«Ο μονόλογος είναι ακροβασία»





«Πέντε κείμενα και μουσικές για τη σύγχρονη διάλυση».
Με αυτή τη φράση ο σκηνοθέτης Βίκτωρ Αρδίττης δίνει το στίγμα της παράστασης «Εμείς, οι άλλοι» με την οποία ξεκίνησε η χειμερινή θεατρική σεζόν στη Νέα Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου. Πέντε ισχυρά δείγματα σύγχρονης γραφής, γεννημένα στη δίνη των πρόσφατων παγκόσμιων ανακατατάξεων, τα οποία, αν και ετερόκλητα, δένονται αρμονικά σε ενιαίο σύνολο, παρουσιάζοντας τις διαφορετικές πλευρές ενός σύμπαντος μία ανάσα μόλις πριν από την ανατολή του καινούργιου αιώνα.


Πέντε σημαντικοί συγγραφείς, «πέντε διαφορετικές στάσεις ατομικής και πολιτικής ειλικρίνειας» συναντιούνται επιχειρώντας ένα γόνιμο συσχετισμό. Ο Μπερνάρ-Μαρί Κολτέζ, ο Σέιμους Χίνι, ο Χάινερ Μίλερ, ο Ολέγκ Μπογκαέφ και η «δική μας» Λούλα Αναγνωστάκη, η οποία μέσα από το νέο έργο της με τίτλο «Ο ουρανός κατακόκκινος» συνεχίζει την αποτύπωση της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας, προσεγγίζοντας αυτή τη φορά το «μεταιχμιακό περιθώριο» που τα τελευταία χρόνια κινείται ανάμεσά μας.


Ενας συγκλονιστικός μονόλογος, μια αποστασιοποιημένη αφήγηση συντελεσμένων βιωμάτων μιας σύγχρονης γυναίκας, που μόνη της έρχεται αντιμέτωπη με έναν κόσμο που διαλύεται. Ο πεθαμένος σύζυγος που πίστεψε σε κόσμους που ανατράπηκαν. Ο αδικημένος από τη φύση γιος που στην αφελή προσπάθειά του «να πιάσει την καλή» καταλήγει στη φυλακή. Η ωραία ρωσίδα μετανάστις που η ηρωίδα «έβλεπε» σαν αρραβωνιαστικιά του γιου της. Ενας επικός απολογισμός ζωής όπου τα δυσδιάκριτα, συχνά, ανάμεσα στην απελπισία και στο χιούμορ όρια γεννούν ένα συνταρακτικό αποτέλεσμα.


Η γνωστή ηθοποιός Βέρα Ζαβιτσιάνου, πρωταγωνίστρια στο έργο της Αναγνωστάκη, μιλάει για τη «συνάντησή της» με την ηρωίδα: «Η Σοφία Αποστόλου είναι ένας ρόλος που σέβομαι, αγαπώ πολύ και, όσο και αν ακούγεται κοινότοπο, ξεχωρίζω σε σχέση με όσους έχω υποδυθεί ως τώρα. Μια προσωπικότητα εντελώς ιδιαίτερη, που διαθέτει έντονο δυναμισμό, από τον οποίο άλλωστε εκπορεύονται και οι ανατρεπτικές αποφάσεις που παίρνει. Μια γυναίκα που περιφρονεί την επίφαση, το δήθεν τού κοινώς παραδεδεγμένου και αγωνίζεται να αρθεί πάνω από τον μέσο όρο, κάνοντας πράξεις που τείνουν να αποκτήσουν τη μεγαλοπρέπεια του μοναδικού. Παρ’ ότι ο λόγος που αρθρώνει ακούγεται ωμά ρεαλιστικός, ωστόσο είναι ένας ρόλος που αποπνέει μια ποίηση μοναδική, που προσωπικά μου γεννά ανείπωτη συγκίνηση, η οποία παραμένει αμείωτη σε όλη τη διάρκεια της “πάλης” μου μαζί της».


Πρόσωπα που αρνούνται τον μέσο όρο, άνθρωποι που αγωνίζονται να ξεχωρίσουν κάνοντας κάτι σπουδαίο, διαφορετικό, έστω κι αν το διαφορετικό αυτό δεν είναι απολύτως καθορισμένο, αποτελούν «κοινό τόπο» στα έργα της Λούλας Αναγνωστάκη. Πώς όμως θα όριζε τον σύγχρονο Ελληνα του μέσου όρου η γνωστή πρωταγωνίστρια; «Στις ως τώρα δουλειές μου στο θέατρο είχα την τύχη να με επιλέγουν για πράγματα που με αφορούν ως ηθοποιό και με αντιπροσωπεύουν ως άνθρωπο» απαντά η Βέρα Ζαβιτσιάνου. «Θα απαντούσα λοιπόν πως ο Ελληνας του μέσου όρου είναι ακριβώς αυτός που σαρκάζει και καταγγέλλει με δριμύτητα η Σοφία Αποστόλου. Ο άνθρωπος του “ναι”, του “βολέματος”, της κατ’ επίφαση “τακτοποιημένης” ζωής, όπου ο καθένας ομφαλοσκοπεί ασχολούμενος με τα του οίκου του χωρίς να συνειδητοποιεί πως αποτελεί απλώς το μικρότερο πιόνι στην άκρη της σκακιέρας. Από την άλλη πλευρά, το να ξεχωρίσει κάποιος από όλα αυτά είναι προσωπική του ευθύνη κι έχει να κάνει με το τι ανασύρει από τις “αποσκευές” του με κόπο και με ψάξιμο. Μια πνευματικότητα, ένα δούλεμα ψυχής, πράγματα ακριβά κι αληθινά, γι’ αυτό άλλωστε και σπάνια».


