Αλήθειες και ψέματα για τα ΜΜΕ
Το βιβλίο του γερμανού κοινωνιολόγου, καθηγητή της κοινωνιολογίας των Μέσων στο Πανεπιστήμιο της Φραγκφούρτης Ντίτερ Πρόκοπ Η δύναμη των Μέσων και η επίδρασή τους στις μάζες δεν είναι μια επιπλέον συμβολή στην έρευνα του φαινομένου των Μέσων, την απαρχή των οποίων ο συγγραφέας τοποθετεί πριν από 100 χρόνια, όταν γεννιέται ο κινηματογράφος.
Πρόκειται για ένα συναρπαστικό και γραμμένο με αυστηρή ουδετερότητα βιβλίο, που σπάει την κρούστα των κοινοτοπιών και με απλότητα, καθαρότητα και με συγκεκριμένα κάποτε και ανατριχιαστικά παραδείγματα ερευνά τη βαθύτερη ουσία των συνεπειών της κινούμενης εικόνας στον σημερινό πολιτισμό.
Αποχαιρετώντας τον 20ό αιώνα η ανθρωπότητα διαχειρίζεται τις πληροφορίες τεμαχίζοντας και ανασυνθέτοντας το υλικό των ειδήσεων, με άλλα λόγια την πραγματικότητα, παίζοντας πάνω στον αφηγηματικό χρόνο που σήμερα λειτουργεί πλέον ως ακολουθία κοινοτοπιών.
Ο Πρόκοπ υποστηρίζει ότι τα Μέσα δεν είναι εξ ορισμού καλά ή κακά. Η κοινωνική έρευνα, επομένως, δεν μπορεί να δαιμονολογεί ή να δημιουργεί «μάσκες του κακού» ή ξόρκια του λόγου μέσω των οποίων θα εξευμενίσουμε τα κακά βιομηχανικά φαντάσματα που μεταφέρουν παντού τον καταιγισμό των πληροφοριών – εικόνων οι οποίες διαμορφώνουν την περιρρέουσα ατμόσφαιρα της μεταβιομηχανικής εποχής.
Ο συγγραφέας ζητεί από τον αναγνώστη να μοιραστεί μαζί του, μέσω της αναδρομής στην ιστορία των Μέσων, τις εμπειρίες που επέδρασαν εξελικτικά και δημιούργησαν το ρευστό κάτοπτρο του κόσμου της εικόνας μέσα στο οποίο διαχέεται η φυσιογνωμία των σημερινών κοινωνιών και κάποτε το ατομικό μας πρόσωπο.
Εδώ παίζονται: αισθήματα, ανθρώπινες σχέσεις, εξουσιαστικά παιχνίδια και φυσικά αστρονομικά χρηματικά ποσά. Σε μιαν άλλη αναγωγή τα Μέσα είναι ο μεγάλος καθρέφτης της αγοράς όπου διασπείρονται, διανέμονται, αναδιανέμονται και συσσωρεύονται η δύναμη και το χρήμα.
