Η Ελλάδα δεν φρόντισε να υιοθετήσει τις κοινοτικές οδηγίες που διέπουν τις συμβάσεις


Η παντελής έλλειψη νομοθεσίας που να προβλέπει την υποχρέωση των αρμοδίων κρατικών υπηρεσιών στη χώρα μας να αποζημιώνουν τους πολίτες, όταν για οποιονδήποτε λόγο δεν εφαρμόζονται διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, οδήγησε το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων σε καταδίκη της Ελληνικής Δημοκρατίας.


Η υπόθεση που έφθασε στο Ε’ Τμήμα του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου αφορούσε τον κρίσιμο τομέα των συμβάσεων των κρατικών προμηθειών. Η έναρξη της δικαστικής διερεύνησης για όσα ισχύουν καθ’ ημάς έγινε με την κατάθεση προσφυγής από την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Η προσφυγή, η οποία κατατέθηκε στις 6 Ιουλίου του 1996 στη γραμματεία του Δικαστηρίου, περιλάμβανε ως βασικό αίτημα την καταδίκη της Ελληνικής Δημοκρατίας με το επιχείρημα ότι δεν έχει θεσπίσει τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές αλλά και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να ισχύσει ως εσωτερικό δίκαιο στην Ελλάδα η κοινοτική οδηγία η οποία προβλέπει τη διαδικασία για τη σύναψη συμβάσεων κρατικών προμηθειών.


Η δίκη διεξήχθη στις 20 Ιουνίου του 1996 και τα επιχειρήματα της ελληνικής πλευράς, αν και πολλά, δεν στάθηκαν ικανά να πείσουν τους δικαστές. Από την πλευρά των συνηγόρων μας υποστηρίχθηκε, όπως αναφέρεται στην απόφαση, ότι, αν και δεν έχει πράγματι μεταφερθεί στο εσωτερικό μας δίκαιο η σχετική κοινοτική νομοθεσία, εν τούτοις η εθνική νομοθεσία στον τομέα των συμβάσεων δημοσίων έργων και κρατικών προμηθειών, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των Κωδίκων Πολιτικής και Διοικητικής Δικονομίας αλλά και τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, παρέχει επαρκή προστασία στους πολίτες.


Επιπλέον τονίστηκε ότι με προεδρικό διάταγμα, το οποίο έχει προωθηθεί αλλά δεν έχει ολοκληρωθεί, το πλέγμα της παρεχόμενης δικαστικής προστασίας στον τομέα των συμβάσεων των κρατικών προμηθειών στην Ελλάδα θα είναι πλήρες. Αυτά τα επιχειρήματα όμως δεν ήταν αρκετά, ούτε και η επίκληση της νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας το οποίο, όπως δέχθηκε και το Δικαστήριο, εκδίδει αποφάσεις με γνώμονα το κοινοτικό δίκαιο σε ό,τι αφορά τις συμβάσεις για τις κρατικές προμήθειες.


Οπως επισημαίνεται στο σκεπτικό της αποφάσεως του Δικαστηρίου, «μια νομολογία όπως αυτή του Συμβουλίου της Επικρατείας δεν μπορεί να ανταποκρίνεται στις επιταγές για ασφάλεια δικαίου»Ω και επιπλέον «η εθνική νομοθεσία της οποίας έγινε επίκληση στο Δικαστήριο δεν περιέχει κανένα στοιχείο περί αποζημιώσεων των ζημιωθέντων σε περίπτωση παραβάσεως του κοινοτικού δικαίου περί συνάψεως δημοσίων συμβάσεων ή των εθνικών κανόνων μεταφοράς του δικαίου αυτού στην εσωτερική έννομη τάξη».


Υπέρ της καταδίκης της χώρας μας τάχθηκε και ο γενικός εισαγγελέας του Δικαστηρίου κ. Ρ. Leger, o οποίος ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση του Δικαστηρίου. Η απόφαση εκδόθηκε πρόσφατα, και συγκεκριμένα στις 19 Σεπτεμβρίου του 1996.


Υπόθεση C 236/95. Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά Ελληνικής Δημοκρατίας. Δίκαιο των εταιρειών.