ΕΙΜΑΣΤΕ βέβαιοι πως όλοι συμφωνούμε ότι το Πανεπιστήμιο πρέπει μόνο του να προγραμματίζει, να οραματίζεται, να έχει τους δικούς του προσανατολισμούς, να ανοίγει τους δικούς του δρόμους, να ατενίζει τους δικούς του ορίζοντες. Οι εργαζόμενοι στο Πανεπιστήμιο πρέπει να έχουν δική τους άποψη, θέση και έκφραση. Η ελευθερία της σκέψης, της έρευνας, της κριτικής και της αμφισβήτησης είναι εκείνα που πρέπει να χαρακτηρίζουν το Πανεπιστήμιο.
Πανεπιστημιακή αυτοτέλεια είναι ευνόητο ότι δεν νοείται όταν υπάρχει οικονομική υποτέλεια. Εχει γίνει πια αντιληπτό σε όλους και παραδεκτό από όλους ότι το Πανεπιστήμιο οφείλει να απαιτήσει από την πολιτεία να αποδεχθεί και αυτή: την προσαρμογή του μισθολογίου όλων των εργαζομένων στο Πανεπιστήμιο κατά τρόπο που να μπορούν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους άνετα, χωρίς το άγχος της αντιμετώπισης των καθημερινών προβλημάτων.
Το κράτος οφείλει να επιχορηγεί την παιδεία μας τουλάχιστον με το ίδιο χρηματικό ποσό που χορηγούν οι άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Να παραχωρεί επίσης τη δυνατότητα να χειρίζεται το Πανεπιστήμιο τους οικονομικούς του πόρους, που του διαθέτει το κράτος, κατά τη δική του κρίση χωρίς χρονοβόρες διαδικασίες και απλώς να ενημερώνει την πολιτεία στο τέλος κάθε ακαδημαϊκού έτους.
Πρέπει επίσης το Πανεπιστήμιο να έχει τη δυνατότητα να αποφασίζει το ίδιο σε βασικά θέματα, όπως η ίδρυση νέων τμημάτων και η προκήρυξη νέων θέσεων, και όχι να επαιτεί κάθε φορά την έγκριση της πολιτείας. Επίσης να δοθεί η δυνατότητα στα μέλη της πανεπιστημιακής κοινότητας να δραστηριοποιηθούν κατά τρόπον ώστε να βρουν ίδιους πανεπιστημιακούς πόρους από τα ερευνητικά προγράμματα, από την αξιοποίηση της περιουσίας του Πανεπιστημίου και από τη συνεργασία με την ιδιωτική πρωτοβουλία. Στα χρήματα δηλαδή που διαθέτει η πολιτεία για το Πανεπιστήμιο να προστεθούν και οι ίδιοι πόροι του Πανεπιστημίου από την προσφορά υπηρεσιών των μελών, με ένα είδος αυτοχρηματοδότησης των πανεπιστημιακών και του Πανεπιστημίου. Η οικονομική αυτή ανεξαρτησία του Πανεπιστημίου και του προσωπικού του αποτελεί βασική προϋπόθεση για να υπάρχει πανεπιστημιακή αυτοτέλεια.
Παράλληλα με την οικονομική ανεξαρτησία, βασική προϋπόθεση για αυτόν τον σκοπό είναι και η ανεξαρτητοποίησή του από τα κόμματα. Τα κόμματα όλα, χωρίς εξαίρεση, έχουν πλέον κατανοήσει πόσο δυσμενείς ήταν οι επιπτώσεις από τις κομματικές παρεμβάσεις στα Πανεπιστήμια. Το αποτέλεσμα από την κομματικοποίηση του φοιτητικού κινήματος ήταν οι φοιτητές να μην αγωνίζονται για τη βελτίωση της ποιότητας των σπουδών τους και τις συνθήκες διαβίωσης, αλλά απλώς να εμπλέκονται σε συνδικαλιστικές αντιπαραθέσεις. Ολοι θα θυμούνται την προσπάθεια των κομμάτων για παρέμβαση στις εκλογές των οργάνων διοίκησης, ιδιαίτερα των πρυτανικών αρχών. Η επιλογή των κομματικών υποψηφίων γινόταν στο παρελθόν στα γραφεία των κομμάτων και η εκλογή των πρυτάνεων με κομματικές σημαίες και συνθήματα αποτελούσε ένα είδος δημοσκόπησης και αποτύπωσης της δύναμης των κομμάτων στα Πανεπιστήμια. Τα κόμματα ευτυχώς σήμερα αναγνωρίζουν τα λάθη αυτά και αποθαρρύνουν για αυτές τις θέσεις πρόσωπα που αποζητούν το «κομματικό χρίσμα» προβάλλοντας τις κομματικές τους ταυτότητες και τις συνδικαλιστικές περγαμηνές τους. Απεναντίας ενθαρρύνουν, συναινετικά, πρόσωπα κοινής αποδοχής που θέλουν και μπορούν να συνεργάζονται με τα κόμματα, που θα ακούουν τα κόμματα, χωρίς όμως να υπακούουν σε αυτά.
Είναι δηλαδή σήμερα ώριμες οι συνθήκες για ένα Πανεπιστήμιο με πραγματική αυτοτέλεια, που θα έχει δική του φωνή και θέση, ανεξάρτητο οικονομικά, αλλά και με κομματική απεξάρτηση. Μόνο έτσι θα καλλιεργηθούν ο διάλογος, το ήρεμο κλίμα, η συζήτηση, η έρευνα, η αξιοκρατία, που είναι απαραίτητες προϋποθέσεις για ένα Πανεπιστήμιο ποιότητας, το οποίο θα ανταποκρίνεται στις ανάγκες του παρόντος και στις προσδοκίες του μέλλοντος, για ένα Πανεπιστήμιο προοπτικής και ελπίδας.
Ο κ. Κ. Α. Δημόπουλος είναι καθηγητής Χειρουργικής, πρόεδρος της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.



