Ο Βιεννέζος και ο κόντες

Μεγαλειώδης φάρσα και παίγνιον; Ανατροπή της Ιστορίας; Αλλοθι λογοτεχνικό για να εκτεθούν ιδέες και πράγματα; Το καινούργιο μυθιστόρημα του Αλέξη Πανσέληνου. Ο Βιεννέζος και ο κόντες ΓΙΩΡΓΗΣ ΓΙΑΤΡΟΜΑΝΩΛΑΚΗΣ Τον χειμώνα του 1791 ένας βιεννέζος μουσικός πιεσμένος από αβάσταχτα χρέη (και όχι μόνο) σκηνοθετεί τον θάνατο και την κηδεία του και άγνωστος και αγνώριστος καταφεύγει


Τον χειμώνα του 1791 ένας βιεννέζος μουσικός πιεσμένος από αβάσταχτα χρέη (και όχι μόνο) σκηνοθετεί τον θάνατο και την κηδεία του και άγνωστος και αγνώριστος καταφεύγει στην Ιταλία. Εδώ ζει ευτελισμένη ζωή (φυσικά με ψευδώνυμο) άλλοτε χαρτοπαίζοντας και μεθώντας και άλλοτε προσφέροντας τη μουσική του για λίγα χρήματα. Ξαφνικά (ύστερα από επτά χρόνια) εμφανίζεται από το παρελθόν ένας θανάσιμος εχθρός του και η σωτήρια απάτη που έχει μηχανευθεί κινδυνεύει να καταρρεύσει. Η τύχη όμως δεν εγκαταλείπει τον μουσικό: γνωρίζεται με δύο νεαρούς Ιταλούς (φυγάδες επίσης) και οι τρεις τους αποφασίζουν να φύγουν από την επικίνδυνη Ιταλία και να έλθουν, μέσω Τεργέστης, στο Ιόνιο. Υστερα από πολλές ταλαιπωρίες και περιπέτειες διεκπεραιώνονται στην Κέρκυρα (Φεβρουάριος 1799), τη στιγμή όπου το νησί δοκιμάζεται από τις συγκρούσεις Γάλλων, Τούρκων και Ρώσων. Ανάμεσα στις πολλές γνωριμίες τους (όπου περιλαμβάνεται και η οικογένεια του Καποδίστρια) είναι και ο εξόριστος (από τη Λευκάδα) ποιητής και επαναστάτης κόντες Ανδρέας Ροϊλός. Νέες περιπέτειες (πολιτικής κυρίως φύσεως αυτή τη φορά) αναγκάζουν τους τρεις Ευρωπαίους, τον Ροϊλό και τον υπηρέτη του να περάσουν απέναντι στη Στερεά Ελλάδα. Ακολουθούν απίστευτες καταστάσεις στη θάλασσα και στα βουνά της Ηπείρου (ληστές, αιχμαλωσίες, μάχες) και, τελικά, όλη η παρέα ­ μαζί με μια καμήλα ­ φθάνει και φιλοξενείται στην αυλή του Αλή πασά. Η καταληκτήρια πράξη του δράματος θα παιχθεί (κυριολεκτικά) στο σεράι του φιλόμουσου, όπως παρουσιάζεται, Τεπελενλή: προκειμένου να διευκολυνθεί η φυγάδευση μιας Ελληνίδας από τη φυλακή, ο βιεννέζος Μουσικός και ο έλληνας Ποιητής αναλαμβάνουν να ανασυστήσουν και να παρουσιάσουν μπροστά στον Αλή τη μισοτελειωμένη οπερέτα Ζαΐδα (Zaide), μολονότι το αρχικό σχέδιο προέβλεπε να ανεβεί η γνωστότατη όπερα («ζίνγκσπηλ») Η αρπαγή από το Σεράι! Η επιχείρηση ολοκληρώνεται και όλοι οι μυθιστορηματικοί ήρωες (ευρωπαίοι και ρωμιοί) χάνονται στα βουνά της Ηπείρου.


