ΣΤΙΣ Βρυξέλλες έχει «σκαλώσει» η προώθηση ενός νέου συστήματος αναθέσεων των δημοσίων έργων, που θα έφερνε πιο αντικειμενικές διαδικασίες από τις σημερινές, αλλά το ΥΠΕΧΩΔΕ είναι αποφασισμένο να ξεριζώσει σύντομα το αγκάθι που ταλανίζει την αγορά δημοσίων έργων. Η κυβέρνηση, με το επιτελείο του γενικού γραμματέα δημοσίων έργων κ. Γ. Χρυσικόπουλου, είχε επεξεργασθεί ήδη τον περασμένο Ιούνιο έναν μαθηματικό τύπο διά του οποίου περιορίζεται η δύναμη της γνώμης των μελών των επιτροπών του ΥΠΕΧΩΔΕ. Μετά τον σχηματισμό της νέας κυβερνήσεως ο υφυπουργός κ. Χρ. Βερελής ανέλαβε την προώθησή του, την οποία θεωρεί αναγκαία προϋπόθεση για την ομαλή εκτέλεση του προγράμματος δημοσίων έργων.
Προς την κατεύθυνση αυτή κινούμενο το υπουργείο έστειλε στις Βρυξέλλες το στέλεχός του κ. Διαμ. Χρυσαφίνο, ο οποίος εξήγησε τη φιλοσοφία της ελληνικής κυβέρνησης και τη χρησιμότητα του μοντέλου αυτού. Την υπόθεση αυτή στήριξαν και αξιωματούχοι της Επιτροπής με λόγο στις διαδικασίες του Β’ Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης (ΚΠΣ), αλλά το θέμα «κολλάει» στη 15η Γενική Διεύθυνση, που ασχολείται με θέματα ανταγωνισμού. Το αξιοπερίεργο είναι ότι η αιτιολογία της Γενικής Διεύθυνσης για τους λόγους της επιφυλακτικής στάσης που κρατάει δεν ικανοποιεί το ελληνικό κατασκευαστικό δυναμικό.
Η ηγεσία του ΥΠΕΧΩΔΕ θεωρεί ότι θα βρει τις διαδικασίες που θα εξομαλύνουν την αγορά δημοσίων έργων, αλλά ο κατασκευαστικός κόσμος εξακολουθεί να είναι ανήσυχος από τον τρόπο κατακύρωσης των έργων. Εμπειροι κατασκευαστές σημειώνουν ότι οι επιφυλάξεις προέρχονται μόνο από τη 15η Διεύθυνση και όχι από άλλες υπηρεσίες της Επιτροπής, πολλές εκ των οποίων έχουν κρίνει εύλογο το ελληνικό αίτημα.
Η αντίδραση αυτή δεν έχει προφανή ερμηνεία. Μια εξήγηση είναι ότι η 15η Διεύθυνση αντιδρά διότι θα χάσει μέρος του αντικειμένου της. Ενα άλλο σενάριο λέει ότι γερμανοί, γάλλοι και βρετανοί αξιωματούχοι δεν επιθυμούν την προώθηση ενός μοντέλου αντικειμενικής επιλογής αναδόχων στην Ελλάδα, γιατί αυτό θα περιόριζε τη δυνατότητα που έχουν σήμερα αυτές οι χώρες να προστατεύουν το δικό τους, η καθεμία, κατασκευαστικό δυναμικό.
Το κλειδί για τη διευθέτηση του προβλήματος πιθανόν να βρίσκεται στην επί της ουσίας ερμηνεία της κοινοτικής οδηγίας, με βάση την οποία εισήχθη και στην Ελλάδα η πολυσυζητημένη διαδικασία της «αιτιολόγησης προσφορών», που σε συνάρτηση με την «εισήγηση της επιτροπής για ανάθεση» έχουν οδηγήσει στη σημερινή κατάσταση.