Ο Πρόκοπ από τις πρώτες σελίδες του βιβλίου του φροντίζει να διαλύσει τον μύθο της δεκαετίας του ’70 πως οι διαφορές ανάμεσα στον κινηματογράφο και στην τηλεόραση είναι τόσο ριζικές ώστε να μπορούμε να μιλάμε για δύο εντελώς διαφορετικά μέσα. Η τηλεόραση είναι μετεξέλιξη του κινηματογράφου, προϊόν της βιομηχανίας που έχει μεν τις ρίζες του στον κινηματογράφο, διαμορφώθηκε όμως και επιβλήθηκε από τους νόμους της αγοράς. Η κινηματογραφική βιομηχανία υπήρξε το πρόκριμα της τηλεοπτικής. Σήμερα λειτουργεί παράλληλα με την τελευταία και συχνά δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει και άλλες μορφές επικοινωνίας, όπως λ.χ. το βιβλίο. Χωρίς να δώσουμε πρωταρχική βαρύτητα στις δομές της αγοράς, στον τρόπο παραγωγής (δηλαδή στην τεχνολογία και στο ύψος των επενδύσεων), στις έρευνες για την καταναλωτική συμπεριφορά και στις δομές του προϊόντος (με άλλα λόγια, στις δομές της αφήγησης), δεν μπορούμε να καταλάβουμε τη φύση των Μέσων. Τα παραπάνω καλύπτονται από την ομπρέλα του ανταγωνισμού, ο οποίος συχνά ορίζει ακόμη και τα πλαίσια της ηθικής ή τις υπερβάσεις της. Αν ένα νέο κινηματογραφικό ή τηλεοπτικό προϊόν διευρύνει την αγορά, τότε, σύμφωνα με τον Πρόκοπ, θα βρει τρόπο να μεταβάλει ή να αναπροσαρμόσει και την τρέχουσα ηθική διαμορφώνοντας εκείνο που ο συγγραφέας αποκαλεί βαλβίδα ηθών.
Ο λεγόμενος Κώδικας Παραγωγής Ταινιών, που ίσχυσε στις ΗΠΑ από την 1η Ιουνίου του 1934 ως και το 1966, μπορεί σήμερα να προκαλεί ειρωνικά σχόλια, το Χόλιγουντ όμως, όπως και η ευρωπαϊκή παραγωγή άλλωστε, τον τήρησε με θρησκευτική σχεδόν ευλάβεια. Σύμφωνα με τον Κώδικα, το δίκαιο και η ηθική δεν επιτρέπεται να αποτελούν αντικείμενο ειρωνικών σχολίων, η παράβαση του νόμου δεν μπορεί να εμφανίζεται με θετικό τρόπο και οι πράξεις εκδίκησης κατά κανένα τρόπο δεν δικαιολογούνται.
Ο συγγραφέας διακρίνει έξι περιόδους στην εξέλιξη των Μέσων:
Στις αρχές του αιώνα είχαμε τις μικρές εταιρείες και η δημιουργικότητα στον κινηματογράφο ήταν έντονη και ελεύθερη.
Από το 1930 ως το 1945 το καθεστώς στην κινηματογραφική βιομηχανία αποκτά μονοπωλιακό χαρακτήρα και τις ταινίες που παράγονται τις χαρακτηρίζει ό,τι ο Πρόκοπ αποκαλεί βιομηχανικό στυλιζάρισμα.
Η περίοδος που ακολουθεί ως το 1960 οδηγεί τον κινηματογράφο στο αμέσως επόμενο οικονομικό στάδιο: γίνεται ολιγοπωλιακός. Στην Αμερική κυριαρχούν τέσσερις μεγάλες εταιρείες και καθιερώνεται το σύστημα των ηθοποιών – αστέρων, οι οποίοι καθορίζουν σχεδόν τα πάντα όσον αφορά την παραγωγή, όπως: ποιος θα είναι ο σκηνοθέτης, ο φωτογράφος ή ακόμη και ο ενδυματολόγος της ταινίας.
Από το 1960 ως το 1985 ο αμερικανικός κινηματογράφος, προσπαθώντας να βρει το αντίδοτο στην τηλεόραση και καθώς το δίκτυο των αιθουσών προβολής συρρικνώνεται σε όλη τη χώρα, προωθεί τη διεθνοποίηση τόσο της διανομής όσο και της θεματογραφίας και των επενδύσεων. Τα μεγάλα στούντιο έχουν πεθάνει, στην κινηματογραφική βιομηχανία όμως αρχίζει να εισρέει το χρήμα των πολυεθνικών εταιρειών.
