Ο ΓΕΡΜΑΝΟΣ δημοσιογράφος που έπαιρνε συνέντευξη από τον υπουργό Οικονομικών Τέο Βάιγκελ το πρωί της περασμένης Τρίτης έβαλε τον υπουργό του να επαναλάβει εκείνο που του είπε γιατί νόμισε ότι δεν άκουσε καλά. Ο Βιμ Ντούιζενμπεργκ, δήλωσε ο Βάιγκελ μειδιώντας ελαφρά, «θα μπορούσε να κάνει ολόκληρη την οκταετή θητεία του στην Τράπεζα αν το θελήσει. Κανένας δεν μπορεί να τον εμποδίσει»!
Φυσικά, ο γερμανός υπουργός πρέπει να αστειευόταν. Ηταν όμως προφανές ότι έστελνε ένα μήνυμα στον Ζακ Σιράκ. Ο γάλλος πρόεδρος μπορεί να «έκανε το κομμάτι του» το περασμένο Σάββατο στις Βρυξέλλες και να περιόρισε στο μισό τα χρόνια που θα μείνει ως διοικητής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) ο Ολλανδός Ντούιζενμπεργκ, αλλά «θα το πληρώσει ακριβά». Του το έγραψαν άλλωστε οι «Financial Times» και του το διεμήνυσε με όση ευγένεια μπορούσε ο ιταλός πρωθυπουργός Ρομάνο Πρόντι προτού ακόμη τερματισθεί το Συμβούλιο στις Βρυξέλλες, το πρωί της περασμένης Κυριακής.
Ωστόσο δεν πρέπει να κατέλαβε εξ απροόπτου τους εταίρους του η στάση του Σιράκ. Τουλάχιστον από τον περασμένο Νοέμβριο είχε ειδοποιήσει επισήμως την ΕΕ ότι διεκδικούσε για τη Γαλλία τη θέση του διοικητή της ΕΚΤ και πολύ ενωρίτερα, από τον Δεκέμβριο 1995, είχε εκδηλώσει τις προθέσεις του, τονίζοντας σε κάθε ευκαιρία ότι «δεν χώνευε τον Ολλανδό» που είχαν υποδείξει οι Γερμανοί και αποδεχθεί όλοι οι άλλοι γιατί «οι Ολλανδοί έχουν χαλαρούς νόμους για τα ναρκωτικά». Σε ορισμένους εταίρους του έλεγε, βεβαίως, άλλα πράγματα ότι «είναι αυτονόητο» να είναι γάλλος ο διοικητής μιας τράπεζας που είναι εγκατεστημένη στην «καρδιά της Γερμανίας» (Φραγκφούρτη). Φυσικά, υπήρχαν και βαθύτεροι λόγοι που παρεκίνησαν τον Σιράκ να προβάλει τον διοικητή της Τράπεζας της Γαλλίας. Λόγοι καθαρώς προσωπικοί. Ο πάντοτε καλά πληροφορημένος Λάιονελ Μπάρμπερ έγραφε προ ημερών στους «Financial Times»:
«Ο Σιράκ αναζητούσε τρόπο για να ανακτήσει το κύρος του στη Γαλλία. Πέρυσι έπαιξε το χαρτί των πρόωρων εκλογών που κατέληξε σε φιάσκο του ντεγκωλικού κόμματός του και σε κυβέρνηση σοσιαλιστικής συνεργασίας. Τι καλύτερο λοιπόν από το να προβάλει τον Τρισέ για την υψηλότερη θέση της ΕΚΤ, τυλιγμένο στη γαλλική τρικολόρ, και να αναγκάσει τον σοσιαλιστή Ζοσπέν να τον ακολουθήσει!».
