Μια νύχτα βροχής, σε ένα εγκαταλελειμμένο πανδοχείο-εστιατόριο που διατηρούν δύο αδελφές, μια επισκέπτρια ανατρέπει το σκηνικό. Ανάμεσα σε αυτές τις τρεις γυναίκες, η ηλικία των οποίων κυμαίνεται από τα 40 ως τα 100, θα γίνουν πολλά. Οι τρεις τους, ηρωίδες στο μονόπρακτο «Αστραπές χωρίς βροντή» του Ντάνιελ Καλ, θα ζήσουν μια νύχτα που θα αλλάξει τη ζωή τους. Αυτό το «μετα-φεμινιστικό» και σουρεαλιστικό έργο επέλεξε η Λήδα Τασοπούλου για να κάνει το σκηνοθετικό ντεμπούτο της στο θέατρο.


Σπάζοντας το «μονοπώλιο» του Σπύρου Ευαγγελάτου αναλαμβάνει να σκηνοθετήσει ­ αλλά και να παίξει ­ ένα σύγχρονο έργο, από αυτά που «δεν θα ανέβαζε ο Σπύρος», όπως λέει η ίδια.


Μετά την πολύχρονη πορεία της στο σανίδι, στο πλάι του ιδρυτή, σκηνοθέτη και συντρόφου της στη ζωή Σπύρου Ευαγγελάτου, η Λήδα Τασοπούλου αποφάσισε να κατέβει ­ για λίγο ­ από τη σκηνή και να δώσει τη δική της σκηνοθετική ματιά σε μια παράσταση. Αυτό δεν σημαίνει ότι αλλάζει πορεία. Ωστόσο η εμπειρία της ­ από τους ρόλους στο κλασικό κυρίως ρεπερτόριο ­ αλλά και η τριετής ενασχόλησή της με το εργαστήρι υποκριτικής που είχε ιδρύσει το «Αμφι-Θέατρο», και το οποίο είχε αναλάβει πλήρως, την οδήγησαν στην απόφαση αυτή.


Μόλις διάβασε το έργο του Ντάνιελ Καλ, όπως λέει, αμέσως το είδε να ζωντανεύει μπροστά στα μάτια της.


«Οι δύο αδελφές, που ζουν στο μέσον του πουθενά και διατηρούν αυτό το τρόπον τινά πανδοχείο, δέχονται κάποια βραδιά μια επισκέπτρια, της οποίας το αυτοκίνητο έπαθε τυχαία βλάβη στον έξω δρόμο. Η επισκέπτρια, την οποία και ερμηνεύω», διηγείται η Λήδα Τασοπούλου, «ζει στο “βούισμα ενός προγράμματος υπολογιστή”. Είναι μια μπιζνεσγούμαν η οποία μέσα σε αυτό το πανδοχείο ανακαλύπτει μια τελείως διαφορετική ζωή και αποφασίζει να εγκατασταθεί εκεί και να ζήσει μια άλλη ζωή, μια ζωή που δεν θα την καταπιέζει. Παράλληλα», συμπληρώνει η σκηνοθέτις-ηθοποιός, «το έργο διαθέτει εκπλήξεις, καθώς και μια υπέροχη κριτική, στον τελευταίο μονόλογο, για τα οινοπνευματώδη. “Σήμερα πίνουμε για να φέρουμε τον έρωτα κοντά μας. Και αύριο πίνουμε κι άλλο για να τον κρατήσουμε”, θα πει η ηρωίδα μου, η Μόλι. Κι όταν η ξενοδόχος θα ζητήσει από την επισκέπτρια την τσάντα της, εκείνη θα φωνάξει γεμάτη χαρά: “Πάρτε τα όλα και αφήστε με να ξαναγεννηθώ”. Στο φινάλε η ξενοδόχος θα ντυθεί με τα ρούχα της Μόλι και θα φύγει από το πανδοχείο με το αυτοκίνητο εκείνης, λέγοντας στην αδελφή της: “Να ζήσω μπορώ μόνο μαζί σου, να πετάξω μπορώ και μόνη μου”», καταλήγει, τονίζοντας ότι «το έργο διαθέτει βαθύτατες αλήθειες ζωής».


Από την εμπειρία της σκηνοθεσίας η Λήδα Τασοπούλου εξηγεί ότι «σαφώς δουλεύω τελείως διαφορετικά από τον Σπύρο». Και προσθέτει: «Δεν θα τολμούσα να σκηνοθετήσω ένα έργο πολυπρόσωπο και κλασικό. Αυτό είναι ένα έργο δωματίου, κάτι που με διευκολύνει και να παίζω. Συνεχίζω και προχωρώ πάνω στη δουλειά που έχω κάνει όλα αυτά τα χρόνια στην τέχνη της υποκριτικής. Για μένα δεν είναι κάτι διαφορετικό. Απλώς βλέπω τα πράγματα και από την άλλη όχθη και από μέσα. Πάντα με γοήτευε και με απασχολούσε το θέμα της ψυχοσύνθεσης και της προσωπικότητας των ηρώων ­ σε όλα τα έργα ­ και αυτό ήταν που με απασχόλησε σε αυτή τη δουλειά: να βγουν οι χαρακτήρες των τριών γυναικών. Ολη η δουλειά έχει γίνει ατάκα ατάκα. Κι όλα γίνονται μέσα σε μιάμιση ώρα πραγματική και θεατρική».


Ο Ντάνιελ Καλ θεωρείται σήμερα ανερχόμενη δύναμη στη Γερμανία. Γεννημένος πριν από 32 χρόνια στο Ααχεν, σπούδασε φιλοσοφία, ιστορία και θεατρολογία.


Το 1991 έγραψε το πρώτο του θεατρικό, «Ο κήπος της φρίκης», και μετά ακολούθησε το «Ο διάβολος έρχεται από το Ντύσελντορφ». Ανήκει στη γενιά της τηλεόρασης, αλλά προσπαθεί να τη μάχεται. Η τεχνική του στο θέατρο θεωρείται προσωπική: τα έργα του χαρακτηρίζονται «έργα οικογενειακού φόνου». Με χιούμορ και διάθεση ανατροπής, συνδυάζει τον ρεαλισμό με τη μεταφυσική, κριτικάρει την τεχνολογία και αντιπροτείνει έναν πίθηκο.


Το έργο του Ντάνιελ Καλ «Αστραπές χωρίς βροντή» ανεβαίνει σε μετάφραση Νίκης Αντενάιερ, σκηνοθεσία Λήδας Τασοπούλου, σκηνικά-κοστούμια Γιάννη Μετζικώφ, μουσική επιμέλεια Ιάκωβου Δρόσου. Με τις Λήδα Τασοπούλου, Χριστίνα Κουτσουδάκη και Ζωή Ρηγοπούλου. Πρεμιέρα το Σάββατο στις 9 μ.μ. στο «Αμφι-Θέατρο» και μόνο για 20 παραστάσεις: Τετάρτη και Κυριακή στις 7 μ.μ., Πέμπτη, Παρασκευή και Σάββατο στις 9 μ.μ.