«Με ενδιαφέρει η εγρήγορση των αισθήσεων» Ο ισραηλινός χορογράφος είναι ένας ατίθασος και πολυτάλαντος δημιουργός που αναμειγνύει διαφορετικά εκφραστικά μέσα στα θεάματά του




Δεν είναι απλώς ο διευθυντής της εμβληματικής ομάδας σύγχρονου χορού στο Ισραήλ Batsheva (Μπατσέβα). Ο Οχάντ Ναχαρίν είναι ένας ιδιότυπος χορογράφος που έχει συνεργαστεί με διάσημα συγκροτήματα χορού, όπως το Νέντερλαντς Ντανς Θίατερ, τα Μπαλέτα Κούλμπεργκ ή το Μπαλέτο της Φραγκφούρτης. Ενας ατίθασος και πολυτάλαντος δημιουργός που δεν αγαπά τα σύνορα και μέσα από την τέχνη του διαδηλώνει το διεθνιστικό του πνεύμα. Για τη χορογραφία του «Ανάφαση», που παρουσιάστηκε στο πλαίσιο της Μπιενάλε της Μεσογείου στη Λυών, δανείζεται τον τίτλο από τη βιολογία και δεν διστάζει να αναμείξει τα πιο διαφορετικά εκφραστικά μέσα ­ χορός, θέατρο, σινεμά, παραδοσιακή μουσική, στοιχεία συναυλιακού ροκ ­ για το ολικό του θέαμα. Την προτεραιότητα έχει όμως πάντα η γλώσσα του σώματος, δυνατή και ζωική, και ένα εξαιρετικό έμψυχο υλικό που μοιάζει να έχει αφομοιώσει πλήρως το μήνυμά του για «εγρήγορση των αισθήσεων».





­ Στο έργο σας «Ανάφαση» χρησιμοποιείτε τα πάντα,
στις πιο διαφορετικές κλίμακες, και το εντυπωσιακό είναι ότι καταφέρνετε τελικά όχι μόνο ένα ισορροπημένο όλον αλλά και μια γέφυρα με το μεγάλο κοινό.


«Ξεκίνησα χορό σχετικά αργά, στα 22 μου χρόνια, νωρίτερα όμως έγραφα μουσική. Βλέπω τη δημιουργία ως ενιαίο σύμπαν και αποφεύγω να χωρίζω τα είδη, παντού όμως ενυπάρχει η λογική της σύνθεσης. Οσο για την επαφή με τον θεατή φυσικά και με απασχολεί, αφού σε αυτόν απευθύνεται η δουλειά μου. Ακόμη και αν δεν έρχομαι προς το μέρος του, όπως στην “Ανάφαση” που τον παίρνουμε από το χέρι και τον ανεβάζουμε στη σκηνή, υπάρχει πάντα μια σχέση. Και για μένα η σχέση αυτή δεν είναι ποτέ απρόσωπη. Δεν με ενδιαφέρει το κοινό γενικά και αόριστα, αλλά καθένας θεατής ξεχωριστά».


­ Χτίζετε με τη δουλειά σας και μια άλλη γέφυρα, ανάμεσα στον λαϊκό και στον έντεχνο χορό αυτή τη φορά.


«Το ημικύκλιο στην αρχή ή οι χοροί των ζευγαριών στη συνέχεια προέρχονται από τους παραδοσιακούς χορούς, αλλά δεν νομίζω ότι είναι κάτι που γίνεται συνειδητά. Αυτό που πρωτίστως με απασχολεί είναι η φόρμα αλλά και η χαρά της κίνησης, κάτι που βρίσκεις σε αφθονία στους λαϊκούς χορούς».


­ Είναι αλήθεια ότι εξωθείτε τους χορευτές σας στα όρια των κινητικών τους δυνατοτήτων;


«Με ενδιαφέρει η αποτελεσματική κίνηση και η εγρήγορση των αισθήσεων, όπως το ζώο που αναζητώντας τη λεία του βρίσκεται πάντα σε ετοιμότητα. Είναι στοιχεία που χάνονται στο πλαίσιο της σύγχρονης ζωής και χρειάζεται άσκηση για να ανακτηθούν».


