ΤΗΝ ΠΙΟ κρίσιμη καμπή της ιστορίας της η ευρωπαϊκή οπτικοακουστική βιομηχανία αναζητεί σήμερα τον δικό της δρόμο μέσα σε ένα άκρως ανταγωνιστικό διεθνές περιβάλλον όπου οι αμερικανικοί «κολοσσοί» απειλούν με πλήρη επικράτηση στην αγορά. Οι νέες τεχνολογίες, η πορεία προς την ψηφιακή εποχή απαιτούν ιδιαίτερους χειρισμούς. Στις Βρυξέλλες οι αρμόδιοι κάνουν «σχέδια επί χάρτου» και όνειρα για αφύπνιση του ευρωπαϊκού γίγαντα ώστε να είναι σε θέση να διαδραματίσει κυρίαρχο ρόλο στις εξελίξεις. Μεταξύ αυτών και ένας Ελληνας: ο γενικός διευθυντής της 10ης Γενικής Διεύθυνσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τα οπτικοακουστικά κ. Σπύρος Παππάς. Ο αξιωματούχος της Κοινότητας βρέθηκε τις προηγούμενες ημέρες στην Αθήνα και απάντησε στα ερωτήματα που του έθεσε «Το Βήμα».
Φυσικά το πρώτο ερώτημα αφορούσε τις τάσεις που διαμορφώνονται στην Ευρωπαϊκή Ενωση εν όψει της ψηφιακής εποχής. Και ιδού η απάντηση του κ. Παππά: «Αυτή τη στιγμή τρεις είναι οι κυρίαρχες τάσεις όσον αφορά την πορεία προς την ψηφιακή εποχή. Η πρώτη είναι η δημιουργία μονοπωλίων, όπως π.χ. στη Γερμανία. Η δεύτερη τάση καταδεικνύει έναν σκληρό ανταγωνισμό μεταξύ μεγάλων κονσόρτσιουμ, όπως στη Γαλλία. Και η τρίτη τάση είναι η κοινή δράση των παραγόντων του παιχνιδιού σε εθνικό επίπεδο ή σε επίπεδο γλωσσικής κάλυψης, π.χ. στα γερμανικά ή στα γαλλικά. Τέτοιο δείγμα αποτελεί το Canal Plus. Η εμπειρία δείχνει πάντως ότι για να υπάρχει βιωσιμότητα ενός συνδρομητικού καναλιού χρειάζονται τουλάχιστον 100.000 συνδρομητές. Και για μεγάλα άλματα ακόμη περισσότεροι, πράγμα όχι τόσο εύκολο. Θα σας δώσω ένα παράδειγμα: Το συγκρότημα “Κιρχ” στη Γερμανία είχε κάνει προβλέψεις ότι από 200.000 συνδρομητές το 1996, θα έφθανε το 1997 σε 700.000, μετά από μια διαφημιστική εκστρατεία 10 δισ. μάρκων. Ακόμη και σήμερα όμως δεν έχει πάνω από 120.000 συνδρομητές. Πού θέλω να καταλήξω; Για να σημειωθεί εξέλιξη στην ψηφιακή δορυφορική τεχνολογία χρειάζεται η συνεργασία με στόχο τη δημιουργία ισχυρών συγκροτημάτων που μπορούν να αντεπεξέλθουν στις οικονομικές απαιτήσεις και να είναι ανταγωνιστικά σε διεθνές επίπεδο. Αν δεν γίνει αυτό, τότε θα μπουν στην αγορά οι αμερικανικές εταιρείες και μέσα από το Internet και θα είναι δύσκολη η πρόσβαση στην αγορά των ευρωπαϊκών εταιρειών».
Το ερώτημα που τίθεται επί του προκειμένου είναι τι γίνεται με τους κανόνες ανταγωνισμού, τουλάχιστον όπως τους αντιλαμβάνεται η Ευρωπαϊκή Ενωση. Ο κ. Παππάς απαντά: «Εγώ θα διέκρινα δύο περιπτώσεις στο ζήτημα αυτό: πρώτον, τις μονοπωλιακές καταστάσεις και, δεύτερον, τη συγχώνευση δύο ή περισσότερων συγκροτημάτων. Για την πρώτη περίπτωση εφαρμόζεται η σχετική νομοθεσία άμεσα. Αντίθετα στην περίπτωση της συγχώνευσης υπάρχει εξάμηνη προθεσμία, μέσα στα όρια της οποίας αποφαίνεται η Επιτροπή. Βεβαίως υπάρχουν προβλήματα και δυσκολίες. Η αυστηρή εφαρμογή των ρυθμίσεων μπορεί να οδηγήσει και στην παρεμπόδιση της συνεργασίας ή της συγχώνευσης, σύμφωνα με την ερμηνεία που δίδει η Διεύθυνση Ανταγωνισμού. Προτού λάβει όμως απόφαση η Επιτροπή, παρεμβαίνει η 10η Διεύθυνση που είναι και κατ’ εξοχήν αρμόδια για την πολιτική στον οπτικοακουστικό τομέα. Η δική μας θέση της 10ης Διεύθυνσης είναι περισσότερο ευρεία. Μάλιστα θεωρούμε ότι, αν δεν υπάρξουν σ’ αυτή τη φάση τέτοιες συνεργασίες, εν όψει της ψηφιακής εποχής, η πορεία μπορεί και να διακοπεί. Συνεπώς θεωρούμε απαραίτητο να παροτρυνθούν οι φορείς για συνεργασίες, που θα υπερβαίνουν και τα εθνικά πλαίσια. Δεν θεωρούμε ότι αυτή η θέση ενέχει κινδύνους δημιουργίας μονοπωλιακών καταστάσεων».