Τι νόημα μπορεί να έχει για μας σήμερα αυτή η απίθανη ιστορία, που τοποθετείται σε ένα μακρινό παρελθόν (δύο αιώνες πριν) και απλώνεται ράθυμα στον μακρότατο αφηγηματικό χρόνο 600 σελίδων και 48 κεφαλαίων; Αυτή η αλλόκοτη ιστορία (πρέπει να παραδεχτούμε) διαβάζεται άνετα και ευχάριστα, καθώς όλα τα στοιχεία της τείνουν προς τα εμπρός και μας παρασύρουν στον ρυθμό τους. Μας αρκεί όμως αυτό; Κυρίως, ικανοποιεί αυτό και μόνο έναν τεχνίτη που έχει ήδη δοκιμασθεί με επιτυχία στη δύσκολη (σκολιά θα έλεγα) και φιλόδοξη τέχνη της μυθοπλασίας;


Κατ’ αρχήν η όλη ιστορία δεν εκτίθεται έτσι απλά, μονόχορδα, όπως αναγκαστικά τη συμπυκνώσαμε. Ο ανώνυμος Βιεννέζος δεν είναι ένας τυχαίος (φανταστικός ή πραγματικός) μουσικός, ο κόντες Ροϊλός δεν είναι αυτός που ακούγεται να είναι. Αλλά και ο μυθικός χρόνος της ιστορίας (από το 1791 ώς τον Δεκέμβριο του 1799), μολονότι «ιστορικά» υπάρχει, στην ουσία δεν αφορά τους δύο κεντρικούς ήρωες. Η Ιταλία τα χρόνια αυτά είναι πεδίο μαχών για τους Γάλλους και τους Συμμάχους, τα Επτάνησα είναι κέντρο διαμάχης των Μεγάλων Δυνάμεων, η Ηπειρος είναι κτήμα του Αλή κλπ., όμως για τον Μουσικό και τον Ποιητή αυτός ο δραματικός χρόνος δεν υπάρχει. Είναι όντα που ενώ εντάσσονται μέσα σε τούτη τη συγκεκριμένη και σαφώς αναγνωρίσιμη χρονική ροή «ιστορικά» βρίσκονται έξω από αυτήν. «Οι χρονολογίες και γενικά η ιστορική πραγματικότητα έχει προσεχτεί όσο γινόταν καλύτερα» τονίζει ο συγγραφέας στο Σημείωμά του στο τέλος του βιβλίου (σελ. 600), όμως ενώ ο ιμάντας του χρόνου κυλά και μας αποκαλύπτει χίλια δυο επεισόδια οι πρωταγωνιστές δεν βρίσκονται «πραγματικά» επάνω σε τούτο τον ιμάντα. Για αυτούς η επιφάνεια της Ιστορίας έχει σκισθεί και έχουν βρεθεί σε έναν παράλληλα κυλιόμενο ιστορικό ιμάντα, μη πραγματικό. Τίποτε σπουδαίο, αν τα δύο πρόσωπα ήταν ­ όπως φυσικά θα μπορούσαν ­ φανταστικά. Ο συγγραφέας δεν θέλησε αυτή τη σύμβαση. Εκανε κάτι άλλο πιο ενδιαφέρον: τοποθέτησε στον χρόνο αυτόν δύο ιστορικά (και προφανώς γνωστά) πρόσωπα ενός άλλου χρόνου. Αλλά δεν επιστράτευσε είδωλα, φαντάσματα που έρχονται και ζουν έξω από τον χρόνο τους ­ εμφάνισε επί σκηνής όντα πραγματικά. Ο πρώτος ήρωας, ο Μουσικός, είναι ο Μότσαρτ, που ενώ πεθαίνει «επίσημα» το 1791, σε ηλικία 35 χρόνων, εξακολουθεί να ζει φυγάς στην Ιταλία και μετά στην Ελλάδα, τουλάχιστον ώς το 1799. Ο δεύτερος, ο Ποιητής, είναι (ο συγγραφέας μάς υποβάλλει έντονα την ιδέα ότι είναι) ο ίδιος ο κόντες Διονύσιος Σολωμός που συναντά τον Μουσικό και περνούν μαζί τις ίδιες περιπέτειες και εμπειρίες. Πότε και πού; Το 1799 στους Κορφούς και στα Γιάννενα, όταν ο Ποιητής γεννιέται στη Ζάκυνθο την άνοιξη του 1798; Προτού προβούμε σε οποιαδήποτε κρίση, ας δούμε κάποια στοιχεία σχετικά με τη συγγραφή και συγκρότηση της Ζαΐδας.