ΥΠΑΡΧΕΙ, φυσικά, πολύ παρασκήνιο και μάλιστα πολλών ετών πίσω από τη μαραθώνια συζήτηση στις Βρυξέλλες, το περασμένο Σάββατο, για την επιλογή του διοικητή της ΕΚΤ. Οι πρωθυπουργοί και οι υπουργοί που έμειναν επί ώρες κλεισμένοι σε απρόσωπες αίθουσες εργασίας ουδέποτε στην ιστορία πρωθυπουργοί και αρχηγοί κρατών έμειναν τόσες ώρες κλεισμένοι στον ίδιο χώρο δίχως να κάνουν τίποτε είχαν την ευκαιρία να συζητήσουν (και οι περισσότεροι να ανακαλύψουν) τις κρυφές όψεις της όλης «υπόθεσης». Λ.χ., ότι οι γαλλογερμανικές σχέσεις άρχισαν να εντείνονται από τον Δεκέμβριο 1996 όταν στη διάσκεψη κορυφής του Δουβλίνου οι Κολ και Σιράκ διαπραγματεύονταν γράμμα προς γράμμα επί 17 ώρες το Σύμφωνο Σταθερότητος και επικράτησε τελικώς η γαλλική θέση για το πρόβλημα της ανεργίας.
Ηταν αυτή η τροπή που ανησύχησε τον Λιονέλ Ζοσπέν και θέλησε να συζητήσει «το πρόβλημα» με τον Σιράκ σε μια από τις πρώτες τους συνομιλίες, πέρυσι το καλοκαίρι. Ο Σιράκ όμως ήταν όχι μόνο αμετάπειστος αλλά και απείλησε τον πρωθυπουργό του: Αν τολμούσε και διετύπωνε αντιρρήσεις για την υποψηφιότητα Τρισέ, «θα υπονόμευε το εθνικό συμφέρον». Ο Ζοσπέν φοβήθηκε μήπως διαρρεύσει από το Προεδρικό Μέγαρο μια τέτοια καταγγελία στον Τύπο και έπαυσε να έχει αντιρρήσεις. Ούτε είχε επιτυχία η παρέμβαση του γάλλου υπουργού Οικονομικών Στρος-Καν που ενδιαφερόταν να εξασφαλίσει τη συγκατάθεση των Γερμανών για την ενίσχυση του λεγομένου «Ευρω-Χ», του μηχανισμού που θα μπορούσε να παίξει ρόλο πολιτικού «παρατηρητή» των ενεργειών της ΕΚΤ. Φυσικά, η επιμονή του Σιράκ ματαίωσε κάθε γαλλική προσπάθεια. Οι Γερμανοί ήταν κυριολεκτικά εξοργισμένοι.
Οι σχέσεις Σιράκ-Κολ ψυχράνθηκαν ακόμη περισσότερο όταν ο Σιράκ, μόλις ένα 24ωρο προτού συναντηθεί με τον καγκελάριο στο Παρίσι, στις 4 Νοεμβρίου 1997, ανήγγειλε με κάθε επισημότητα ότι η Γαλλία «διεκδικεί, έχοντας κάθε δικαίωμα, τη θέση του διοικητή της ΕΚΤ». Ο Κολ το θεώρησε και προσωπική προσβολή, διότι είχε συναντηθεί πριν από δύο εβδομάδες στην Αλσατία με τον Σιράκ και εκείνος δεν του είχε πει τότε τίποτε.
Ωστόσο για τον Κολ το ουσιώδες ήταν η έναρξη της ΟΝΕ και η τήρηση του χρονοδιαγράμματος για το ευρώ. Ετσι, στο Συμβούλιο του Λουξεμβούργου τον περασμένο Δεκέμβριο, όπως αποκαλύπτεται τώρα, ο καγκελάριος επεδίωξε «κάποια έξυπνη συμβιβαστική διέξοδο», μάλιστα ανέθεσε στον Γιούγκερ, τον πρωθυπουργό του Λουξεμβούργου, να κινηθεί προς μια τέτοια κατεύθυνση. Δυστυχώς για τον Κολ το Συμβούλιο απασχολήθηκε με το πώς η Τουρκία θα συνδεθεί στενότερα με την ΕΕ και, εξαντλητικά σχεδόν, με το αίτημα της Βρετανίας να ενταχθεί στο «Ευρώ-Χ». Αυτό, όπως όλοι θυμόμαστε, έφερε σε προσωπική σύγκρουση τον γάλλο πρόεδρο με τον Τόνι Μπλερ, όταν ο πρώτος απεκάλεσε τον βρετανό πρωθυπουργό «Εργατική εκδοχή Μάργκαρετ Θάτσερ». Εννοείται ότι από πλευράς Σιράκ δεν εκδηλώθηκε κανένα ενδιαφέρον για συμβιβαστική λύση.
