Ο κίνδυνος μιας νέας διπλωματικής κρίσης ανάμεσα στην Ελλάδα και στους συμμάχους ανέκυψε την περασμένη εβδομάδα λόγω της στάσης της Αθήνας κατά τις διπλωματικές διαβουλεύσεις που εξελίσσονται στην έδρα του ΝΑΤΟ για την προπαρασκευή της επιχείρησης στην ΟΔ Γιουγκοσλαβίας και στο Κοσσυφοπέδιο. Οι Ηνωμένες Πολιτείες και άλλες σύμμαχες χώρες θεωρούν ότι ως τώρα η Ελλάδα κωλυσιεργεί συστηματικά σε μια στιγμή που θα πρέπει να δοθεί στον γιουγκοσλάβο πρόεδρο Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς ένα πολύ σαφές μήνυμα για την αποφασιστικότητα του ΝΑΤΟ και την ανάγκη να ανταποκριθεί άμεσα στις απαιτήσεις της Συμμαχίας. Οι Αμερικανοί υπογραμμίζουν ότι τώρα που ενεργοποιούνται οι επείγουσες διαδικασίες λήψης αποφάσεων στο ΝΑΤΟ δεν επιτρέπεται να εμφανίζονται αποκλίνουσες συμπεριφορές από τις χώρες-μέλη. Επιπλέον σημειώνουν με έκπληξη τη μεταβολή της ελληνικής στάσης μέσα σε ελάχιστο χρόνο καθώς ο έλληνας υπουργός Αμυνας κ. Α. Τσοχατζόπουλος επικρότησε όλες τις αποφάσεις που ελήφθησαν κατά την άτυπη σύνοδο της Βιλαμούρα.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες άσκησαν συστηματικές πιέσεις ώστε οι ευρωπαϊκές χώρες να δεχθούν το δικαίωμα του ΝΑΤΟ να δράσει στο Κοσσυφοπέδιο χωρίς προηγούμενη απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ. Επιπλέον θεωρούν ότι η απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας της 23ης Σεπτεμβρίου και οι «φρικαλεότητες» των προηγουμένων ημερών στο Κοσσυφοπέδιο αποτελούν μια επαρκή δικαιολογητική βάση για την ανάληψη στρατιωτικής δράσης από τη Συμμαχία. Οι πληροφορίες για κλιμάκωση της βίας από την πλευρά του γιουγκοσλαβικού στρατού και των ειδικών δυνάμεων ασφαλείας λειτούργησαν καταλυτικά καθώς δημιούργησαν μια ιδιαίτερα φορτισμένη ατμόσφαιρα στα ηλεκτρονικά ΜΜΕ και εμπόδισαν την ομαλή εξέλιξη των διαβουλεύσεων. Μέσα σε αυτό το κλίμα ο πρόεδρος Μπιλ Κλίντον με τις δηλώσεις του την περασμένη Παρασκευή έριξε το όλο βάρος του υπέρ της επιτάχυνσης των στρατιωτικών προπαρασκευών του ΝΑΤΟ.
Η Αθήνα, μόλις ανέκυψε το θέμα της δημιουργίας ειδικής στρατιωτικής δύναμης για επέμβαση στη Γιουγκοσλαβία, επεξεργάστηκε τρία βασικά σενάρια, όπως πληροφορείται «Το Βήμα». Το πρώτο προβλέπει ότι η Ελλάδα θα δηλώσει τις μονάδες που θα διαθέσει στη συμμαχική δύναμη καθώς και τις αναγκαίες εγκαταστάσεις αλλά θα θέσει τη διαμόρφωση κοινής νομικής βάσης ως προϋπόθεση της χρησιμοποίησής τους. Το δεύτερο είναι πιο προωθημένο και έχει στον πυρήνα του την άρνηση συμμετοχής ελληνικών μονάδων καθώς και διάθεσης εγκαταστάσεων υποστήριξης στη συμμαχική δύναμη. Η πρόθεση των ελλήνων σχεδιαστών να συνδυάσουν την απορριπτική στάση της Αθήνας με μια δήλωση ότι δεν αντιτίθεται στους συμμαχικούς σχεδιασμούς προφανώς δεν μετέβαλε την ουσία των πραγμάτων. Τέλος, το τρίτο βρίσκεται κάπου στο μέσο των προηγουμένων: δέχεται μεν επί της αρχής τη συμμετοχή της Ελλάδας στη συμμαχική δύναμη αλλά θέτει στην πρώτη γραμμή τις νομικές επιφυλάξεις της, οπότε μεταθέτει τη δήλωση των στρατιωτικών μονάδων στην επόμενη φάση, όταν θα υπάρχει ειδική απόφαση είτε του ΝΑΤΟ είτε του Συμβουλίου Ασφαλείας.
Ιδιαίτερο βάρος στους συλλογισμούς της Αθήνας είχε η επιθυμία της να διατηρήσει ανέπαφες τις στενές και καλές σχέσεις της με το Βελιγράδι και τη Μόσχα. Γνώριζε άλλωστε εκ των προτέρων ότι η απόκλισή της από την κατεύθυνση των ΗΠΑ θα προκαλούσε την άσκηση έντονων πιέσεων. Η πολιτική ηγεσία του υπουργείου Εξωτερικών, ιδιαίτερα ο κ. Θ. Πάγκαλος, από την αρχή ετάχθη υπέρ του τρίτου σεναρίου στο έδαφος του οποίου κινείται ως τώρα η ελληνική κυβέρνηση.
Η ελληνική τακτική τις επόμενες ημέρες θα διαμορφωθεί ανάλογα με τον ρυθμό ανταπόκρισης του γιουγκοσλάβου προέδρου Μιλόσεβιτς στους όρους που θέτει το ΝΑΤΟ και την πορεία που θα λάβει η διαμεσολαβητική προσπάθεια του αμερικανού ειδικού απεσταλμένου πρέσβη Κρίστοφερ Χιλ. Το πιο κρίσιμο ερώτημα είναι αν το Βελιγράδι θα δεχθεί τους τρεις όρους της Συμμαχίας, να σταματήσει τις επιχειρήσεις των στρατιωτικών δυνάμεων και των δυνάμεων ασφαλείας στο Κοσσυφοπέδιο, να δεχθεί την είσοδο διεθνών ανθρωπιστικών οργανώσεων στην περιοχή καθώς και τη διαρκή εγκατάσταση διεθνών παρατηρητών σε όλα τα επίμαχα σημεία. Αν ο κ. Μιλόσεβιτς αντιληφθεί ότι αυτή τη φορά οι εσωτερικές αμερικανικές πολιτικές συνθήκες δεν επιτρέπουν την εκτόνωση των πρωτοβουλιών που έχει αναλάβει η Ουάσιγκτον, τότε υπάρχει μια αξιόπιστη ελπίδα να αποτραπεί η στρατιωτική επέμβαση στη Γιουγκοσλαβία και στο Κοσσυφοπέδιο. Σε αντίθετη περίπτωση, μέσα στο επόμενο δεκαήμερο η Συμμαχία θα ετοιμάσει (με ή χωρίς την ελληνική συμμετοχή) την αεροπορική δύναμη που θα μπορεί να εξουδετερώσει πλήρως τη γιουγκοσλαβική αεράμυνα με τεράστιες συνέπειες για την ευρύτερη περιοχή.