Πρώτο, το μυθιστόρημα (σύμφωνα με το ίδιο Σημείωμα) ξεκίνησε «σα μια σειρά παραλλαγές πάνω στη νουβέλα του γερμανού ποιητή και συγγραφέα Εντουαρντ Μέρικε Ο Μότσαρτ στον δρόμο για την Πράγα» (1855). Στη νουβέλα αυτή ο Μέρικε προσπαθεί (μακριά από οποιαδήποτε βιογραφική ακρίβεια) να αφηγηθεί το ταξίδι του Μουσικού και της γυναίκας του από τη Βιέννη στην Πράγα, όπου επρόκειτο να παρουσιασθεί για πρώτη φορά ο Δον Τζιοβάνι. Η φανταστική ιστορία του Μέρικε μοιάζει να βρίσκει θέση στα κεφάλαια 4-8 της Ζαΐδας, αλλά με τρόπο ολότελα παραλλαγμένο, άλλωστε η νουβέλα μεταφράζεται από τον Πανσέληνο και κυκλοφορεί μαζί με το βιβλίο του από τις ίδιες εκδόσεις.


Δεύτερο, αφορμή και λόγος για τη συγγραφή του μυθιστορήματος υπήρξε (σύμφωνα πάλι με τον συγγραφέα, Introitus, 11 κ.έ.) μια σειρά επιστολές που του εμπιστεύεται ήδη από το 1980 ένας φίλος του αυστριακός μουσικολόγος. Οι επιστολές αυτές φαίνεται να γράφονται στην Ιταλία και στην Ελλάδα ανάμεσα στα 1792 και στα 1800 από κάποιον γερμανό μουσικό, που δεν δηλώνει την ταυτότητά του, και απευθύνονται όλες σε κάποια Σοφί, γυναικαδελφή του επιστολέα, όπως αποδεικνύεται. Πεπεισμένος ο μυθιστοριογράφος ότι ο ανώνυμος αποστολέας δεν είναι άλλος από τον μεγάλο Μουσικό μεταφράζει και υπομνηματίζει επιμελέστατα τις επιστολές και έχοντάς τες ως βάση προσπαθεί να ανασυστήσει την όλη ιστορία του, γεμίζοντας παράλληλα με το «καλό του γούστο» τα όποια κενά.


Τρίτο οι αφηγηματικοί πομποί του μυθιστορήματος είναι (τουλάχιστον) τρεις: οι επιστολές (1ο πρόσωπο), ο παντογνώστης αφηγητής που γεμίζει τα κενά (3ο πρόσωπο) και οι συχνοί παρένθετοι αφηγηματικοί μονόλογοι των ηρώων (1ο πρόσωπο). Οσο για την αφηγηματική ροή, ποτέ δεν είναι η ίδια: άλλοτε η αφήγηση εξαντλεί ένα επεισόδιο από την αρχή ώς το τέλος (σε τούτο βοηθούν και τα σχετικά σύντομα κεφάλαια), άλλοτε προλαμβάνεται το τέλος ενός επεισοδίου και στη συνέχεια επανερχόμαστε στην αρχή και άλλοτε παρεμβάλλονται μέσα σε ευρύτερες ενότητες μικρότερα επεισόδια. Αλλωστε η «σκοτεινή» αρχή μόνο στο τέλος φωτίζεται ολοκληρωτικά. Τέταρτο το μυθιστόρημα, ως προϊόν βαθύτατης έρευνας (θρίαμβος της θείας περιέργειας), είναι γεμάτο από θαυμαστές πληροφορίες και γνώσεις σχετικά με τη μουσική, την ιστορία, τη γεωγραφία αλλά και τη λογοτεχνία της εποχής. Ετσι, αφού ξεκινά ως κείμενο άλλου κειμένου, συχνά προσφεύγει σε άλλα κείμενα για να τα εντάξει στο σώμα του, πάντοτε με ευαισθησία και χιούμορ. Στίχοι λ.χ. από το ιταλικό ποίημα του Σολωμού «La navicella Greca», γραμμένο το 1851, χρησιμοποιούνται από τον ίδιο (υποτίθεται) τον Ποιητή για να καλωσορίσει τον Μουσικό στην Κέρκυρα το 1799! Καθώς μάλιστα το μυθιστόρημα απλώνεται από την Αυστρία στην Ιταλία και από εκεί στα Επτάνησα και στην Ηπειρο η γλωσσική του επιφάνεια φέρει εμφανέστατα τα σημάδια της λαλιάς του κάθε τόπου, ανεξίθρησκο γλωσσικά και συνάμα κοσμοπολίτικο, ουμανιστικό και δεκτικό σε κάθε δόγμα και φυλή.


