Το τελευταίο διάστημα αρκετοί αποταμιευτές αμοιβαίων κεφαλαίων προχώρησαν σε εξαγορά των μεριδίων τους. Η επικαιρ!ότητα λοιπόν έφερε στο προσκήνιο το ζήτημα του χρόνου μέσα στον οποίο οι εταιρείες διαχείρισης υποχρεούνται να καταβάλουν την αξία των μεριδίων στους δικαιούχους. Ο Ν. 1969/91 αναφέρει ότι η αξία των μεριδίων που εξαγοράζονται καταβάλλεται σε μετρητά μέσα σε πέντε ημέρες από την ημέρα υποβολής της αίτησης για την εξαγορά των μεριδίων. Η αρχική διατύπωση παρείχε τη δυνατότητα για διττή ερμηνεία. Ωστόσο, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς με οδηγία της διευκρινίζει ότι το προβλεπόμενο από τον νόμο διάστημα αφορά πέντε ημερολογιακές ημέρες και όχι πέντε εργάσιμες.
Είναι όμως πιθανό να υπάρχουν εταιρείες που ερμηνεύουν και σήμερα τον νόμο με το δικό τους τρόπο. Επιπλέον, η κάθε εταιρεία που διαχειρίζεται ένα αμοιβαίο κεφάλαιο εφαρμόζει διαφορετική τακτική, η οποία πολλές φορές εκπηγάζει από τις ανάγκες ρευστότητας της στιγμής που γίνεται η εξαγορά. Συνήθης πρακτική για αμοιβαίο κεφάλαιο της κατηγορίας «διαχείρισης διαθεσίμων» είναι να καταβάλει το τίμημα την ίδια ημέρα κατά την οποία υποβάλλεται η αίτηση εξαγοράς.
Αν πρόκειται για «μετοχικό», το χρονικό διάστημα ποικίλλει ανάλογα με την εταιρεία, φθάνοντας ωςτο προβλεπόμενο πενθήμερο. Οι άνθρωποι των αμοιβαίων κεφαλαίων εξηγούν ότι οι τοποθετήσεις αυτού του είδους δεν είναι και δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται σαν τραπεζικές καταθέσεις. Μια εντολή πώλησης από κάποιο πελάτη σημαίνει ενδεχομένως μια αντίστοιχη πράξη στο Χρηματιστήριο, πράγμα που απαιτεί χρόνο.
Ο νόμος που αναφέραμε προβλέπει επίσης ότι «σε εξαιρετικές περιπτώσεις επιτρέπεται με προηγούμενη έγκριση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς η αναστολή της εξαγοράς των μεριδίων για χρονικό διάστημα μέχρι τριών μηνών», όπως επίσης και ότι «ο κανονισμός του αμοιβαίου κεφαλαίου δύναται να περιέχει ειδικές διατάξεις για την αναστολή της εξαγοράς μεριδίων».
Θα πρέπει να γίνει σαφές ότι η παρεχόμενη από τον νόμο δυνατότητα ουδέποτε εφαρμόσθηκε, αν και προς το τέλος του 1997 και τις αρχές του 1998, όταν η νομισματική κρίση έφθασε στο απόγειό της, το ενδεχόμενο αυτό ήταν ορατό.
Πέρυσι όμως, λίγο πριν από την υποτίμηση της δραχμής, υπήρξαν και ορισμένες εταιρείες οι οποίες, πουλώντας κρατικά ομόλογα όταν οι τιμές είχαν υποχωρήσει στο χαμηλότερο σημείο, ενέγραψαν τη ζημιά στους μεριδιούχους τους.
Ο κ. Π. Καβουρόπουλος, γενικός διευθυντής της Ενωσης Θεσμικών Επενδυτών, με βάση την προσωπική του πείρα αλλά και την πείρα των εταιρειών που εκπροσωπεί, θεωρεί πως «οι επενδυτές ή αποφεύγουν ή βαριούνται να μελετήσουν το υλικό που είναι υποχρεωμένες να δίνουν οι εταιρείες, με αποτέλεσμα ενίοτε να δημιουργούνται παρεξηγήσεις» και καταλήγει συνιστώντας σε όλους «να μελετούν με προσοχή τα σχετικά έντυπα».
Εξηγεί για τους αναγνώστες του «Βήματος» ότι ο νόμος προβλέπει τη δημιουργία συστήματος για την πλήρη κατοχύρωση των μεριδιούχων. Στο πλαίσιο αυτό υπάρχουν διατάξεις που αφορούν την έντυπη πληροφόρηση των επενδυτών πριν από την είσοδό τους σε κάποιο αμοιβαίο κεφάλαιο.



