ΒΡΥΞΕΛΛΕΣ, Μάρτιος.
Η Δυτικοευρωπαϊκή Ενωση (ΔΕΕ) έγινε 50 ετών και γιόρτασε τα γενέθλιά της στις Βρυξέλλες την περασμένη εβδομάδα. Πόσοι όμως γνωρίζουν τι είναι η ΔΕΕ ή ακόμη ότι το εξάμηνο αυτό η Ελλάδα ασκεί την προεδρία του ευρωπαϊκού αυτού οργανισμού; Ενός οργανισμού που είναι γηραιότερος κατά ένα χρόνο του ΝΑΤΟ, αλλά ακόμη διερωτάται για τον ρόλο που έχει να παίξει. Γιατί αν σε κάτι χρησίμευσαν τα γενέθλια αυτά ήταν ότι έδωσαν την ευκαιρία για έναν προβληματισμό γύρω από τις προοπτικές που διανοίγονται στον σημερινό μεταδιπολικό κόσμο για την ευρωπαϊκή άμυνα.
Για να κατανοήσουμε όμως περί τίνος ακριβώς πρόκειται πρέπει να πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Η Δυτικοευρωπαϊκή Ενωση ιδρύθηκε στις 17 Μαρτίου 1948 από πέντε δυτικοευρωπαϊκές χώρες (Γαλλία, Βρετανία, Λουξεμβούργο, Βέλγιο, Ολλανδία) με στόχο την αμυντική συνεργασία στη δύσκολη μεταπολεμική εποχή. Δύο χρόνια αργότερα προστέθηκαν δύο ακόμη χώρες, η Γερμανία και η Ιταλία, αλλά το όλο εγχείρημα άρχισε να ξεθωριάζει με δεδομένη την ισχύ που απέκτησε στο μεταξύ το ΝΑΤΟ.
Ολοι είχαν ξεχάσει (ή σχεδόν) την ύπαρξη της ΔΕΕ, όταν μία ωραία πρωία στην περίφημη σύνοδο της Ευρωπαϊκής Κοινότητας στο Μάαστριχτ τον Δεκέμβριο του 1991 οι τότε «12» απεφάσισαν ότι η Ευρωπαϊκή Ενωση θα έπρεπε να αποκτήσει μια κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφαλείας (ΚΕΠΠΑ). Αποφασίσθηκε λοιπόν τότε ότι η ΔΕΕ (στην οποία ήδη από το 1990 είχαν ενταχθεί η Ισπανία και η Πορτογαλία) θα αποτελούσε τον «αμυντικό βραχίονα» της Ευρωπαϊκής Ενωσης.
Αντί όμως να συμφωνηθεί μια ανεξάρτητη ευρωπαϊκή αμυντική πολιτική, οι «12» (με πρωτοστατούντες τους Βρετανούς) σε μια εμφανή κίνηση υπακοής στα κελεύσματα της υπερατλαντικής υπερδύναμης συμφώνησαν τελικά ότι η ΔΕΕ θα είναι παράλληλα και ο «ευρωπαϊκός πυλώνας» του ΝΑΤΟ.
Η ευρωπαϊκή άμυνα συνδέθηκε λοιπόν με το ΝΑΤΟ και έτσι η ΔΕΕ κατήντησε να μην είναι ούτε ένας γνήσιος πολιτικός θεσμός (εφόσον ο κατ’ εξοχήν ευρωπαϊκός θεσμός είναι η Ευρωπαϊκή Ενωση) αλλά ούτε και μια στρατιωτική οργάνωση (εφόσον τον ρόλο αυτόν παίζει το ΝΑΤΟ). Η κατάσταση αυτή έχει ως αποτέλεσμα να περιορίζει τις ουσιαστικές δυνατότητες για αποτελεσματική δράση της ΔΕΕ.
Το 1992 αποφασίσθηκε στο Πέτερσμπεργκ ότι η ΔΕΕ θα αναλαμβάνει στρατιωτικές αποστολές διαχείρισης κρίσεων που θα αποφασίζουν οι Ευρωπαίοι. Οι αποστολές αυτές θα έχουν κυρίως ανθρωπιστικό χαρακτήρα και θα στοχεύουν επίσης στην διατήρηση της ειρήνης. Εφέτος αναμένεται να συγκροτηθεί η κοινή στρατιωτική επιτροπή του οργανισμού και για το έτος 2000 προγραμματίζεται η πρώτη κοινή άσκηση ΔΕΕ – ΝΑΤΟ.