Από τα (λίγα) παραπάνω αντιλαμβανόμαστε ότι έχουμε να κάνουμε με ένα εξαιρετικά φιλόδοξο έργο που, όπως είπαμε, διαβάζεται άνετα και ευχάριστα. Απομένει λοιπόν να επιστρέψουμε στο αρχικό μας ερώτημα για το νόημα αυτής της γοητευτικής ιστορίας και να διερευνήσουμε (αν είναι δυνατόν) την πρόθεση του συγγραφέα. Πρόκειται για μεγαλειώδη φάρσα και παίγνιον, για ανατροπή της Ιστορίας ή για άλλοθι λογοτεχνικό προκειμένου να εκτεθούν ιδέες και πράγματα; Ολα αυτά και τίποτε συνάμα. Η Ζαΐδα ή η καμήλα στα χιόνια, δηλαδή ο Μότσαρτ στην Ηπειρο του Αλή, παρέα με τον Σολωμό, είναι ένα καθαρόαιμο μυθιστόρημα που αρνούμενο (όπως οφείλει) τη συμβατική εικόνα του χρόνου αλλά εμπιστευόμενο την Ιστορία αναδιαρθρώνει και επανερμηνεύει τον κόσμο. Η ζωή και ο θάνατος, ο έρωτας αλλά και η φιλία, η τέχνη και η αθανασία, μέσα από την τέχνη, η Ανατολή και η Δύση είναι θέματα που απασχολούν τον συγγραφέα. Αλλά δεν είναι μόνο αυτά. Κάθε ένας από αυτούς τους θεματικούς άξονες συγκρατεί επάνω του μεγάλο φορτίο του έργου, αλλά ο κύριος αγωγός δεν είναι μόνο ένας από αυτούς. Η πρόθεση του Πανσέληνου ­ όπως δείχνει όλο το έργο ­ μοιάζει να πηγαίνει πέρα από αυτά τα ειδικά. Ο,τι κυρίως φαίνεται να τον απασχολεί είναι η ίδια η έννοια και η μορφή της σύνθεσης αυτών των στοιχείων και κατά συνέπεια η έννοια και η μορφή ενός συνθετικού έργου, όπως είναι το μυθιστόρημα το ίδιο. Τα διάφορα λογοτεχνικά τεχνάσματα, τα ετερόκλητα στοιχεία, η Ευρώπη και η Ελλάδα, το μεγαλείο του κακού και η ευλογία του υψηλού, η αλήθεια και η απάτη, το ιερό και το ανόσιο ως συστατικά στοιχεία του κόσμου και του μυθιστορήματος (ή μιας μουσικής ή ποιητικής συμφωνίας) αποκτούν νόημα θεώμενα ως μέρη μιας ευρύτερης συνθέσεως. Γι’ αυτό και κάποια σημεία ενδεχομένως να προβληματίσουν ή να ενοχλήσουν εξαιτίας της «αυθαιρεσίας» τους: ο Μότσαρτ λ.χ. κάνει έρωτα δημοσίως στο Σεράι, ο Σολωμός εξομολογείται ανομολόγητα κρίματα κ.ά. Κοιταγμένο όμως το μυθιστόρημα (όπως και ο βίος) καθολικά δείχνει πως όλα τα τμήματά του είναι μεταξύ τους εναρμονισμένα. Η «αυθαίρετη» ανασύσταση της ιστορίας του «νεκρού» Μουσικού που ταξιδεύει προς την ανάσταση, η απίθανη, εξωιστορική σχέση του με τον Σολωμό, η συμπλήρωση των κενών της Ιστορίας, όπως συμπληρώνονται τα χάσματα (lacunae) των επιστολών, η εξωφρενική ανασύσταση και χρησιμοποίηση μιας ημιτελούς οπερέτας για κάποιο σκοπό όμως, αυτά και άλλα δεν αποτελούν ιδεολογήματα περί της συστάσεως των πραγμάτων. Αποτελούν πρόταση για την καλλιτεχνική, άρα για τη μη λογική και προβλέψιμη ανασύσταση των πραγμάτων. Η Ζαΐδα συνεπώς είναι ένα πολιτικό (και πολιτικό) μυθιστόρημα των ημερών μας που διασαλπίζει και προτείνει το απίθανο και το ουτοπικό. Αποτέλεσμα αυτής της πρότασης είναι φυσικά η ίδια η Ζαΐδα.


Ο κ. Γ. Γιατρομανωλάκης είναι αναπληρωτής καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Archive
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk