Παραπονούμαστε συχνά ότι οι ξένοι γνωρίζουν λίγα για την Ελλάδα, ότι η πληροφόρησή τους είναι αποσπασματική και βασισμένη σε στερεότυπα, ότι δεν κατανοούν και δεν συμμερίζονται τις ευαισθησίες μας. Είμαστε όμως εμείς οι μόνοι αδικημένοι σε αυτόν τον διεθνή ανταγωνισμό της πληροφόρησης; Πόσο και πώς ενημερώνονται οι Αμερικανοί για τα διεθνή γεγονότα; Κρίνεται ικανοποιητική αυτή η πληροφόρηση όταν τα αμερικανικά ΜΜΕ αφιερώνουν συνεχώς και λιγότερο χώρο και χρόνο στις διεθνείς εξελίξεις; Ποιες ξένες χώρες και ποια θέματα τραβούν την προσοχή των ΜΜΕ; Ποιοι αποφασίζουν για το τι ενδιαφέρει το αμερικανικό κοινό;


Σε αυτά τα ερωτήματα και σε πολλά άλλα σχετικά απαντά ένα βιβλίο που κυκλοφόρησε πρόσφατα από το ερευνητικό Ιδρυμα Brookings της Ουάσιγκτον. Συγγραφέας του είναι ο Stephen Hess, ο οποίος ερευνά από πολλά χρόνια τις σχέσεις Τύπου και εκτελεστικής εξουσίας. Το βιβλίο του «Διεθνή νέα και ξένοι ανταποκριτές» είναι προϊόν έρευνας που ολοκληρώθηκε το 1992 ανάμεσα σε 404 αμερικανούς ανταποκριτές από το σύνολο των 1.500 περίπου που εργάζονται στο εξωτερικό και κάνει ανάλυση 24.000 ανταποκρίσεων σε εφημερίδες, περιοδικά, τηλεοπτικά δίκτυα και διεθνή πρακτορεία ειδήσεων.


Μερικές τάσεις, όπως αναδύονται από την έρευνα, είναι εξόχως αποκαλυπτικές. Από τα τηλεοπτικά δίκτυα το CNN απλώνεται σε όλο το πλάτος και μήκος της οικουμένης διαθέτοντας σε όλο τον κόσμο τόσους ανταποκριτές όσους διαθέτουν συνολικά τα άλλα τρία εθνικά δίκτυα ­ ABC, NBC και CBS ­, τα οποία κλείνουν το ένα μετά το άλλο τα γραφεία τους στο εξωτερικό, ενώ το CNN ανοίγει συνεχώς νέα. Ολοι οι αμερικανοί ανταποκριτές του μη ηλεκτρονικού Τύπου στο εξωτερικό ανήκουν σε επτά εκδοτικά συγκροτήματα, με συνολική κυκλοφορία ίση με το 20% του αμερικανικού Τύπου, πράγμα που σημαίνει ότι το υπόλοιπο 80% δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για τις εξελίξεις στον κόσμο. Η εφημερίδα με τη μεγαλύτερη στις ΗΠΑ κυκλοφορία, η «USA Today», δεν διαθέτει κανέναν ανταποκριτή στο εξωτερικό.


Στο κεντρικό τηλεοπτικό δελτίο ειδήσεων των 22 λεπτών τα διεθνή νέα καταλαμβάνουν λίγα λεπτά, πράγμα που εξηγεί γιατί ο μέσος τηλεθεατής ελάχιστα γνωρίζει τι συμβαίνει πέρα από το ποτάμι της Πολιτείας του. Οι μισές από τις 185 χώρες του κόσμου μένουν σχεδόν άγνωστες και η κάλυψη των υπολοίπων γίνεται συνήθως από «αλεξιπτωτιστές» ­ κάποιους που επισκέπτονται για λίγες ημέρες την περιοχή σε περίοδο κρίσεων, πολέμου ή μεγάλων καταστροφών και αυτό αν εμπλέκονται αμερικανικά συμφέροντα είτε κινδυνεύουν αμερικανικές ζωές. Από το 1989-1991 η έρευνα του Hess απεκάλυψε ότι οι «New York Times» κάλυψαν διπλάσιο αριθμό πολεμικών θεμάτων από ό,τι πολιτιστικών. Αλλά η αντίστοιχη αναλογία στην τηλεόραση ήταν 15 προς ένα! Οι επιδόσεις των σοβαρών εφημερίδων είναι, φυσικά, καλύτερες από της τηλεόρασης αλλά και σε μεγάλες εφημερίδες τα διεθνή νέα δεν καταλαμβάνουν πλέον πάνω από δύο σελίδες με τέσσερα – πέντε μεγάλα άρθρα και άλλα τόσα μικρότερα.


Αλλά ενδιαφέρεται ο αμερικανός καταναλωτής ή ο απλός αναγνώστης, ακροατής ή θεατής για περισσότερα διεθνή νέα και του τα στερεί η διεύθυνση των ΜΜΕ; Διάφορες δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι ο μέσος Αμερικανός δεν ενδιαφέρεται για τις ειδήσεις από το εξωτερικό, εκτός αν εμπλέκεται η πατρίδα του. Λέγεται ότι τα περιοδικά που αφιερώνουν το εξώφυλλό τους σε διεθνές θέμα χάνουν το 20% της κυκλοφορίας τους. Οι μικρές εφημερίδες αφιερώνουν όλο και περισσότερο χώρο στα τοπικά νέα, λιγότερο στα εθνικά και ελάχιστο στα διεθνή. Εχει υπολογιστεί ότι η αγορά για διεθνείς ειδήσεις δεν ξεπερνά τα 5 εκατ. Αμερικανούς σε σύνολο πληθυσμού 260 εκατομμυρίων.