Η συγκεκριμένη οδηγία αναφέρει ότι «δεν μπορεί το υπουργείο να απορρίψει μια προσφορά, αν δεν ληφθεί υπόψη η αιτιολόγηση της προσφοράς αυτής, όπως υποβάλλεται από τον διαγωνιζόμενο».
Υπενθυμίζεται ότι η διαδικασία αυτή προωθήθηκε το καλοκαίρι του 1994, όταν η Κοινότητα αντέδρασε έντονα στις πολύ μεγάλες εκπτώσεις που δίνονταν στα ελληνικά δημόσια έργα.
Η αιτιολογήσεις προσφορών μείωσαν τις εκπτώσεις, αλλά οι επιτροπές εισήγησης για ανάθεση «αλίευσαν» σε αρκετές περιπτώσεις αναδόχους, που ήταν στην 8η, στη 12η και στη 17η θέση. Το καθεστώς αυτό έχει δημιουργήσει μεγάλη αναστάτωση στην κατασκευαστική αγορά, καθ’ ότι όλες σχεδόν οι εταιρείες θεωρούν το σύστημα αυτό «τυφλό» και σημειώνουν ότι αφήνει μεγάλα περιθώρια για αδιαφάνεια.
Η ηγεσία του ΥΠΕΧΩΔΕ δέχεται εισηγήσεις να χρησιμοποιήσει δίοδο από το «μπλόκο» της 15ης Διεύθυνσης, αξιοποιώντας την ουσία της κοινοτικής οδηγίας: θα συνεχίσει να δέχεται τις αιτιολογήσεις των προσφορών, όπως ζητεί η οδηγία, αλλά η επιτροπή εισήγησης για ανάθεση θα έχει ένα πρόσθετο κριτήριο για την επιλογή της που θα είναι ο «πήχυς» του μαθηματικού μοντέλου: όποιες προσφορές δεν ικανοποιούν αυτό το μοντέλο θα απορρίπτονται, αλλά θα έχουν θεωρητικά τη δυνατότητα να επιχειρηματολογήσουν για το ύψος της έκπτωσης που δίνουν μέσα από τις αιτιολογήσεις που θα καταθέτουν στην επιτροπή του διαγωνισμού.
Πέρα από αυτά έχουν υπάρξει ήδη προσπάθειες στο ΥΠΕΧΩΔΕ να περιορισθούν οι αυθαιρεσίες κάποιων επιτροπών ανάθεσης, μέσα από πιο «σφιχτή» παρακολούθηση, κάτι που, όπως δηλώνει ο κ. Χρ. Βερελής, έχει ήδη αποδώσει καρπούς, αν και χρειάζεται μια θεσμική διαδικασία για την προώθηση της διαφάνειας και της αποτελεσματικότητας σε όλα τα μέτωπα. Η Ελλάδα διεκδικεί νέους πόρους
Η ΠΟΡΕΙΑ εκτέλεσης των δημοσίων έργων δικαιολογεί, κατά την κυβέρνηση, τη βάσιμη διεκδίκηση πρόσθετων κοινοτικών πόρων που θα προέλθουν από αναπορρόφητα κονδύλια άλλων χωρών. Πρόκειται για ένα θέμα που μάλλον θα συζητηθεί κατά την επίσκεψη στην Αθήνα της αρμοδίας επιτρόπου κ. Βουλφ – Μάτις. Η προσδοκία αυτή βασίζεται στην πορεία απορρόφησης των πόρων του ΚΠΣ-2, αυτών ειδικά που αφορούν τα δημόσια έργα, η οποία κατά τους αρμόδιους κυβερνητικούς παράγοντες κρίνεται κάτι παραπάνω από ικανοποιητική.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΥΠΕΧΩΔΕ το ποσοστό απορροφητικότητας στον χώρο του για το 1996 έφθασε στο 124,73%, όπως φαίνεται στον πίνακα, ενώ διατέθηκαν από το υπουργείο αυτό 475,5 δισ. δραχμές. Ο υπουργός κ. Κ. Λαλιώτης δηλώνει προς «Το Βήμα» ότι το 1997 οι ρυθμοί εκτέλεσης των έργων θα βελτιωθούν περισσότερο και σημειώνει ότι ενώ το εγκεκριμένο όριο για τη χρονιά που διανύουμε είναι 500 δισ., ο χώρος ευθύνης του θα καταφέρει να απορροφήσει το 1997 περίπου 600 δισ. δραχμές.