­ Γεννηθήκατε στο Ισραήλ, σε καλλιτεχνικό περιβάλλον ­ η μητέρα σας ήταν καθηγήτρια χορού. Μιλήστε μας για την παιδική σας ηλικία· ποιο ήταν το όνειρό σας παιδί;


«Γεννήθηκα σε ένα κιμπούτς ­ μορφή κοινοτικής ζωής στο Ισραήλ, ανάλογη των σοβιετικών κολχόζ, όπου οι άνθρωποι μοιράζονταν τα πάντα ­, αλλά οι γονείς μου το εγκατέλειψαν όταν έγινα πέντε χρόνων. Πρέπει να σας πω ότι δεν διαθέτω καλή μνήμη. Δεν θυμάμαι τα όνειρά μου, ούτε καν τη ζωή μου. Δεν ξέρω αν είναι σημαντικό για έναν καλλιτέχνη να έχει καλή μνήμη, υπάρχουν σίγουρα άλλα, πιο σημαντικά πράγματα».


­ Ο τόπος καταγωγής μοιάζει επίσης καθοριστικός για ένα δημιουργό. Και το έθνος του Ισραήλ νομίζω ότι έχει την ανάγκη να αποδεικνύει διαρκώς ότι είναι νικητής, ίσως επειδή υπήρξε θύμα.


«Εγώ δεν αισθάνομαι θύμα, δεν είμαι θύμα. Νομίζω ότι το έθνος μου ίσως χρειάζεται κάποτε πάλι να χάσει. Οταν το θύμα γίνεται θύτης, η έννοια του δικαίου μετακινείται. Και χρειάζεται κάποτε να σταματήσει να υπάρχει αυτή η υπεροψία ή η αδιαφορία προς τα θύματα».


­ Ποια η σχέση της τέχνης σας με την εμπειρία να ζείτε σε έναν τόπο με διαρκή την παρουσία του πολέμου;


«Ναι, ο πόλεμος είναι έντονα παρών στο Ισραήλ, όμως δεν με διαμόρφωσε. Αντιθέτως, αυτό που καθορίζει τον καθένα μας είναι, νομίζω, ο γενετικός κώδικας και στη συνέχεια το άμεσο οικογενειακό περιβάλλον. Αν και γνωρίζω πολλούς καλλιτέχνες στο Ισραήλ, συμβαίνει να εφάπτομαι περισσότερο με κάποιον που ζει στη Φινλανδία από ό,τι με ομοεθνείς μου. Θέλω να πω ότι μπορεί να αγαπώ τους ανθρώπους της χώρας μου, η τέχνη μου ωστόσο δεν έχει εθνικότητα».


­ Πάντως ζείτε και δημιουργείτε στο Τελ Αβίβ και όχι στο Παρίσι ή στη Νέα Υόρκη. Υπάρχει εν τέλει σχέση ανάμεσα στην τέχνη και στη ζωή στη δική σας περίπτωση;


«Ζούμε μέσω του σώματος και των αισθήσεων. Ο χορός επίσης έχει όργανο το σώμα, συνδέεται στενά με τις αισθήσεις. Είναι λοιπόν προφανής η σχέση τους, ωστόσο η τέχνη είναι ένα άλλο σύμπαν που δεν χρειάζεται να μιμείται κατ’ ανάγκην τη ζωή. Και η τέχνη μου περιέχει την εξιδανίκευση, αφού ελευθερώνει από περιορισμούς και αυτοαπαγορεύσεις. Οσο για το Ισραήλ, επειδή είναι πολύ νεαρό κράτος, δεν πρόφθασε να δημιουργήσει παράδοση, κουλτούρα, ιστορία. Τα πράγματα δεν είναι συνωστισμένα και έτσι υπάρχει ελεύθερο έδαφος να αναπτυχθεί ο χορός».


­ Θέλετε να πείτε ότι το διάβημά σας δεν σχετίζεται με μια συγκεκριμένη γεωγραφία;


«Ο χορός δεν έχει γεωγραφία, είναι οικουμενική γλώσσα. Την ίδια δουλειά που δείχνω στο Τελ Αβίβ, δείχνω ακολούθως στη Γενεύη ή στη Νέα Υόρκη. Αλλωστε εξακολουθώ να χορογραφώ για ξένες ομάδες, όπως το Νέντερλαντς Ντανς Θίατερ, αν και τελευταία προτιμώ να μένω με την ομάδα μου και να δημιουργώ χωρίς πίεση χρόνου. Τελικά αισθάνομαι πολύ λιγότερο μεταξύ δύο κόσμων, μεταξύ Ανατολής και Δύσης για παράδειγμα, και περισσότερο παρατηρητής σε μια άκρη».