Τη σημερινή φάση των Μέσων ο συγγραφέας την ονομάζει παγκόσμιο ολιγοπώλιο. Το βίντεο, π.χ., μεσολαβώντας ανάμεσα στον κινηματογράφο και στην τηλεόραση λειτουργεί συμφιλιωτικά, κυρίως όμως: στηρίζει οικονομικά την κινηματογραφική βιομηχανία, η οποία βλέπει τα κέρδη της να αυξάνονται κατακορύφως από τις πωλήσεις βιντεοκασετών. Η «συνεργασία» κινηματογράφου – τηλεόρασης και η περιθωριοποίηση της ευρωπαϊκής παραγωγής αφήνουν τώρα ένα μόνο πεδίο ανταγωνισμού: αυτό του λογισμικού και του περάσματος της εικόνας (όπως βεβαίως και του ήχου) από την αναλογική στην ψηφιακή τεχνολογία. Στο πεδίο του νέου ανταγωνισμού εμπλέκονται πολυεθνικές εταιρείες παραγωγής ηλεκτρονικού υλικού και συσκευών, κολοσσοί παραγωγής τηλεπικοινωνιακού υλικού και υπηρεσιών και μεγάλοι τραπεζικοί οργανισμοί.
Το Χόλιγουντ, επομένως, δεν έχει πεθάνει. Σήμερα είναι διάχυτο και παγκόσμιο. Η επικράτηση της τηλεόρασης οδήγησε στο κλείσιμο των μεγάλων κινηματογραφικών στούντιο, τα οποία όμως αγοράστηκαν αργότερα από τους μεγιστάνες των πληροφοριών και πολυεθνικούς κολοσσούς. Ο Τεντ Τέρνερ, το αφεντικό του CNN, αγόρασε το 1982 τη Μέτρο Γκόλντουιν Μάγερ αποκτώντας ένα τεράστιο στοκ κινηματογραφικών ταινιών. Η Κόκα – Κόλα την Κολούμπια και το 30% της Tri-Star Pictures. Η Κολούμπια πουλήθηκε, στη συνέχεια, το 1988 στη Σόνι. Τα παραδείγματα δείχνουν ότι η διαχείριση των πληροφοριών και μέσω αυτής ο έλεγχος της αγοράς και η χειραγώγηση των μαζών είναι ένα τεράστιο παγκόσμιο παιχνίδι δύναμης. Ο συγγραφέας, ωστόσο, δεν μένει στη σκοτεινή πλευρά. Αξιολογώντας θετικά την κριτική που με δριμύτητα άσκησε εναντίον της βιομηχανίας της κουλτούρας η Σχολή της Φραγκφούρτης με επικεφαλής τους Αντόρνο και Χορκχάιμερ, δεν παραλείπει να υπογραμμίσει ότι η λαϊκή ή βιομηχανική τέχνη και ψυχαγωγία και άρα ο κινηματογράφος και η τηλεόραση δεν συνιστούν κλειστό σύστημα, αλλιώς θα ήμασταν αναγκασμένοι να υπερασπιστούμε τη λογοκρισία.
Ο Πρόκοπ δίνει ορισμένα πολύ ενδιαφέροντα παραδείγματα: λ.χ., το μονοπώλιο του κινηματογράφου δεν κατέρρευσε μόνο εξαιτίας της τηλεόρασης. Μεγάλο ρόλο επί του προκειμένου έπαιξε το κύμα της εξόδου από τα μητροπολιτικά κέντρα στα προάστια. Η ζωή στα προάστια, που συνοδεύεται από την απομόνωση ή τη θεοποίηση του αποκαλούμενου «ιδιωτικού χώρου», ευνοούσε την επικράτηση της τηλεόρασης: η πραγματικότητα των άλλων προσφερόταν συσκευασμένη σε ένα κουτί της Πανδώρας. Δεν πρέπει επίσης να αγνοηθεί το φαινόμενο της αυτοκίνησης. Ο Πρόκοπ υποστηρίζει πως μεγάλο ποσοστό της επιτυχίας των υπερπαραγωγών του Σεσίλ ντε Μιλ, όπως λ.χ. η Βίβλος, οφείλεται στο ότι ήταν κατάλληλες για τις γιγαντιαίες οθόνες των κινηματογράφων αυτοκινήτων.
