκύπτει, μου φαίνεται, αν σκεφθούμε ποιοι ήταν τα θύματα ­ οι 900.000 πρόσφυγες που διασπείρονται σε όλα τα σημεία του πλανήτη μας. Αυτοί ήσαν οι εχθροί του γιουγκοσλαβικού καθεστώτος. Και ηττήθηκαν.


Τώρα μπορεί να είναι γενναιόδωρος ο Μιλόσεβιτς: και με τον Ρουγκόβα να συνομιλεί και την απελευθέρωση των τριών αμερικανών ομήρων να διαπραγματεύεται και ευγενικές χειρονομίες να κάνει ­ διότι δεν έχει κακή ψυχή, δεν κρατά κακία: απλώς να «ξεκληρίσει τους Αλβανούς» ήθελε, όπως επιγραμματικά το είπε ο Γ. Ράλλης μπροστά στις κάμερες.


* Οι Σύμμαχοι από αυτές τις «ρουκέτες φιλίας» πρέπει να προφυλαχθούν και όχι από τα αναποτελεσματικά πυρά της σερβικής αεράμυνας. Από αυτά τα ειρηνιστικά βεγγαλικά που θέλουν να μας κάνουν να ξεχάσουμε πως ένας ολόκληρος λαός κινδυνεύει να πάψει να υπάρχει. Γιατί ο λαός δεν είναι τα άτομα ­ ο λαός είναι οι συλλογικότητες, οι οικογενειακοί και κοινωνικοί θεσμοί που εμπεριέχουν τα άτομα, οι χώροι στους οποίους αναπτύσσονται. Και όλα αυτά η εθνοκάθαρση του Μιλόσεβιτς τα διέλυσε.


Οι λαοί των 19 χωρών του ΝΑΤΟ μπορεί να είναι φιλειρηνικοί, μπορεί να είναι κατά της εθνοκάθαρσης, μπορεί να μη θέλουν να υπάρχουν στον κόσμο τούτο πρόσφυγες ­ αλλά τι αντίτιμο είναι διατεθειμένοι να καταβάλουν για όλα αυτά; Τα 600 τόσα εκατομμύρια κατοίκων των χωρών αυτών μπορούν να δώσουν αγόγγυστα τις 1.000, τις 10.000 δραχμές που κοστίζει στον καθέναν ο πόλεμος ­ αλλά πόσες ζωές παιδιών τους θα πρόσφεραν θυσία για να επιστρέψουν οι μακρινοί και άγνωστοι Κοσοβάροι Αλβανοί στις εστίες τους, για να υπάρξουν ξανά ως λαός; Οικειοθελώς, ούτε μία, μου φαίνεται.


Αν λοιπόν ο Μιλόσεβιτς αρχίσει τις «φιλειρηνικές πρωτοβουλίες», οι Σύμμαχοι θα έχουν μεγάλο πρόβλημα να επιβάλουν την επιστροφή των Κοσοβάρων με χερσαίες επιχειρήσεις: Τι δουλειά έχουμε εμείς, θα πουν τα 600 εκατομμύρια άνθρωποι, να θέλουμε να επιβάλουμε τη θέλησή μας σε 10.000.000 Σέρβους για να διασωθεί ένας λαός 2.000.000 και να μείνουν ως έχουν τα σύνορα στη Βαλκανική; Δικές τους είναι οι μειονότητες, δικά τους και τα σύνορα, ας τα κάνουν ό,τι θέλουν οι Βαλκάνιοι.