­ Στη διάρκεια της χορευτικής σας καριέρας περάσατε και από την ομάδα της Γκράχαμ. Οταν στη συνέντευξη Τύπου σάς είπαν ότι ανατρέψατε το λεξιλόγιο της Μάρθας Γκράχαμ, εσείς το αρνηθήκατε. Ποιο είναι το δικό σας ιδιαίτερο στυλ;


«Πιστεύω περισσότερο στην εξέλιξη και λιγότερο στην ανατροπή και όσοι παρακολουθούν τη δουλειά μου μπορούν και με αναγνωρίζουν. Δεν πασχίζω να δημιουργήσω στυλ, δεν είναι αυτό το σημαντικό για μένα. Το σημαντικό είναι να προχωράς και να μαθαίνεις. Οσο περνούν τα χρόνια τόσο λιγοστεύουν οι βεβαιότητές μου. Ο,τι μου απομένει είναι οι εμπειρίες μου, η φιλοσοφική μου προσέγγιση, η επίγνωση των ορίων και των δυνατοτήτων μου. Και δέχομαι μια πρόταση καλύτερη από τη δική μου, γιατί όχι;».


­ Αν δούμε τη δημιουργία ως αναπλήρωση κάποιας αναπηρίας, εσείς ένας γοητευτικός άνθρωπος τι σχέση έχετε με τον καθρέφτη;


«Κατ’ αρχήν πρέπει να σας πω ότι όταν δουλεύουμε στο στούντιο κλείνω τους καθρέφτες. Αν και ο χορός σχετίζεται με την τελειότητα της φόρμας, η ευχαρίστηση που παίρνω από τον χορό δεν προέρχεται από την εικόνα αλλά από την αίσθηση της κίνησης. Αυτή είναι η πραγματική μου ευχαρίστηση. Οι αναπηρίες άλλωστε δεν είναι μόνο σωματικές, μπορεί να είναι και ψυχικές».


­ Και πώς διαχειρίζεστε τις δικές σας αναπηρίες;


«Πολύ νωρίς στη χορευτική μου καριέρα είχα ένα σοβαρό ατύχημα στη σπονδυλική στήλη, για ένα χρόνο είχε παραλύσει το αριστερό μου πόδι. Υποχρεώθηκα να απέχω, κάτι που με έκανε να δω πολύ διαφορετικά τα πράγματα. Τελικά μπορούμε να αντιληφθούμε το καλό μόνο μέσω της ύπαρξης του αντιθέτου του. Τότε ήρθα σε επαφή με θεραπευτικές τεχνικές της κίνησης ­ τάι τσι κλπ. ­ και πρέπει να πω ότι κανένας χορευτής μου δεν έχει ποτέ τραυματιστεί, ακόμη και στις πιο απαιτητικές κινήσεις. Εχω επίσης αναπτύξει μια τεχνική που απευθύνεται σε κάθε άνθρωπο και δυναμώνει τους μυς αναπτύσσοντας ζωτικότητα, αντοχή και συντονισμό. Προέκυψε από τη συνεργασία μου με τους διοικητικούς, τη γραμματεία, το λογιστήριο, το προσωπικό καθαριότητας στην Μπατσέβα και έχουμε μάθημα δύο πρωινά την εβδομάδα».


­ Υπάρχει κατά τη γνώμη σας ιδεώδης κινητική πρακτική;


«Νομίζω ότι όλες οι μέθοδοι είναι καλές και έχουν να προσφέρουν, αρκεί να προσεγγίζονται σωστά, μέσα από τον σωστό διάμεσο. Θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό γιατί είχα καλούς δασκάλους, κάτι που στον χορό είναι θεμελιώδες, αφού έτσι μεταφέρεται η γνώση από σώμα σε σώμα. Και το μπαλέτο είναι πολύ καλό αν γνωρίζεις τα όρια του σώματός σου και δεν το τραυματίζεις. Σημασία έχει η συνειδητή σχέση με το σώμα, η επικοινωνία με κάθε τμήμα του, που μπορεί να παράγει κίνηση».