Η χολιγουντιανή συνταγή της επιτυχίας ισχύει και σήμερα: η αφηγηματικότητα, η σαφήνεια, ο ρεαλισμός, η ροή που δεν διακόπτεται, η συνέχεια, επομένως, στην αφήγηση, που προϋποθέτει την ύπαρξη ενός αόρατου ή υποθετικού αφηγητή, αποτελούσαν και αποτελούν τα κύρια συστατικά της επιτυχίας. Γι’ αυτήν εργάζονται και τώρα όπως πάντα ολόκληρα επιτελεία. Τα επιτελεία γνωρίζουν πως ο θεατής πρέπει να ξέρει από την αρχή πώς θα συμπεριφερθούν οι πρωταγωνιστές είναι από τους βασικούς νόμους στη βιομηχανία της ψυχαγωγίας. Εκείνο που περιμένει από την εικονιστική αφήγηση η οποία ξεδιπλώνεται μπροστά στα μάτια του είναι μια τυπολογία της πραγματικής ζωής ή των φαντασιώσεών του και όχι χαρακτήρες που θα τον ανάγκαζαν να αλλάξει τους τρόπους πρόσληψης της πραγματικότητας, όπως καθημερινώς την προσλαμβάνει. Αν η λησμονιά είναι ένας από τους σκοπούς της βιομηχανίας της ψυχαγωγίας, συνιστά ταυτοχρόνως και μια μορφή επιβίωσης.
Ετσι, η σημερινή μεταμοντέρνα δομή του εικονιστικού προϊόντος εμφανίζει και άλλες παραμέτρους. Το ριμέικ, λ.χ., είναι μια απόδειξη πως το υλικό των σημερινών ταινιών είναι τα κλισέ του παρελθόντος. Τα παλιά στοιχεία εμφανίζονται με νέο τρόπο. Επιπλέον, όμως, εδώ έχουμε να κάνουμε με το σύνολο της κινηματογραφικής παράδοσης που διαλύεται, ανασυντίθεται και διαχέεται σε νέα βιομηχανικά καλούπια υπακούοντας στους νόμους της αγοράς. Πρόκειται, με άλλα λόγια, για επανάληψη ή ανασύνθεση σημάτων κατατεθέντων. Κορυφαίο και ίσως αντιπροσωπευτικό γιατί είναι και το απλούστερο προϊόν αυτής της γενικής μαγειρικής είναι το βιντεοκλίπ, όπου το στυλιζάρισμα φθάνει στα όρια του κιτς, η εικόνα μιμείται τον ήχο και σε τελευταία ανάλυση η τέχνη μπασταρδεύεται με το εμπόριο.
Σκηνοθετημένος κόσμος
Η βιομηχανία της ψυχαγωγίας διαβρώνει σταθερά τον κόσμο των ειδήσεων. Ολος ο κόσμος εμφανίζεται μεταβατικός και σκηνοθετημένος. Η βιομηχανία των Μέσων έχει, εδώ και πολλά χρόνια, υιοθετήσει τις μεθόδους ανάλυσης του περιεχομένου, με αποτέλεσμα η γενική κριτική των Μέσων να πέφτει στο κενό ή να εκπίπτει με τη σειρά της, μεταβαλλόμενη σε ένα παζλ από κλισέ, όπως λ.χ.: απώλεια πολιτισμικής ισορροπίας, χρηματισμός, απομιμήσεις κλπ. Η ουσία είναι άλλη, φαίνεται να υποστηρίζει ο συγγραφέας. Η θεματοποίηση των πάντων, κατά τη γνώμη του, εμφανίζει την τηλεόραση ως ένα συρφετό πληροφοριών. Στο τέλος, όπως και στις ψυχαγωγικές ταινίες, δεν μένει τίποτε. «Ο κόσμος του Ντίσνεϊ είναι ένα τεράστιο σουπερμάρκετ αξιοθέατων», λέει ο Πρόκοπ. Με άλλα λόγια, για να απολαύσει κανείς τα αξιοθέατα με ανώδυνο τρόπο είναι αναγκασμένος πιο μπροστά να σβήσει το περιεχόμενο. Η φθορά, η ματαιότητα και η λήθη είναι σύμφυτα με την τεχνολογία και τη βιομηχανία της εικονιστικής ψυχαγωγίας.