Μετανάστες μετά την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού, μαστροποί, κυκλώματα της νύχτας, θύτες και θύματα, πρόσωπα και καταστάσεις που «εισέβαλαν» στην κοινωνία μας τα τελευταία χρόνια, ανατρέποντας πραγματικότητες και ισορροπίες, «περνούν» με τρόπο αριστοτεχνικό μέσα από την αφήγηση ζωής της ηρωίδας. Πόσο έτοιμοι είμαστε ωστόσο να παρακολουθήσουμε μέσα από το θέατρο μια τόσο επώδυνη διαδικασία που πραγματικά «ξύνει τις πληγές» μας; «Προσωπικά θα χαρακτήριζα το νέο αυτό έργο της Αναγνωστάκη μια συγκλονιστική σύγχρονη τραγωδία δωματίου και από αυτή την άποψη είναι ένα πραγματικό ξύσιμο πληγών» λέει η Βέρα Ζαβιτσιάνου. «Ο τρόπος πάντως που επικοινωνεί το κοινό με το έργο, όπως τουλάχιστον εγώ τον εισπράττω, τόσο μέσα από την προσήλωση με την οποία παρακολουθεί όσο και από συζητήσεις στο καμαρίνι, είναι απίστευτος. Για μένα το σύγχρονο θέατρο οφείλει να συμμετέχει στο κοινωνικό γίγνεσθαι και όταν η πράξη λειτουργεί, τότε ίσως είναι και μια διαδικασία επούλωσης πληγών».


Πέρα από όλα τα άλλα όμως, πώς αντιμετωπίζει η ηθοποιός αυτό καθαυτό το εγχείρημα του μονολόγου; Είναι άραγε μια απόπειρα όπου βρίσκει πεδίο εκδήλωσης ο πολυσυζητημένος «ναρκισσισμός του ηθοποιού»; «Δέχομαι πως στο επάγγελμά μας πραγματικά ευδοκιμούν η αυταρέσκεια και ο ναρκισσισμός» απαντά με ειλικρίνεια η Βέρα Ζαβιτσιάνου, «ωστόσο δεν νομίζω πως η ερμηνεία ενός μονολόγου εκφράζει κάποια ναρκισσιστική τάση. Για μένα ο μονόλογος είναι ακροβασία σε τεντωμένο σκοινί, ένα τρομακτικό ρίσκο και μια μεγάλη ευθύνη. Κυριολεκτικά δεν βρίσκεις στήριγμα πουθενά, βιώνεις την απόλυτη έκθεση πάνω στη σκηνή, κι αυτό με γεμίζει δέος. Από την άλλη βέβαια, το βρίσκω και τρομερή πρόκληση…».


Ενα έργο-απολογισμός ζωής. Στα αλήθεια όμως, ύστερα από 43 χρόνια στο θέατρο, πάμπολλους ρόλους από όλο το φάσμα του ρεπερτορίου και σημαντικές συνεργασίες, πόσο έντονα νιώθει η γνωστή πρωταγωνίστρια την ανάγκη αποτίμησης ζωής και δράσης; «Θα απαντούσα πως ο απολογισμός, απλώς, δεν με αφορά καθόλου» λέει η Βέρα Ζαβιτσιάνου. «Δεν θα ήθελα όμως να πω περισσότερα πάνω σε αυτό. Ευχή και ελπίδα μου είναι να τα λέω όλα κάθε βράδυ, πάνω στη σκηνή…».


Η παράσταση «Εμείς, οι άλλοι», που αποτελείται από τα έργα «Ο ουρανός κατακόκκινος», «Ταμπατάμπα», «Τραγούδι για την ανθρώπινη αδικία», «Ενας κροάτης αγρότης» και «Ο ρώσος ταχυδρόμος» παίζεται στη Νέα Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου. Η σκηνοθεσία είναι του Βίκτωρα Αρδίττη, η μουσική του Δημήτρη Μαραμή και οι φωτισμοί του Ανδρέα Μπέλλη. Παίζουν: Βέρα Ζαβιτσιάνου, Μάνος Σταλάκης, Νίκος Γεωργάκης κ.ά.