Ο ΦΑΚΕΛΟΣ ΤΟΥ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΥ ΑΠΟΚΛΕΙΣΜΟΥ 25.000 απολυμένοι και έπεται συνέχειαΟΙ ΟΔΗΓΙΕΣ ήταν ακριβείς. «Μόλις μπείτε στην πόλη, στρίψτε δεξιά. Θα μας βρείτε στο κτίριο με τις μαύρες σημαίες». Είναι πέντε χρόνια τώρα όπου το μαύρο κυματίζει στην πόλη της Πάτρας. Από το 1991 βάζουν λουκέτο η μια μετά την άλλη οι μεγάλες βιομηχανικές μονάδες της περιοχής. Είκοσι πέντε χιλιάδες απολυμένοι ως σήμερα, και ο αριθμός συνεχώς μεγαλώνει. Το μόνο που θυμίζει πια τα περασμένα μεγαλεία μιας ανθηρής οικονομίας είναι τα ερημωμένα κτίσματα των εργοστασίων. Οι καμινάδες που εξέχουν και οι φίρμες στα ψηλά των κτιρίων ρίχνουν τη σκιά τους βαριά πάνω από την πόλη. Η φωτεινή επιγραφή από νέον της Πειραϊκής – Πατραϊκής που ανάβει μόλις πέσει η νύχτα είναι σαν φάρος ελπίδας για τους πρώην εργαζομένους. «Λες να ξανανοίξει το εργοστάσιο;», αναρωτιούνται.


Οι πιθανότητες να συμβεί κάτι τέτοιο είναι μηδαμινές, αλλά ζουν χρόνια τώρα με τις υποσχέσεις των πολιτικών ότι υπό νέες συνθήκες τα εργοστάσια θα λειτουργήσουν ξανά. Γι’ αυτό και με τις αποζημιώσεις που δόθηκαν αρκετοί φρόντισαν να εξασφαλίσουν ένα δικό τους σπίτι συμπληρώνοντας το ποσό με στεγαστικό δάνειο. Τέσσερα χρόνια μετά, καταγράφονται ως αύξοντες αριθμοί στις μακρές λίστες των ανέργων χωρίς ελπίδα εξεύρεσης δουλειάς. Εργάτες ηλικίας από σαράντα και πάνω θεωρούνται ακατάλληλοι για οποιαδήποτε εργασία. Πολλοί έφθασαν στο σημείο να τους ζουν τα παιδιά τους, νέοι 20-25 ετών, που είχαν την τύχη να προσληφθούν σε κάποια από τις λίγες βιοτεχνίες που έχουν απομείνει στην Πάτρα. Με τα χρήματα του βασικού μισθού πρέπει να καλυφθούν οι καθημερινές ανάγκες της οικογένειας, οι δόσεις του δανείου, η αγορά των ενσήμων που λείπουν για να πάρουν οι γονείς τη σύνταξη…


«Οταν απολύθηκαν ο πατέρας και η μητέρα μας από την Πειραϊκή, το 1992, αναγκαστήκαμε να δουλέψουμε. Δεν είχαμε καν τελειώσει το λύκειο». Η Κωνσταντίνα και η Αννα Αθανασοπούλου, τριάντα και είκοσι πέντε ετών αντιστοίχως, στερήθηκαν ξαφνικά τα πάντα. «Οταν δούλευαν οι γονείς μας, δεν μας έλειπε τίποτα: ρούχα, παπούτσια, διασκέδαση. Τώρα υπάρχουν μήνες όπου κόβουμε ακόμη και από το φαγητό. Εχουμε και τον αδελφό μας φαντάρο στην Κω. Η μητέρα μας αναγκάστηκε να γυρίσει στο χωριό, την Τριταία. Μας στέλνει αβγά, λαχανικά, έχει πάρει και μερικές κότες… Γλιτώνουμε κάποια έξοδα. Να δούμε μήπως μπορέσει να βγάλει αγροτική σύνταξη».


Το σπίτι τους, στα Ζαρουχλέικα, είναι μικρό αλλά φροντισμένο. Δύσκολα βλέποντάς το κάποιος απ’ έξω μπορεί να φανταστεί τις συνθήκες ζωής των ενοίκων του. Στο εσωτερικό του υπάρχουν μόνο τα άκρως απαραίτητα. Τρία δωμάτια σχεδόν άδεια από έπιπλα. Ενας καναπές και δύο πολυθρόνες συνθέτουν το καθιστικό. Η τηλεόραση στη γωνία είναι ανοιχτή. Κάνει κρύο. Το σπίτι δεν έχει κεντρική θέρμανση. Μια σόμπα υγραερίου μόνο. Θέλουν 30.000-35.000 δραχμές το δίμηνο για θέρμανση και γι’ αυτό θα την ανάψουν όταν μπει για τα καλά ο χειμώνας. Ο πατέρας κάθεται σκεφτικός στη μια πολυθρόνα. Μόλις επέστρεψε στο σπίτι. Εδώ και λίγο καιρό απασχολείται στα συνεργεία συντήρησης των μηχανημάτων του εργοστασίου με ημερομίσθιο 5.000 δραχμές. Μετά ποιος ξέρει. «Δεν με πειράζει που είναι λίγα τα λεφτά», λέει. «Τουλάχιστον δεν αναγκάζομαι να ζητάω από τις κόρες μου. Τέσσερα χρόνια τώρα δεν είχα στην τσέπη μου ούτε για τον κουρέα. Το μεγαλύτερο δράμα είναι ότι, ενώ έχω τα ένσημα που χρειάζονται για να βγω στη σύνταξη, δεν έχω το όριο ηλικίας και τώρα ο νόμος επιβάλλει να έχεις κολλήσει την τελευταία τετραετία συγκεκριμένο αριθμό ενσήμων. Είμαι 58 χρονών. Ποιος να με έπαιρνε στη δουλειά του τα τελευταία χρόνια, αλλά και πού να βρω τα χρήματα να αγοράσω τα ένσημα; Μας είχαν πει ότι μπορεί να ξανάνοιγε η Πειραϊκή – Πατραϊκή. Ετσι, με την αποζημίωση και με ένα δάνειο που πήρα, έφτιαξα αυτό το σπιτάκι. Δεν μου έμεινε φράγκο».


Είναι φανερό πως θα προτιμούσε να μη μιλάει για όλα αυτά, ούτε το μικρό του όνομα δεν θέλει να πει. Η ζωή τον έχει ταπεινώσει. Μετά από τόσα χρόνια δουλειάς δεν έχει ούτε καν ασφάλεια. «Τον έχω βάλει στο δικό μου βιβλιάριο του ΙΚΑ», λέει η μεγαλύτερη κόρη του, η Κωνσταντίνα. «Αλλά πόσο καιρό ακόμη θα έχω δουλειά; Οι φήμες δίνουν και παίρνουν ότι και η δική μας βιοτεχνία θα πάρει τον δρόμο για την Αλβανία, όπως έγινε με πολλές άλλες». Το μέλλον αβέβαιο και τα έξοδα τρέχουν. «Συχνά ο προϋπολογισμός πέφτει έξω και τότε δανειζόμαστε 5.000 – 10.000 δραχμές», λέει η Αννα. «Ποτέ παραπάνω γιατί δεν θα έχουμε να τα ξεπληρώσουμε».


Παρόμοια τροχιά ακολουθούν οι ζωές χιλιάδων οικογενειών στην Πάτρα. Μέσα σε πέντε χρόνια έκλεισαν τα εργοστάσια της Πειραϊκής – Πατραϊκής, της Χαρτοποιίας Λαδόπουλου, της Πιρέλι, της Μάντισον, των Μύλων Αγίου Γεωργίου… Το ποσοστό ανεργίας στην Πάτρα εκτινάχθηκε στο 30% και στην υπόλοιπη Αχαΐα έχει φθάσει το 15%. Κάποια εργοστάσια και βιοτεχνίες ετοίμων ενδυμάτων, όπως η «Ντρέσκο», η «Βιέν», η «Μανούσος», μεταφέρθηκαν στις πρώην ανατολικές χώρες και φημολογείται ότι θα ακολουθήσουν κι άλλες. «Στην Πάτρα σήμερα δεν υπάρχουν δουλειές και κάθε χρόνο προστίθενται στη λίστα των ανέργων 2.000 νέοι επιπλέον», επισημαίνει ο κ. Χρ. Λιακόπουλος, πρόεδρος του Εργατοϋπαλληλικού Κέντρου. «Οι επιχειρήσεις που λειτουργούν ακόμη, όπως η “Τιτάν”, η “Αμστελ”, η “Κόκα – Κόλα”, η “Μίσκο”, μειώνουν το προσωπικό τους. Η “Αχάια Κλάους” λόγω προβλημάτων με το ιδιοκτησιακό καθεστώς της κινδυνεύει να κλείσει. Ακόμη και οι ξενοδοχειακές μονάδες της περιοχής παραπαίουν. Και από ό,τι φαίνεται, η κυβέρνηση δεν έχει πρόθεση να προωθήσει πολιτική επενδύσεων στην περιοχή».