Αξιωματούχοι του ΥΠΕΧΩΔΕ παρατηρούν ότι η πραγματική απορρόφηση κοινοτικών πόρων από το υπουργείο τους είναι μεγαλύτερη από αυτή που σημειώνουν οι πίνακες του ΥΠΕΘΟ. Οπως εξηγούν, στους πίνακες του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας «φορτώνονται» στο ΥΠΕΧΩΔΕ αναπορρόφητα κονδύλια, τα οποία δεν έχουν καμιά σχέση με τα δημόσια έργα. Για παράδειγμα, καταλήγουν, το πρόγραμμα «Προσβάσεις – οδικοί άξονες», που το θεωρούν από τα πιο προχωρημένα στο σύνολο του Πακέτου Ντελόρ ΙΙ, έχει «χρεωθεί» την προμήθεια ελικοπτέρων παντός καιρού, προϋπολογισμού 15 δισ. δραχμών, της οποίας η αρνητική εξέλιξη αφορά αποκλειστικά το υπουργείο Ναυτιλίας. Η έκφραση ικανοποίησης από το υπουργείο για την εξέλιξη της απορρόφησης των κοινοτικών πόρων δεν είναι αρκετή για να καθησυχάσει την ελληνική κατασκευαστική αγορά. Οι πρόσφατες εξελίξεις στον Σύνδεσμο Ανωνύμων Τεχνικών Εταιρειών (ΣΑΤΕ) και το κλίμα για τη γενική συνέλευση του ΣΤΕΗΤ, που θα γίνει την επόμενη Πέμπτη, δείχνουν την ανησυχία που επικρατεί.
Η βασική αιτίαση αφορά τον τρόπο κατακύρωσης των δημοσίων έργων, που βάλλεται από όλους, επειδή κρίνεται εντελώς υποκειμενική διαδικασία, μέσα από την οποία αναδεικνύονται ως ανάδοχοι εταιρείες με διαφορετικά σε κάθε περίπτωση κριτήρια.
Ειδικά οι μεσαίες εταιρείες, όπως τονίζει το μέλος της διοίκησης του ΣΑΤΕ κ. Α. Σίψας, θεωρούν ότι οι διαδικασίες αυτές θα οδηγήσουν πολλές υγιείς εταιρείες σε χρεοκοπία. Ο ΣΤΕΗΤ από την άλλη, που εκπροσωπεί τις μεγαλύτερες εταιρείες Η’ τάξεως, υποστηρίζει ότι θα υποστεί μεγάλη ζημία η κατασκευαστική αγορά αν συνεχίσει το υπουργείο να επιτρέπει σε όλες τις εταιρείες, ανεξαρτήτως προσόντων, να «χτυπούν» τα μεγάλα έργα, «γιατί αυτό υποβιβάζει τον ανταγωνισμό και εξασθενεί τη δυνατότητα ελληνικών εταιρειών να αντέξουν στον ευρωπαϊκό κατασκευαστικό χάρτη».
