ΟΙ ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΕΙΣ σε παράγωγα συναλλαγματικά προϊόντα μπορεί να αποδείχθηκαν επικερδείς, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι το είδος αυτό των τοποθετήσεων προσφέρεται για εύκολο και απροβλημάτιστο κέρδος. Το αντίθετο. Για να μπορέσει κανείς να παρακολουθεί στοιχειωδώς τη συγκεκριμένη αγορά και να μπορεί να παίρνει ορισμένες αποφάσεις μόνος του, που θα τις εξαργυρώσει αν είναι σωστές σε κέρδη, θα πρέπει να παρακολουθεί συνεχώς τι συμβαίνει όχι μόνο στην ελληνική οικονομία αλλά και σε πολλές χώρες ανά τον κόσμο. Αυτό είναι απαραίτητο, αφού η επένδυσή σας θα είναι πλέον συνδεδεμένη, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, με τις ισορροπίες που διαμορφώνονται κάθε φορά στην παγκόσμια οικονομική σκηνή.


Η τράπεζά σας με την οποία θα συνεργαστείτε θα σας ενημερώσει βέβαια για τις επενδυτικές δυνατότητες που υπάρχουν αλλά θα πρέπει να σας πει, όπως οι περισσότερες το κάνουν, ότι οι πράξεις σε options δεν ενδείκνυνται για πολλούς επενδυτές. Οποιος επιθυμεί να πραγματοποιήσει μια πράξη option θα πρέπει να γνωρίζει κατά πόσον η πράξη που επιθυμεί να κάνει δικαιολογείται από την εμπειρία που έχει, τους επιθυμητούς στόχους του αλλά και τις συγκυρίες που ισχύουν κάθε φορά.


«Οι πράξεις σε options έχουν έναν υψηλό βαθμό κινδύνου», αναφέρουν οι οδηγίες που δίνει η Διεύθυνση Διαχείρισης Διαθεσίμων της Αλφα Τράπεζας Πίστεως. «Οι αγοραστές και οι πωλητές θα πρέπει να γνωρίζουν τα είδη των options στα οποία σκοπεύουν να συμμετάσχουν καθώς και τους σχετικούς κινδύνους. Πρέπει να υπολογιστεί το μέγεθος της κίνησης που πρέπει να πραγματοποιηθεί προκειμένου η θέση του επενδυτή στο option να είναι κερδοφόρα, αφού ληφθεί υπόψη το ύψος του premium, δηλαδή του ποσού που πληρώνει κανείς στην τράπεζα ως ποσοστό της αξίας του αγαθού στο οποίο αντιστοιχεί το option καθώς και όλα τα σχετικά έξοδα της πράξης».


Ο αγοραστής ενός option θα πρέπει είτε να εξασκήσει το δικαίωμά του είτε να το αφήσει να εκπνεύσει ανεκτέλεστο. Η εξάσκηση του δικαιώματος συνεπάγεται είτε τον διακανονισμό μετρητοίς είτε την παράδοση ή την παραλαβή του υποκείμενου αγαθού. Αν το option, που είναι το δικαίωμα αγοράς, αναφέρεται σε ένα άλλο προϊόν, το future, που είναι η συμφωνία μελλοντικής αγοράς, ο αγοραστής θα κατέχει με την εξάσκησή του ένα future το οποίο έχει τους ίδιους κινδύνους. Αν το option εκπνεύσει ανεκτέλεστο, ο αγοραστής θα υποστεί ολική απώλεια της επένδυσής του που θα αποτελείται από το premium και την προμήθεια. Αν κάποιος σκοπεύει να αγοράσει ένα option με χαμηλό premium, θα πρέπει να γνωρίζει ότι η πιθανότητα το option αυτό να καταστεί κερδοφόρο είναι σχετικά μικρή.


Η πώληση ενός option έχει υψηλότερους κινδύνους από την αγορά του. Αν και το premium που εισπράττει ο πωλητής είναι σταθερό, μπορεί να υποστεί μια ζημία πολύ μεγαλύτερη του εισπραχθέντος premium. Ο πωλητής είναι υπεύθυνος για την καταβολή υψηλότερης εγγύησης (margin) προκειμένου να κρατήσει τη θέση του.


Αν οι αγορές κινηθούν αντίθετα με τη θέση του πωλητή και ο αγοραστής εξασκήσει το δικαίωμά του, ο πωλητής θα αναγκασθεί είτε να κάνει διακανονισμό τοις μετρητοίς είτε να παραλάβει το υποκείμενο αγαθό και να δημιουργήσει μια future θέση με τους κινδύνους που συνεπάγεται αυτό. Αν το πωληθέν option αντιστοιχεί σε μια θέση είτε σε spot, είτε σε future, είτε σε άλλο option που κατέχει ο πωλητής, ο κίνδυνος μειώνεται. Αν το πωληθέν option δεν αντιστοιχεί σε καμία τέτοια θέση, τότε η ζημιά που μπορεί αυτό να δημιουργήσει μπορεί να είναι απεριόριστη.


Ο επενδυτής που επιθυμεί να κάνει πράξεις σε αυτά τα προϊόντα θα πρέπει να υπολογίζει προτού προχωρήσει σε κάποιες αποφάσεις το ύψος των προμηθειών ή άλλων εξόδων που θα του χρεώσει η τράπεζα. Και πρέπει βεβαίως να υπολογίζει ότι τα έξοδα αυτά θα περιορίσουν το κέρδος, αν τελικά υπάρχει, ή θα αυξήσουν τη ζημία.


Το ύψος των προμηθειών που εισπράττουν οι τράπεζες δεν είναι καθορισμένο, είναι απολύτως διαπραγματεύσιμο και εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, που έχουν να κάνουν κυρίως με τη σχέση που έχει αναπτύξει κάποιος με την τράπεζά του. Το ύψος των συμβολαίων που μπορεί να αγοράσει κανείς στην ελληνική αγορά παραγώγων προϊόντων ξεκινά από 100.000 δολάρια (26 εκατ. δραχμές) αλλά το ποσό αυτό δεν αντιπροσωπεύει το ύψος της επένδυσης που πραγματοποιείται. Συνήθως η τράπεζα ζητά από τον πελάτη της είτε την κατάθεση είτε τη δέσμευση από υπάρχοντα λογαριασμό ποσού ίσου με το 1/10, δηλαδή 10.000 δολάρια (2,6 εκατ. δρχ.), για να προχωρήσει σε ένα συμβόλαιο.