Καλές οι προθέσεις, η ευρωπαϊκή οπτικοακουστική βιομηχανία όμως πρέπει να βοηθηθεί όχι μόνο σε θεωρητικό αλλά και σε πραγματικό επίπεδο. Και πολύ σημαντικός τομέας είναι ο χρηματοπιστωτικός. Υπάρχουν σχέδια και προς αυτή την κατεύθυνση, αν και βρίσκονται ακόμη σε εμβρυϊκή κατάσταση, τονίζει ο συνομιλητής μας: «Παλαιότερα, για την ενίσχυση της παραγωγής και διανομής οπτικοακουστικών έργων είχε διατυπωθεί η ιδέα της δημιουργίας ενός “Ταμείου Εγγυήσεων”. Σήμερα κρίνουμε ότι πρόκειται για μια αμυντική πολιτική. Θεωρώ ότι είναι εφικτό και σκόπιμο η Ευρώπη να περάσει σε μια επιθετική επιχειρηματική πολιτική και να επενδύσει στον μεγάλο πλούτο των προγραμμάτων που διαθέτει. Συγκεκριμένα, συζητάμε τώρα τη δημιουργία μιας Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων στον οπτικοακουστικό χώρο η οποία θα χρηματοδοτεί και θα δανειοδοτεί επιχειρηματικές πρωτοβουλίες με την εγγύηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Βεβαίως όλα είναι ακόμη υπό συζήτηση».
Η ευρωπαϊκή οπτικοακουστική βιομηχανία έχει ωστόσο ιδιαιτερότητες αφού αποτελείται και από πολλές μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Είναι αλήθεια, απαντά ο κ. Παππάς: «Αντί να περάσουμε στο αμερικανικό μοντέλο με τους λεγόμενους “Majors” (“Μεγάλους”), θα μπορούσαμε να προωθήσουμε ευρωπαϊκά προγράμματα που θα ενισχύουν τους μικρομεσαίους παραγωγούς».
Στη Σύνοδο του Μπέρμιγχαμ τον περασμένο μήνα είχαν κατατεθεί δύο προτάσεις για την ενίσχυση της ευρωπαϊκής οπτικοακουστικής βιομηχανίας: πρώτον, η δημιουργία Ευρωπαϊκής Σχολής Τηλεόρασης και Κινηματογράφου και, δεύτερον, η καθιέρωση ενός βραβείου τύπου Οσκαρ για τον κινηματογράφο. Τι γίνεται με τους νέους αυτούς θεσμούς; Η απάντηση του κ. Παππά είναι η ακόλουθη: «Το θέμα της σχολής εξετάζεται. Ισως όμως είναι καλύτερα σε πρώτη φάση να υπάρξει μια δικτύωση των σημερινών δομών σε εθνικό επίπεδο, με στόχο τη συνεργασία και την κατάρτιση κοινών προγραμμάτων εκπαίδευσης. Η συνέχεια θα δείξει αν υπάρχει αναγκαιότητα για τη δημιουργία της Ευρωπαϊκής Σχολής. Και τώρα για τα “Οσκαρ”: Σε κάθε περίπτωση πρέπει να λάβουμε υπόψη και την ύπαρξη του πανευρωπαϊκού βραβείου Φέλιξ στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου. Πρέπει να γίνει αξιολόγηση του συγκεκριμένου, ήδη υπάρχοντος βραβείου. Πρέπει να επενδύσουμε στην προσπάθεια για τη δημιουργία ενός βραβείου πανευρωπαϊκής αποδοχής και εμβελείας. Μήπως θα μπορούσε αυτό να γίνει και μέσα στα πλαίσια του Φέλιξ; Πάντως όλα είναι ανοιχτά».