Και ίσως μας αφήσουν ήσυχους Ελληνες, Βούλγαρους, Σλαβομακεδόνες, Τούρκους, Αλβανούς, Σέρβους, Κροάτες, Βόσνιους και λοιπούς να βγάλουμε τα μάτια μας μόνοι μας, χωρίς τις αδιάκριτες επεμβάσεις γειτόνων ­ Ιταλών, Γερμανών, Γάλλων, Αυστριακών, Τσέχων, Ούγγρων και λοιπών πληρωμένων Ευρωπαίων που καταστρέφουν την Ευρώπη χάριν των Αμερικανών· που την υποδουλώνουν στις ορέξεις του υπερατλαντικού σατανά, οι αισχροί. Ευρωπαίοι, σου λέει! 350.000.000 ορντινάντσες των Αμερικανών είναι, οι ασυνείδητοι. Ευτυχώς που υπάρχουν οι ελληνικές εφημερίδες και σταθμοί, τα ελληνικά κόμματα, που καταλαβαίνουν ποιο είναι το συμφέρον της Ευρώπης ­ το συμφέρον της Σερβίας, βέβαια.


* Με άλλα λόγια, αγαπητό ημερολόγιό μου, αυτό που παίζεται από το ποιος θα υποχωρήσει δεν είναι η «αξιοπιστία του ΝΑΤΟ» αλλά η τύχη των μειονοτήτων και τα σύνορα των χωρών της Βαλκανικής: αν οι Σύμμαχοι υποχωρήσουν τώρα από τους όρους που είχαν βάλει (επιστροφή προσφύγων, αποχώρηση στρατού, ειρηνευτική δύναμη), ουσιαστικά θα έχουν αλείψει με βούτυρο τις φέτες του ψωμιού τις οποίες ο Μιλόσεβιτς από το 1989 είχε κόψει για να φτιάξει το αγαπημένο έδεσμά του: σάντουιτς με κοσοβάρους Αλβανούς.


* Οχι ότι δεν υπήρχαν και από την πλευρά των Αλβανών κάποιοι που ορέγονταν σάντουιτς με κοσοβάρους Σέρβους, αλλά σε τέτοιου τύπου αναμετρήσεις τους όρους και τα όρια της αντιπαράθεσης τους καθορίζει ο ισχυρός: καίτοι υπάρχουν αιμοβόροι εθνικιστές μεταξύ των Βάσκων, των Κορσικανών, των Ιρλανδών καθολικών, των Αυστριακών του Ανω Αδίγη, οι ηγέτες της Ισπανίας, της Γαλλίας, της Βρετανίας, της Ιταλίας δεν προχώρησαν σε εθνοκάθαρση των μειονοτήτων τους: κάτι τέτοιες «λεπτομέρειες» καθορίζουν τη γραμμή βαρβαρότητας και πολιτισμού σε τούτο το τέλος του 20ού αιώνα.


* Την πήραν κατά λέξη τη συμβουλή του Ρότσιλντ οι Ελληνες και αγοράζουν όλοι σαν τρελοί μετοχές τώρα που «το αίμα τρέχει στους δρόμους». Από λιμιτάπ σε λιμιτάπ οι ορθόδοξοι επενδυτές, έσπευσαν μεγαλοβδομαδιάτικα να «προεξοφλήσουν την Ανάσταση».


Στο πολιτικό χρηματιστήριο λιμιτάπ κάνει όποιος βρίζει το ΝΑΤΟ, την Ενωση και τους αμερικανουσφονιαδεστωνλαών. Κι όποιος σφίγγει και το χέρι του Μιλόσεβιτς ή εμφανιστεί σε πλατεία του Βελιγραδίου κάνει επιπλέον μπίνγκο και θέτει υποψηφιότητα για το βαλκανικό τζακ ποτ των εθνοκαθάρσεων που έπρεπε να είχαν κληρωθεί αλλά, από τύχη, συσσωρεύονται ­ περιμένοντας τον σούπερ-Μιλόσεβιτς που θα τις πραγματοποιήσει.


* Τελικά, το αποφάσισα: θα μείνω εδώ. Εχω χορτάσει ελληνική αυθεντικότητα ­ την πουλάνε τα μέντια τρεις δεκάρες η οκά. Θα μείνω εδώ, ελεύθερος κοσμοπολίτης χωρίς δεσμά, χωρίς δεσμούς ­ και με ολίγη γρίπη. Diodorus@tovima.gr