Από το 1992 πλήρες μέλος της ΔΕΕ είναι και η Ελλάδα (η οποία αδικαιολόγητα είχε καθυστερήσει να ενταχθεί μη αποδεχόμενη την πλατφόρμα της Χάγης για τα πυρηνικά όλπα) με δεδομένο ότι πλήρη μέλη του οργανισμού είναι όσες χώρες είναι ταυτόχρονα μέλη του ΝΑΤΟ και της ΕΕ. Συνδεδεμένα μέλη είναι οι ευρωπαϊκές χώρες που ανήκουν στο ΝΑΤΟ αλλά δεν είναι μέλη της ΕΕ (Ισλανδία, Νορβηγία, Τουρκία) και παρατηρητές η Αυστρία, η Δανία, η Φινλανδία, η Ιρλανδία και η Σουηδία. Από το 1994 έχουν ενταχθεί στη ΔΕΕ ως συνδεδεμένοι εταίροι 10 χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, με αποτέλεσμα σήμερα ο ευρωπαϊκός αυτός οργανισμός να διαθέτει 28 χώρες – μέλη.
Από τις πέντε χώρες του 1948 στις 28 του 1998 η απόσταση είναι μεγάλη, αλλά η ισχύς της ΔΕΕ δεν είναι ανάλογη και εδώ έγκειται το πρόβλημα, το οποίο παραδέχεται και ο ίδιος ο Γενικός Γραμματέας της ΔΕΕ κ. Χοσέ Κουτιλέιρο. Μιλώντας στη σύνοδο που πραγματοποιήθηκε για την επέτειο των 50 χρόνων άφησε την εντύπωση ότι η ΔΕΕ είναι σε αναζήτηση μιας κρίσης στην οποία θα πρέπει οι Ευρωπαίοι να αποφασίσουν να δράσουν από κοινού. Το αίτημα θα πρέπει να προέλθει από την Ευρωπαϊκή Ενωση και τα μέσα που θα χρησιμοποιηθούν θα είναι εκείνα του ΝΑΤΟ.
Με δεδομένο όμως ότι οι αποφάσεις στην Ευρωπαϊκή Ενωση λαμβάνονται ομόφωνα, μια απόφαση για κοινή ευρωπαϊκή στρατιωτική δράση είναι δύσκολο (αν όχι αδύνατον) να ληφθεί, με αποτέλεσμα τον ρόλο αυτόν να αναλαμβάνουν τελικά πάντοτε οι Αμερικανοί και η Ενωμένη Ευρώπη να χάνει τη μια ευκαιρία μετά την άλλη για να επιβάλει την ενιαία αμυντική της ταυτότητα. Χαρακτηριστικό είναι ότι ούτε στην κρίση της Βοσνίας ούτε και στην κρίση της Αλβανίας η ΔΕΕ έπαιξε κάποιον ουσιαστικό ρόλο (εκτός από κάποιες ναυτικές αποστολές επιτήρησης του εμπάργκο κατά της Γιουγκοσλαβίας στην Αδριατική το 1992) ενώ δεν φαίνεται να παίζει κανένα ρόλο και στη σημερινή κρίση στο Κοσσυφοπέδιο. Οσο για την Κύπρο κανείς στην έδρα της ΔΕΕ στις Βρυξέλλες δεν συζητεί το ενδεχόμενο κάποιας ενεργού ανάμειξης.
Ο υπουργός Εθνικής Αμυνας κ. Ακης Τσοχατζόπουλος, που προήδρευσε της συνόδου της ΔΕΕ για την επέτειο των 50 χρόνων, τόνισε στην ομιλία του ότι οι κρίσεις στη Νοτιοανατολική Ευρώπη πολλαπλασιάζονται: «Μετά την κρίση της Βοσνίας είχαμε την κρίση της Αλβανίας και ενώ οι δύο αυτές κρίσεις δεν έχουν ξεπεραστεί οριστικά, άρχισε ήδη η κρίση στο Κοσσυφοπέδιο. Στις δύο πρώτες από τις κρίσεις αυτές η Ευρωπαϊκή Ενωση και η ΔΕΕ δεν μπόρεσαν να παίξουν τον ρόλο που τους αντιστοιχούσε και που όλοι περίμεναν από αυτές. Δεν μπόρεσαν ούτε να τις προλάβουν ούτε να τις σταματήσουν έγκαιρα με δική τους πρωτοβουλία». Και έθεσε το ερώτημα αν η Ευρώπη θα μπορέσει επιτέλους να παίξει τον ρόλο της στην κρίση του Κοσσυφοπεδίου.
Προφανές είναι λοιπόν ότι ο μελλοντικός ρόλος της ΔΕΕ θα εξαρτηθεί από τις αποφάσεις που οι ίδιες οι ευρωπαϊκές χώρες είναι διατεθειμένες να λάβουν ως προς την ανάπτυξη και την αξιοποίηση των αμυντικών δυνατοτήτων της Ευρώπης.
Οσο οι Ευρωπαίοι διστάζουν τόσο ο ρόλος των Αμερικανών μέσω του ΝΑΤΟ θα παραμένει κυρίαρχος. Αν θέλει όμως κάποτε η Ευρώπη πέρα από ενιαία οικονομική δύναμη να καταστεί και πολιτική θα πρέπει να απαλλαγεί οριστικά από την αμερικανική εξάρτηση και να αποκτήσει τη δική της φωνή τόσο στην άμυνα όσο και στην εξωτερική πολιτική.