Στον τομέα των τηλεοπτικών ειδήσεων τα φαινόμενα είναι ανάλογα. Η τηλεόραση δίνει άμεσες πληροφορίες για τα όσα συμβαίνουν στο εσωτερικό της εξουσίας, αλλά η δύναμή της έγκειται στο ότι μέσω των κλισέ μπορεί και αναδομεί γρήγορα την προσωπικότητα. Ετσι, για τον Πρόκοπ, ιδεώδης τηλεοπτική δημοσιογραφία είναι εκείνη που συνδυάζει το αντικειμενικό ρεπορτάζ με τα στρατευμένα σχόλια. Η τηλεόραση είναι θεματική γιατί έχει ολιγοπωλιακή δομή. Τα όσα λέει επ’ αυτού είναι από πολλές πλευρές αποκαλυπτικά:
Η θεματική οργάνωση του προγράμματος μειώνει το κόστος λειτουργίας, εξοικονομεί χρόνο, βοηθά στην κατάτμηση του υλικού της πραγματικότητας και ευνοεί τις πωλήσεις του διαφημιστικού χρόνου. Επιπλέον, δίνει στον δημοσιογράφο – συντονιστή το πάνω χέρι. Η σφαιρική παρουσίαση του θέματος ευνοεί το στυλιζάρισμα, την απλοποίηση και την αφηγηματικότητα. Γι’ αυτό και πολύ συχνά οι λεγόμενες «σκληρές» συνεντεύξεις που παίρνουν ορισμένοι δημοσιογράφοι από πολιτικά πρόσωπα είναι «στημένες»: ο δημοσιογράφος παίρνει τη θέση του εκφραστή του λαϊκού αισθήματος και ο πολιτικός εμφανίζεται ως ο λογικός, αναλυτικός και ήρεμος ηγέτης, άρα κάποιος που μπορούμε να τον εμπιστευθούμε. Η «διαλεκτική» αυτή ανεβάζει την ποιότητα, όπως αντίστοιχα η θεματικότητα είναι εκείνη που κρατά τον θεατή μπροστά στην οθόνη. Γι’ αυτό και ο κύριος όγκος των ειδήσεων ιεραρχείται αποκλειστικά σχεδόν με βάση τη ροή του προγράμματος.
Η τηλεόραση, κατά συνέπεια, ιεραρχώντας τον χρόνο παραγωγής δεν μπορεί παρά να λειτουργεί γραφειοκρατικά, αφού, σύμφωνα με τον Πρόκοπ, «ιεραρχία σημαίνει ρύθμιση του διαθέσιμου χρόνου ομιλίας». Στα συμβούλια, τα κατώτερα και τα μεσαία στελέχη σπανίως μιλούν αν θέλουν να κρατήσουν τη δουλειά τους ή να ανεβούν στην ιεραρχία. Το πόση ώρα μιλάει ο καθένας καθορίζεται από το ποια είναι η θέση του μέσα στον διοικητικό μηχανισμό.