Εκείνο που δεν είχε τον χρόνο να κάνει στο Λουξεμβούργο ο Γιούγκερ επεχείρησε να φέρει εις πέρας αργότερα, πάντοτε με την παρότρυνση των Γερμανών. Υπέβαλε στον Σιράκ και στον Κολ μια «διπλή διέξοδο»: είτε ο Ντούιζενμπεργκ θα δήλωνε ότι θα παραιτηθεί σε τέσσερα χρόνια, οπότε θα τον διαδεχόταν «κανονικά» ο Τρισέ, είτε οι «15» θα καθόριζαν το 67ο έτος ως έτος συνταξιοδότησης του διοικητή της ΕΚΤ. Φυσικά, η δεύτερη «διέξοδος» ήταν φωτογραφική του Ντούιζενμπεργκ είχε γεννηθεί στις 9 Ιουνίου 1935, επομένως θα έπρεπε να παραιτηθεί στις 9 Ιουνίου 2002, όταν θα είχαν ολοκληρωθεί τα προκαταρκτικά και το ευρώ θα κυκλοφορούσε επί ένα εξάμηνο ήδη ως το μοναδικό νόμισμα των χωρών που είχαν εισέλθει στην ΟΝΕ. Η πρόταση δεν ενθουσίαζε κανέναν, αλλά «όλα δείχνουν ότι δεν θα υπάρξουν αντιρρήσεις» είχε πληροφορήσει τους ομολόγους του στο Eco/Fin ο υπουργός Οικονομικών του Λουξεμβούργου Γκεμπέλς. Ολα; Ο υπουργός βιάστηκε.
Ο Ντούιζενμπεργκ θεώρησε τον εαυτό του θιγόμενο. Ηταν γαλλόφιλος έχει πάρει και το παράσημο της Λεγεώνος της Τιμής , υποστήριξε την προσπάθεια για κάποιον «σοβαρό συμβιβασμό», αλλ’ όχι και να «πέσει στα πόδια του κυρίου Σιράκ». Τις αντιδράσεις του διεβίβασε γραπτώς στον ολλανδό πρωθυπουργό Βιμ Κοκ, ο οποίος τον υποστήριξε γιατί, εν όψει των εκλογών της 6ης Μαΐου, έπρεπε να φανεί σκληρός. Ετσι, ο Κοκ ενημέρωσε το υπουργικό του συμβούλιο και δεν διέψευσε κάτι μισοαλήθειες που δημοσιεύθηκαν στη «Wall Street Journal» στις αρχές του περασμένου Μαρτίου. Νέο αδιέξοδο λοιπόν. Σ’ αυτό το σημείο επιχειρεί να παρέμβει ο Μπλερ, καθώς η Βρετανία είχε τώρα την προεδρία της ΕΕ. Το Παρίσι όμως «δεν κρίνει απαραίτητη την ανάμειξη τρίτων», του διαμηνύει ο υπουργός Οικονομικών Γκόρντον Μπράουν. Στο Συμβούλιο των Βρυξελλών τα μέλη της βρετανικής αντιπροσωπείας αντιδρούσαν οργισμένα όταν άκουγαν επικριτικά σχόλια για τον τρόπο που χειρίστηκαν την «υπόθεση», διαβεβαιώνοντας τους πάντες ότι «ως την τελευταία στιγμή» έκαναν ό,τι μπορούσαν ώστε να αποφευχθεί η δημόσια σύγκρουση Σιράκ-Κολ που λίγο έλειψε να τινάξει στον αέρα πολύμηνη προεργασία.
Πρωθυπουργοί, υπουργοί και δημοσιογράφοι που, αποκλεισμένοι στον χώρο τους, υπομονετικά έβλεπαν να περνούν οι ώρες χωρίς απόφαση αργά τη νύχτα του περασμένου Σαββάτου στις Βρυξέλλες, κυριολεκτικά μπερδεύτηκαν για το πόσες φορές οι Κολ, Σιράκ, Κοκ και ο Μπλερ, που πηγαινοερχόταν, έφθασαν στο «τσακ», στη συμβιβαστική συμφωνία. Τρεις φορές ειδοποιήθηκαν ότι «συμφωνήθηκε» να χωρισθεί η οκταετής θητεία του διοικητή της ΕΚΤ στα δύο, για να ακολουθήσει, σε λίγα λεπτά, ότι υπήρξε διαφωνία στη διατύπωση. Δύο φορές επισημοποιήθηκε σχεδόν ότι η συμφωνία προβλέπει «4 συν 8», δηλαδή μία τετραετία για τον Ντούιζενμπεργκ και κατόπιν «κανονική» θητεία για τον Τρισέ. Προς στιγμήν ακούστηκε ότι «αναζητείται τρίτο πρόσωπο» για διοικητής (κάποιος «άκουσε» και το όνομα Ζολώτας…) για να διαψευσθεί αμέσως. Και όταν όλα έδειχναν ότι, επιτέλους, φάνηκε το τέρμα, ανακοινώθηκε ότι «ο Ντούιζενμπεργκ δεν δέχεται γραπτή εντολή» για να αποχωρήσει. Που βεβαίως δεν ήταν σωστό. Το μόνο που ήταν αλήθεια ήταν ότι ο βέλγος πρωθυπουργός Ζαν Λυκ Ντεάν πρότεινε κατά τις 10 στους ομολόγους του να τους πάρει «να πάνε σε κάποια κοντινή ταβέρνα» για να φάνε κάτι άλλο, εκτός από τα λιτά σάντουιτς που τους πρόσφεραν.
Τελικώς τη λύση υπέδειξαν όχι οι συσκεπτόμενοι αλλά οι δικηγόροι της ΕΕ και την ανεκοίνωσε ο Μπλερ: Ο ίδιος ο Ντούιζενμπεργκ θα έκανε μόνος του μια δήλωση ότι θα έπαιρνε πρόωρη σύνταξη. (Ο Μπλερ αναγκάστηκε να ανακοινώσει αυτή τη «διέξοδο» χωριστά στους Κολ και Σιράκ. Οι σχέσεις των δύο πρωταγωνιστών ήταν τόσο οξυμένες ώστε κάποια στιγμή ο Κολ βγήκε αμέσως από ένα γραφείο όταν είδε ότι εκεί βρισκόταν ο γάλλος πρόεδρος και κατέβαζε ένα ποτηράκι κρασί. Ούτε που του μίλησε καν). Προηγουμένως ο Σιράκ, που είχε μείνει μόνος γιατί ο Ζοσπέν είχε αναχωρήσει για επίσκεψη στη Νέα Καληδονία, προχώρησε σε έναν ακόμη εκβιασμό: Αν προταθεί ο Ντούιζενμπεργκ, ειδοποίησε, «η Γαλλία θα ασκήσει βέτο». Λίγα λεπτά αργότερα ήταν ο Κοκ που ανεκοίνωσε στον Μπλερ ότι θα ασκήσει και εκείνος βέτο αν προταθεί ο Τρισέ. Ευτυχώς στο νέο αδιέξοδο έδωσαν τη λύση οι νομικοί σύμβουλοι. Κάτι που είχε προβλέψει ως «πολύ πιθανή απόφαση» ο αρθρογράφος των «Times» του Λονδίνου William Rees-Mogg.
Αν εξέπληξε μερικούς η σκλήρυνση της στάσης του Ντούιζενμπεργκ, σχεδόν την τελευταία στιγμή, άφησε έκπληκτους πολύ περισσότερους η υποχωρητικότητα του Κολ. Οι Κίνκελ, Τιτμάγερ και Βάιγκελ με τους οποίους συσκεπτόταν συνεχώς το περασμένο Σάββατο φαίνεται ότι είχαν αντιρρήσεις, επέμεναν στην οκταετία του Ντούιζενμπεργκ. Ο καγκελάριος όμως ενδιαφερόταν να «αρχίσει η ΟΝΕ στην ημερομηνία που προκαθορίσαμε». Και το προσωπικό του γόητρο; Αυτό απασχολεί μόνο τον Σιράκ, έλεγαν αργότερα οι συνεργάτες του.