Το ΥΠΕΧΩΔΕ σημειώνει ότι θα επιδιώξει την επιτάχυνση των έργων, αλλά «δεν πρόκειται αυτό να γίνει εις βάρος της διαφάνειας». Ετσι στη σήραγγα εκτροπής του Αχελώου, προϋπολογισμού 35 δισ. δραχμών, ορίσθηκε τριμελής επιτροπή τεχνικών εμπειρογνωμόνων για να εξετάσει τις διαδικασίες του διαγωνισμού, επειδή δημιουργήθηκαν υπόνοιες στο υπουργείο για μεθοδεύσεις που ευνοούν συγκεκριμένη εταιρεία. Ακυρώθηκε επίσης ο διαγωνισμός του τμήματος Ραψάνης – Πλαταμώνα της ΠΑΘΕ, ενώ υπάρχει προβληματισμός για τον διαγωνισμό τμήματος της Εγνατίας, στον οποίο διατυπώνονται έντονες καταγγελίες για τη διαδικασία ανάδειξης του μειοδότη.
Ο κ. Λαλιώτης σημειώνει πάντως ότι μέσα στο 1997 θα υπάρξουν συγκεκριμένες εξελίξεις που θα ενισχύσουν την εικόνα της έντασης στην παραγωγή έργων: τον Απρίλιο αναμένεται να εγκρίνει η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (ΕΤΕπ) τη χρηματοδότηση της ζεύξης Ρίου – Αντιρρίου. «Από τον Ιούλιο θα υπάρχει εντυπωσιακή πρόοδος και στην κατασκευή της λεωφόρου Σταυρού – Ελευσίνος. Η προώθηση των διαδικασιών για την πρόσληψη συμβούλου διαχείρισης στο έργο του Εθνικού Κτηματολογίου θα επισπεύσει την υλοποίηση του έργου αυτού, που υπενθυμίζουμε ότι είναι ένα από τα πολύ μεγάλα έργα». Για παράβαση των κανόνων της ενιαίας αγοράς Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εγκαλεί τη Γαλλία
Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ Επιτροπή ξεκίνησε την περασμένη Τετάρτη κατά της Γαλλίας τη διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 169 της Συνθήκης Ε.Κ. (διατύπωση αιτιολογημένης γνώμης επί καταγγελίας), για παράβαση της υποχρέωσης της τελευταίας να τηρεί την ευρωπαϊκή νομοθεσία περί ανάθεσης δημοσίων έργων. Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η γαλλική κυβέρνηση αγνόησε τους κανόνες της ενιαίας αγοράς κατά την κατακύρωση του έργου κατασκευής του σταδίου που θα φιλοξενήσει το Παγκόσμιο Κύπελλο ποδοσφαίρου του 1998.
Οι συμμετέχοντες στον διαγωνισμό παραπονέθηκαν ότι το έργο κακώς κατακυρώθηκε στην κοινοπραξία SGE (η οποία ελέγχεται από την Generale des Eaux όμιλο επιχειρήσεων που παράγει προϊόντα και υπηρεσίες κοινής ωφέλειας , την κατασκευαστική Bouygues και την GTM-Entreprose ιδιοκτησία κατά 48% μιας άλλης εταιρείας υπηρεσιών κοινής ωφέλειας, της Lyonnaise des Eaux).
Η γαλλική κυβέρνηση έχει, σύμφωνα με το άρθρο 169 της Συνθήκης, προθεσμία δύο μηνών για να διατυπώσει τις παρατηρήσεις της επί του θέματος ή να συμμορφωθεί με την αιτιολογημένη γνώμη της Επιτροπής.
Αν η απάντηση της γαλλικής κυβέρνησης δεν κριθεί ικανοποιητική, η Επιτροπή θα έχει πλέον το δικαίωμα να προσφύγει στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΔΕΚ).
Ωστόσο, όποια και αν είναι η εξέλιξη του ζητήματος, η κατασκευή του σταδίου που θα ονομαστεί Stade de France, θα είναι 80.000 θέσεων και θα κοστίσει 500 εκατ. δολάρια (130 δισ. δραχμές περίπου) θα συνεχιστεί κανονικά. Αν όμως το ΔΕΚ αποφασίσει υπέρ της Επιτροπής, τότε οι εταιρείες που συμμετείχαν στον διαγωνισμό θα μπορούν να διεκδικήσουν αποζημίωση.