Το είδος του κοινού παίζει μεγάλο ρόλο στον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η τηλεόραση. Η προσφυγή στη βία που απευθύνεται στα νεαρά άτομα έχει την ωμή της εξήγηση: είναι η πιο δυνατή μορφή δράσης που μπορεί να προσελκύσει πελάτες. Αλλά γιατί η τηλεόραση καταφεύγει σε τέτοιες ακρότητες, όταν η πλειονότητα των θεατών είναι άτομα μεγάλης ηλικίας; Τα άτομα μεγάλης ηλικίας δεν είναι καταναλωτές πρώτης γραμμής και δεν φέρνουν, επομένως, διαφημιστικά έσοδα στους τηλεοπτικούς σταθμούς. Το κοινό, όπως και οι ζώνες ακροαματικότητας, διαβαθμίζεται με βάση τους νόμους της αγοράς. Η τηλεόραση πουλώντας χρόνο πουλά κάτι που ήδη πωλείται και ταυτοχρόνως την εικόνα της εικόνας της: εκείνο που δημιουργείται και αυτοκαταργείται την ίδια στιγμή. Η σχέση αυτή υπήρχε από παλιά στον κινηματογράφο, μας πληροφορεί ο Πρόκοπ. Ο μύθος του αστέρα του Χόλιγουντ που καπνίζει το τσιγάρο του ή πίνει το ποτό του ερμηνεύεται πραγματικά: οι καπνοβιομηχανίες και οι βιομηχανίες αλκοολούχων ποτών ήταν παλαιότερα και εξακολουθούν να είναι μεγαλομέτοχοι των κινηματογραφικών τραστ και μπορούν να επιβάλουν, έτσι, την έμμεση διαφήμιση συνηθειών που ανεβάζουν τις πωλήσεις των προϊόντων τους. Σήμερα ο αμερικανικός κινηματογράφος εξακολουθεί να διαφημίζει, έστω και με «κριτικό» τρόπο, το κάπνισμα: «Αυτό σε σκοτώνει», λέει ο ένας πρωταγωνιστής, για να απαντήσει ο άλλος: «Ναι, αλλά μ’ αρέσει».
Η κριτική αυτή αναδρομή στην ιστορία των Μέσων και στην επίδρασή τους στις σύγχρονες κοινωνίες είναι μια σημαντική συμβολή στην έρευνα του μεταβιομηχανικού πολιτισμού. Βιβλίο ψύχραιμο αλλά συναρπαστικό, νηφάλιο και ωστόσο πρωτότυπο, απροκατάληπτο αλλά με θέσεις που κάποτε παίρνουν τη μορφή αποκαλυπτικών αφορισμών. Τα Μέσα ανοίγουν ένα χάσμα ανάμεσα στο άτομο και στον εαυτό του, δημιουργούν δηλαδή μια κρίση προσωπικότητας και θέτουν ευθέως το ερώτημα της ελευθερίας της βουλήσεως ή της, ας πούμε, εθελούσιας παράδοσης της προσωπικότητας στους κοινούς τόπους που τη διακυβεύουν. Ωστόσο, ο συγγραφέας δεν είναι απαισιόδοξος. Αν από τα Μέσα παρελαύνει μια στρατιά κοινοτοπιών, τότε και αυτά είναι εργαλεία της κοινοτοπίας και άρα, βλέποντάς τα αντικειμενικά, μπορούμε να τα κρίνουμε, να τα αλλάξουμε ή ακόμη και να τα αντικαταστήσουμε. Οι κοινωνίες δεν είναι έρμαια κοινοτοπιών όπως άλλωστε και τα άτομα, μοιάζει να υποστηρίζει. Η ψευδαίσθηση κρατά ζωντανή την κοινοτοπία, αλλά η γνώση είναι εκείνη που ξεκαθαρίζει το τοπίο. Και το βιβλίο του Πρόκοπ επαναφέρει, μέσα στον συρφετό των εικόνων, το νόημα, την ουσία και τα αίτιά τους, τα οποία βρίσκονται πάντα μέσα στο ιστορικό πλαίσιο που εξακολουθεί να καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο υπάρχουν και λειτουργούν οι σύγχρονες κοινωνίες.
Ο κ. Αναστάσης Βιστωνίτης είναι συγγραφέας. Τελευταίο του βιβλίο, «Χώμα από ουρανό», εκδόσεις Πατάκη.



