Είκοσι χρόνια σχεδόν μετά τον πρόωρο θάνατο του ποιητή Αρη Αλεξάνδρου, ο στενός φίλος και συνοδοιπόρος σε μια μεγάλη φάση της μακράς πορείας, ο Δημ. Ραυτόπουλος, δημοσιεύει μιαν ογκώδη μονογραφία αφιερωμένη στη ζωή και στο έργο ενός σπάνιου πνευματικού ανθρώπου που επέλεξε «τη μοναξιά μέσα στη δίνη της ιστορίας». Αναρωτιέμαι τι μπορεί να σημαίνει για τους νεότερους αναγνώστες η έκφραση «μοναξιά μέσα στη δίνη της ιστορίας». Αναρωτιέμαι ακόμη τι μπορεί να σημαίνει η «περίπτωση Αλεξάνδρου» για τη γενιά που ανδρώθηκε μετά το απριλιανό πραξικόπημα, το οποίο αποτέλεσε την κορύφωση των εμφυλίων συρράξεων του τόπου αλλά και την αρχή του τέλους των. Η ιστορία μας, από τη μεταπολίτευση και μετά, κυλάει με άλλους ρυθμούς, κάποτε διαγράφει ενδιαφέρουσες φάσεις, αλλά, όπως και να το κάνουμε, «δίνες» δεν σχηματίζει. Αλλου είδους μοναξιές μάς βασανίζουν σήμερα, έστω και αν δεν τις επιλέγουμε πάντα.


Το βιβλίο του Δημήτρη Ραυτόπουλου, ενός από τους σημαντικότερους κριτικούς της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, μας μεταφέρει σε μιαν άλλη εποχή, όχι πολύ μακρινή αλλά όχι κατ’ ανάγκην και οικεία. Οσο πολυσυζητημένη και αν είναι η εποχή της Κατοχής και του Εμφυλίου, ούτε τα περιγράμματά της είναι σαφώς διαγεγραμμένα ούτε οι ποικίλες πτυχές της γνωστές ­ στην κοινή συνείδηση, εννοώ. Ξαφνιάζομαι κάθε φορά που ακούω αναγνώστες μυθιστορημάτων αναφερομένων σε εκείνη την περίοδο να δηλώνουν ότι διαβάζοντάς τα «μαθαίνουν την ιστορία μας».


Στέκομαι σε αυτή την πλευρά του ζητήματος για να τονίσω ότι ο Δημ. Ραυτόπουλος δεν θεωρεί αυτονόητη τη γνώση του ιστορικού πλαισίου και παρέχει ­ με μικρότερα τυπογραφικά στοιχεία ­ όλες τις αναγκαίες πληροφορίες ώστε ο αναγνώστης του βιβλίου του να σχηματίζει σαφή εικόνα του σκηνικού μέσα στο οποίο εκτυλίχθηκε η δράση, διαμορφώθηκε η στάση και σχηματίστηκε το έργο του ποιητή, μεταφραστή και πεζογράφου Αρη Αλεξάνδρου, ο οποίος είχε το σθένος να κάνει έμβλημά του το «ούτε ξένος ούτε συνένοχος» σε μια εποχή κατά την οποία οι αντίπαλες ιδεολογίες, μέσα στη δίνη της αλληλοεξοντωτικής θηριωδίας τους, είχαν αναγάγει σε δόγμα (και καθημερινή πρακτική) το σύνθημα «πας μη μεθ’ ημών καθ’ ημών».


«Αρης Αλεξάνδρου», λοιπόν, «ο εξόριστος». Η οικονομία του τίτλου, υποθέτω, δεν επέτρεψε έναν πληρέστερο προσδιορισμό: «ο εξόριστος και αυτοεξόριστος». Οπως και να ‘ναι, η εξορία στάθηκε η μοίρα του, την οποία ο ποιητής αποδέχεται για να την αναγάγει σε στάση ζωής, σε φιλοσοφία. Γεννημένος το 1922 στο Πέτρογκραντ, από ρωσίδα μητέρα και έλληνα πατέρα, αναγκάζεται, σε ηλικία έξι ετών, ακολουθώντας την οικογένειά του που καταφεύγει στη Θεσσαλονίκη αρχικά και στην Αθήνα αργότερα ­ για να γλιτώσει από την πείνα των αμέσως μετεπαναστατικών χρόνων ­ να δοκιμάσει τον πρώτο εκπατρισμό και συνάμα την πρώτη αποκοπή από τη μητρική του γλώσσα. Σε ώριμη πια ηλικία, λίγο πριν από το απριλιανό πραξικόπημα, αποφασίζει μαζί με τη γυναίκα του, την ποιήτρια Καίτη Δρόσου, να εκπατριστεί ξανά, στο Παρίσι αυτή τη φορά, και να μετακομίσει στη γαλλική γλώσσα, στην οποία και θα γράψει μερικά από τα τελευταία του ποιήματα. Στο μεταξύ, οι εμφυλιακές και μετεμφυλιακές κυβερνήσεις τον εξορίζουν σε διάφορα ξερονήσια ή τον φυλακίζουν, ενώ ο ίδιος περιπλανάται διαρκώς από γλώσσα σε γλώσσα, καθώς, αδυνατώντας να ασκήσει άλλο επάγγελμα, γίνεται ο ακάματος μεταφραστής που θα χαρίσει στη γλώσσα μας πάμπολλες εξαίρετες μεταφράσεις από τα ρωσικά, τα γαλλικά, τα αγγλικά, τα γερμανικά, τα ισπανικά, τα ιταλικά ­ και ένας θεός ξέρει από ποιες ακόμη γλώσσες.


Ως εδώ, η μοίρα του θα μπορούσε να φανεί ότι μοιάζει με τη μοίρα πολλών νέων της γενιάς του, ιδιαίτερα όσων πρώιμα εντάχθηκαν στην Αριστερά. Ωστόσο, η μοίρα του Αλεξάνδρου αρχίζει να αποκλίνει, πρώιμα επίσης, όταν μέσα στην Κατοχή, το 1942, η ηγεσία του ΚΚΕ καταγγέλλει για χαφιεδισμό τρεις φίλους του, με ανυπόστατες κατηγορίες. Και ενώ οι «χαφιέδες» ή «γκεσταπίτες» απομονώνονται, ο Αρης Αλεξάνδρου παραιτείται από το κόμμα για να μείνει πιστός στους φίλους του. (Ενας εξ αυτών, ο μακαρίτης σήμερα Χρήστος Θεοδωρόπουλος, υπήρξε στενός φίλος του γράφοντος, ο οποίος έχει ιδίαν αντίληψιν πολλών προσώπων και καταστάσεων που αποτυπώνονται στη μονογραφία του Δ. Ραυτόπουλου και ως εκ τούτου αδυνατεί να υποκριθεί ότι μπόρεσε να τη διαβάσει χωρίς έντονη προσωπική συγκίνηση). Ας είναι. Η παραίτηση από το κόμμα για τον Αλεξάνδρου δεν σημαίνει εγκατάλειψη των αγώνων στους οποίους πίστεψε ή απάρνηση των συντρόφων, έστω και αν διαφωνεί μαζί τους.


Απόφασή του είναι να παραμείνει «αδελφικά μόνος» ή «αδελφικά ελεύθερος», τουτέστιν «ούτε ξένος ούτε συνένοχος». Διόλου εύκολη στάση μέσα στη δίνη των παθών, που θα του στοιχίσει μια δεύτερη σειρά εξοριών, αυτή τη φορά εις την δευτέραν δύναμιν! Γιατί, σε όποιο ξερονήσι και αν βρεθεί ή σε όποια φυλακή, το πρώτο που θα του συμβεί θα είναι να απομονωθεί από εκείνους τους συντρόφους που αρνείται να απαρνηθεί ­ ως ύποπτος, «ύποπτος σαν την αλήθεια», όπως θα γράψει ο ίδιος. Στις κρατικές αρχές αρνείται να δηλώσει «μη κομμουνιστής», που θα αρκούσε για να πάρουν τέλος οι διωγμοί του, και στις κομματικές αρχές αρνείται να δηλώσει «κομμουνιστής». Θα παραμείνει λοιπόν «δεσμώτης της ένδον ρήμασι πειθόμενος» και ακόμη, σύμφωνα και πάλι με δική του διατύπωση, «προδότης για τη Σπάρτη, για τους είλωτες Σπαρτιάτης». Μέσα από αυτή την πορεία θα προκύψουν οι ποιητικές συλλογές Ακόμα τούτη η άνοιξη (1946), Αγονος γραμμή (1952), Ευθύτης οδών (1959), το μυθιστόρημα της ωριμότητάς του το Το κιβώτιο (1975) και τα δοκίμια μιας τεσσαρακονταετίας περίπου που θα συγκεντρωθούν στον τόμο Εξω από τα δόντια (1977).


Αυτή την πορεία χαρτογραφεί η μονογραφία του Δημ. Ραυτόπουλου. Αλλά τι σημαίνει μονογραφία σε αυτή την περίπτωση; Τι είναι το βιβλίο του Ραυτόπουλου; Σχεδόν τα πάντα! Σκιαγραφία του ιστορικού πλαισίου, βιογραφία, εργογραφία – βιβλιογραφία, εξονυχιστική φιλολογική μελέτη του έργου, κριτική ανάλυση και αποτίμηση, προσωπική μαρτυρία και, πάνω από όλα, μια παθιασμένη (έως εμπαθής) συνηγορία. Ο συγγραφέας της ούτε που διανοείται να υποκριθεί τον αμερόληπτο και αντικειμενικό μελετητή. Το πάθος ωστόσο δεν συσκοτίζει την κρίση του. Η συνηγορία δεν ολισθαίνει προς την υμνογραφία. Το τελευταίο κεφάλαιο, το αφιερωμένο στο Κιβώτιο, είναι μια υποδειγματική δοκιμή οξυδερκούς κειμενικής ανάγνωσης που διεκπεραιώνεται με άκρα νηφαλιότητα.


Ωστόσο, πέρα από τη συστηματική ανίχνευση των όρων και των συνθηκών της δημιουργίας ενός έργου, που το φωτίζει από ποικίλες πλευρές, το Αρης Αλεξάνδρου, ο εξόριστος θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ­ αν το οξύμωρο σχήμα συγχωρείται ­ η μονογραφία μιας εποχής. Καθώς η ερευνητική σκαπάνη, που δεν περιορίζεται από τις συνήθεις ακαδημαϊκές προδιαγραφές, εξορύσσει πολύτιμο υλικό, συμβάλλει αισθητά στη διαγραφή ορισμένων παραμέτρων, ιδεολογικών κυρίως αλλά και αισθητικών ακόμη, μέσα στις οποίες κινήθηκε και αναπτύχθηκε σημαντικό μέρος της λογοτεχνίας του μεταπολέμου. Το ανακλώμενο φως της ιδιαίτερης περίπτωσης Αλεξάνδρου φωτίζει όψεις της φυσιογνωμίας ποιητών με άλλου γένους ιδιαιτερότητες. Θα σταθώ σε ένα μόνο παράδειγμα: η αλληλογραφία Αλεξάνδρου – Ρίτσου πάνω στο Κιβώτιο (που γίνεται αφορμή να αναθερμανθούν οι σχέσεις με τον παλιό φίλο και δάσκαλο, οι οποίες είχαν παγώσει μετά την προσχώρηση του τελευταίου στη δογματική πτέρυγα της παράταξης) αποκαλύπτουν μια πλευρά του δασκάλου, ο οποίος ενθουσιάζεται με το χειρόγραφο ακόμη Κιβώτιο, που δύσκολα θα φανταζόταν όποιος θα στεκόταν στα εξωτερικά ή «επίσημα» βιογραφικά του στοιχεία. Και επιτρέπουν την υποψία μήπως εκτός από τον Αλεξάνδρου υπήρξαν, μέσα στη δίνη της ιστορίας, και άλλοι ποιητές «αδελφικά μόνοι», έστω και αν στην περίπτωσή τους η υποψία βαραίνει περισσότερο τη μοναξιά και λιγότερο την αδελφοσύνη.


Κατά βάση, βέβαια, η εξαιρετικά καλογραμμένη, από πλευράς ύφους, μονογραφία του Δημ. Ραυτόπουλου μνημειώνει την περίπτωση Αλεξάνδρου και την ανάγει σε παραδειγματικό πρότυπο πολιτικής και ποιητικής ηθικής, για να θυμηθούμε και την έγκαιρη επισήμανση του Δ. Ν. Μαρωνίτη. Μόνο που δεν είμαι σε θέση να πω σε τι θα χρησίμευε σήμερα ένα τέτοιο μοντέλο στάσης και συμπεριφοράς, εκτός αν δεχθούμε ότι η επιλογή της ηρωικής μοναξιάς έχει κάποιο νόημα και μέσα στην άπνοια της ιστορίας ­ ή μέσα στη δύσπνοια των μεταμοντέρνων καιρών μας.


Ο κ. Σπύρος Τσακνιάς είναι κριτικός λογοτεχνίας.