Τις συνέπειες της αποβιομηχάνισης ζουν ακόμη και οι περίπου 300 απολυμένοι της Χαρτοποιίας Λαδόπουλου. «Από τότε που έκλεισε το εργοστάσιο ελάχιστοι από μας βρήκαν δουλειά, σε οικοδομές, σε δημόσια έργα, όπου ζητούσαν εργάτες», λέει ο κ. Παν. Καραβασίλης, πρόεδρος του σωματείου εργαζομένων στη «Χαρτοποιία Λαδόπουλου». «Αλλά το χειρότερο ήταν οι επιπτώσεις που είχε αυτή η κατάσταση στα παιδιά μας. Ηταν ένα σοκ. Αλλα σταμάτησαν το σχολείο, άλλα τα φροντιστήρια, μερικά σταμάτησαν ακόμη και τις σπουδές τους στο πανεπιστήμιο». Οι θέσεις στο Δημόσιο εξακολουθούν να είναι περιζήτητες, αλλά οι νέοι έπαψαν να έχουν πολλές απαιτήσεις. Ποιος να το ‘λεγε ότι σήμερα θα χρησιμοποιούσαν «μέσον» για να μπουν πενταετείς στον στρατό! Για μια θέση στην πυροσβεστική ή στην αστυνομία γίνεται… σφαγή. Στα νοσοκομεία εκατοντάδες νέοι περιμένουν στην ουρά μήπως και προσληφθούν ως τραυματιοφορείς ή τραπεζοκόμοι. Κάποιοι άλλοι μπαρκάρουν στα καράβια.


Μια ματιά στις αγγελίες των τοπικών εφημερίδων δείχνει το αδιέξοδο στην αγορά εργασίας. Μόνο κάποια μπαρ ζητούν νέους και νέες για νυχτερινή εργασία. Για κάποιες ελάχιστες άλλες θέσεις ακολουθείται η μέθοδος «από στόμα σε στόμα». Εταιρείες μεταφορών, σουπερμάρκετ ή εμπορικά καταστήματα προσφέρουν εξευτελιστικούς μισθούς, και μάλιστα χωρίς ένσημα. «Θα το πιστέψεις ότι ο εργοδότης μου στο σουπερμάρκετ με στέλνει ακόμη και για θελήματα, να πηγαίνω στη λαϊκή αγορά, να δίνω τα ρούχα του στο καθαριστήριο… Προχθές μου έδωσε δύο ζευγάρια κάλτσες του για να τις μαντάρω. Ελεος! Αλλά τι να κάνω; Λέω κι ευχαριστώ που βγάζω ένα μεροκάματο. Εξήντα χιλιάδες τον μήνα είναι ο μισθός μου. Εννοείται ότι δεν μου βάζει ένσημα…». Η Κατερίνα είναι 22 ετών και έχει τελειώσει τη Φιλοσοφική… Κάθε πρωί για να φθάσει στη δουλειά της περνά από το εργοστάσιο της «Μίσκο». Οι εργαζόμενοι έχουν υψώσει μαύρες σημαίες. Αρχισαν κι εκεί οι απολύσεις. Είναι η νέα πολιτική της εταιρείας μετά την πώλησή της στην ιταλική Barrila. Ως τον Μάιο του 1997 θα διώξουν 40 εργαζομένους. Ηδη έχουν απολυθεί δώδεκα.


Στα γραφεία του σωματείου στη «Μίσκο» οι μέχρι χθες υπάλληλοι μπαινοβγαίνουν με τα χαρτιά της απόλυσης στα χέρια. «Φτάσαμε στο σημείο να ζητάμε ακόμη και τις τέσσερις χιλιάδες που μας παρακρατούν για τα έξοδα στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων. Μας απέλυσαν ως ιδιώτες και όχι ως εταιρεία. Να βγάλουν και από τη μύγα ξύγκι». Η κυρία Ελένη Καϊάφα είναι αγανακτισμένη. «Δουλεύω 11 χρόνια στην εταιρεία, στο τμήμα συσκευασίας. Είμαι 40 χρονών. Η κόρη μου είναι άρρωστη και μία φορά τον χρόνο πρέπει να την πηγαίνουμε στην Αγγλία. Ο γιος μου είναι 22 ετών, έχει σπουδάσει πληροφορική, αγγλικά και μουσική, και η μόνη δουλειά που βρήκε είναι να ξεφορτώνει κατεψυγμένα κρέατα από τις τρεις τα ξημερώματα ως τη μία το μεσημέρι για 5.000 δραχμές». Δίπλα της ο κ. Σωτήρης Γκέκας, 61 ετών, με δεκαπέντε χρόνια στη δουλειά, απολύθηκε και κινδυνεύει να μην πάρει σύνταξη για 300 ένσημα.