Είναι όμως ενδιαφέρον να διερευνήσει κανείς ποιες είναι οι χώρες ή τα θέματα που «τραβούν την προσοχή» των ΜΜΕ. Είκοσι μία χώρες συγκέντρωσαν το 79% των ξένων ανταποκρίσεων στην τηλεόραση το διάστημα 1988-1992 και από αυτές οι 16 καλύφθηκαν λόγω σοβαρών αναταραχών στην περιοχή τους. Πρώτη σε κάλυψη ήταν η Σοβιετική Ενωση – Ρωσία (17,3%), δεύτερο το Ισραήλ (10,2%), τρίτη η Βρετανία (5,6%), τέταρτο το Ιράκ (5,4%), πέμπτη η Γερμανία (5,3%) και ακολουθούν κατά σειρά η Σαουδική Αραβία (5,1%), η Νότια Αφρική (4,8%), η Κίνα (3,5%), ο Παναμάς (2,7%) και η Ιαπωνία (2,6%). Από γεωγραφικές περιοχές του κόσμου η Μέση Ανατολή, η Ανατολική και η Δυτική Ευρώπη «υπερκαλύπτονται» σε σχέση με τον πληθυσμό τους, ενώ η Ασία και η Αφρική «υποκαλύπτονται». Από τη Μέση Ανατολή το Ισραήλ έχει τη μερίδα του λέοντος για πολλούς λόγους. Η κάλυψη των εφημερίδων είναι πληρέστερη αλλά και εκεί η βία, οι διενέξεις, η εμπλοκή αμερικανών πολιτών και συμφερόντων καθορίζουν τι θα δημοσιευθεί.


Από τις αμερικανικές εφημερίδες τους περισσότερους ανταποκριτές στο εξωτερικό απασχολούσαν το 1992 οι «New York Times» (36) και η «Wall Street Journal» (22). Αλλά το 75% σχεδόν των 100 μεγαλύτερων εφημερίδων της Αμερικής δεν έχει κανέναν ­ το κόστος διατήρησης ενός γραφείου με έναν μόνο ανταποκριτή έφθανε τις 300.000 δολάρια για τους «Los Angeles Times». Με λιγότερους ανταποκριτές στο εξωτερικό τα αμερικανικά ΜΜΕ βασίζονται όλο και περισσότερο στο Associated Press, το οποίο τροφοδοτεί το 94% των 1.600 αμερικανικών εφημερίδων, 7.700 εβδομαδιαίων εφημερίδων, 1.200 τηλεοπτικών σταθμών, 10.000 ραδιοσταθμών και 11.000 περιοδικών. Το 1992 το Associated Press απασχολούσε 200 ανταποκριτές στο εξωτερικό και άλλους τόσους επιτοπίως εργαζομένους σε 86 γραφεία ανά τον κόσμο. Είναι χαρακτηριστικό ότι μια έρευνα τον Σεπτέμβριο του 1994 σε 20 από τις 100 μεγαλύτερες εφημερίδες των ΗΠΑ έδειξε ότι ο μέσος αριθμός των άρθρων που αναφέρονται σε εξωτερικά θέματα ήταν 4,5 και τα δύο τρίτα εξ αυτών αποτελούσαν αναδημοσιεύσεις από το Associated Press, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι το πρακτορείο επηρεάζει de facto για το ποια διεθνή νέα εμφανίζονται στον αμερικανικό (και όχι μόνο) Τύπο.


Ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι παρά την τάση που επικρατεί για κάλυψη σκανδάλων, κρίσεων, διενέξεων και βίας τα αμερικανικά ΜΜΕ έχουν την ηθική υποχρέωση να εξηγήσουν στον αμερικανό πολίτη τι κρύβεται πίσω από τις επικεφαλίδες και τους τίτλους, για να τον κάνουν κοινωνό της κουλτούρας και των προβλημάτων των άλλων. Είναι αλήθεια ότι με την ανάπτυξη της τεχνολογίας και το Internet τα 5 εκατ. των Αμερικανών που ενδιαφέρονται για διεθνή νέα μπορούν να ικανοποιούν την περιέργειά τους με πλήθος επιλογών, ενώ αυτοί που αδιαφορούν για τον έξω κόσμο μπορούν να αποκλείσουν τις διεθνείς ειδήσεις από το μενού που προσφέρεται. Αλλά αυτή η «τεχνοϋστερία» δεν αποτελεί άλλοθι για την υποβάθμιση των διεθνών νέων, όπως επεσήμανε τελευταία στην εφημερίδα «Washington Post» ο Stephen Rosenfeld, επικαλούμενος μια πρόσφατη μελέτη του γάλλου δημοσιογράφου Claude Moisy. Σε κρίσιμες φάσεις της πορείας ενός έθνους η ποσότητα και η ποιότητα των διεθνών νέων έχουν σημασία για τις αποφάσεις που λαμβάνει η πολιτική ελίτ και ένα επαρκώς ενημερωμένο κοινό, υπογραμμίζει ο γνωστός αρθρογράφος της Ουάσιγκτον.


Ο κ. Αχ. Παπαρσένος υπηρετεί ως σύμβουλος Τύπου στην ελληνική πρεσβεία της Ουάσιγκτον.