ΣΕ ΜΙΑ ιδιαίτερα λεπτή φάση εισέρχονται την περίοδο αυτή οι ελληνοτουρκικές σχέσεις καθώς έχουν αρχίσει να εμφανίζονται ορισμένες (δειλές ακόμη, είναι αλήθεια) θετικές ενδείξεις για χαμήλωμα των τόνων αλλά παράλληλα οξύνεται η εσωτερική αναταραχή στην Τουρκία. Το ερώτημα είναι αν η όξυνση αυτή θα οδηγήσει σε μια περαιτέρω σκλήρυνση του τουρκικού στρατιωτικοδιπλωματικού κατεστημένου με θύμα και τη φορά αυτή την Ελλάδα.


Το βέβαιον είναι ότι το σκηνικό δεν θα ξεκαθαρίσει πριν από τις τουρκικές εκλογές στις 18 Απριλίου, υπό την προϋπόθεση φυσικά ότι οι εκλογές αυτές θα γίνουν και ότι η χώρα δεν θα οδηγηθεί στο χάος. Τότε μόνο θα μπορέσει να διευκρινισθεί αν υπάρχουν πραγματικά οι δυνατότητες για ένα νέο ξεκίνημα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις μετά την τελευταία μεγάλη κρίση. Οι κρίσεις άλλωστε (όπως έχει αποδείξει η Ιστορία), αφού ολοκληρώσουν τον κύκλο τους, μπορούν να οδηγήσουν σε μια περίοδο ύφεσης και συνεννόησης.


Γνωστό είναι όχι μόνο το παράδειγμα της ελληνοτουρκικής φιλίας τη δεκαετία του ’30 που ακολούθησε τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922 αλλά και της κρίσης του 1987 (που είχε οδηγήσει τις δύο χώρες στο χείλος του πολέμου) την οποία ακολούθησε η συμφωνία του Νταβός. Ανεξάρτητα αν στη συνέχεια η τουρκική κακοπιστία δεν επέτρεψε να εφαρμοσθούν όσα είχαν συμφωνηθεί στο ελβετικό θέρετρο και κατά την επίσκεψη Οζάλ στην Αθήνα.


Η νέα ηγεσία του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών είναι έτοιμη να ακολουθήσει μια νέα πορεία στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, υπό την προϋπόθεση φυσικά ότι θα συναντήσει και την ανάλογη ανταπόκριση από την Αγκυρα. Και υπό την έννοια αυτή η συνομιλία που είχαν στο Βουκουρέστι προχθές οι υπουργοί Εξωτερικών των δύο χωρών έχει την αυτονόητη σημασία της.


Προς την κατεύθυνση αυτή θα βοηθήσει ασφαλώς και το γεγονός ότι ο πρωθυπουργός κ. Κ. Σημίτης εξέρχεται ιδιαίτερα ενισχυμένος από τη δοκιμασία του συνεδρίου του ΠαΣοΚ και θα μπορέσει να αντιμετωπίσει και τα θέματα εξωτερικής πολιτικής, μακριά από το φάσμα της συνεχούς κριτικής της εσωκομματικής αντιπολίτευσης, η οποία εμφανίστηκε ιδιαίτερα αδύναμη και δεν μπορεί πλέον να προκαλεί ουσιαστικά προβλήματα στο κυβερνητικό έργο.


Ιδιαίτερα σημαντική υπήρξε εξάλλου η καταδίκη από τον κ. Σημίτη των δήθεν υπερπατριωτών που «σε παράξενους συνδυασμούς και σχέσεις με θυλάκους μυστικών υπηρεσιών, με οργανώσεις και δίκτυα που ασκούν ιδιωτική εξωτερική πολιτική έβλαψαν καίρια τα εθνικά συμφέροντα». Μόνο που αποτελεί καθήκον της κυβέρνησης να εξαφανίσει τους θυλάκους αυτούς προχωρώντας σε μια ριζική αναδιάρθρωση των μυστικών υπηρεσιών, που τόσα και τόσα προβλήματα έχουν προκαλέσει στο παρελθόν.


Η παρουσία ενός έμπειρου και ψύχραιμου διπλωμάτη επικεφαλής της ΕΥΠ αποτελεί μια ευκαιρία για ένα νέο ξεκίνημα. Αλλά ο αρχηγός της ΕΥΠ, που θα βρεθεί αντιμέτωπος με τα κατεστημένα συμφέροντα και τις διάφορες «παρέες», όσες ικανότητες και αν διαθέτει, δεν θα μπορέσει να κάνει τίποτε αν δεν έχει την πλήρη και αποτελεσματική στήριξη της κυβέρνησης.


Αν πραγματικά υπάρξει ένα ξεκαθάρισμα όλου αυτού του κυκλώματος υπερπατριωτών (που δεν κινούνται μόνο στον χώρο του ΠαΣοΚ) και σκοτεινών μυστικών υπηρεσιών, τότε η ελληνική εξωτερική πολιτική θα μπορέσει να αποφύγει μελλοντικά ένα άλλο τεράστιο φιάσκο τύπου Οτσαλάν. Τούτο όμως δεν αρκεί. Ο ίδιος ο Πρωθυπουργός θα πρέπει να ρίξει περισσότερο το βάρος του στην παρακολούθηση των εξωτερικών θεμάτων, ιδιαίτερα τη δύσκολη περίοδο που διανοίγεται μπροστά μας. Αν, όπως όλα δείχνουν, ο στόχος της ΟΝΕ έχει περίπου επιτευχθεί, θα ήταν αδιανόητο να τορπιλισθεί από μια ανεπαρκή αντιμετώπιση της εξωτερικής πολιτικής. Διότι μια τυχόν σοβαρή περιπέτεια στον τομέα αυτό θα ανατρέψει και τη θετική πορεία προς την ΟΝΕ.


Απαιτείται λοιπόν αυτή την περίοδο (ώσπου, δηλαδή, να γίνουν οι τουρκικές εκλογές) απόλυτη ψυχραιμία από την ελληνική πλευρά. Αν οι θετικές ενδείξεις που δειλά εμφανίστηκαν την περασμένη εβδομάδα επιβεβαιωθούν, τότε θα πρέπει να υπάρξει άμεση ανταπόκριση από την Αθήνα ώστε να μη χαθεί η ευκαιρία για αναστροφή του κλίματος. Αλλά και αν ακόμη η Αγκυρα προχωρήσει σε νέα φάση οξύτητας και επιθετικότητας, επιχειρώντας να εκτονώσει τα εσωτερικά της προβλήματα με εξωτερικούς αντιπερισπασμούς, η ελληνική πλευρά δεν θα πρέπει να πέσει στην παγίδα. Στην αντίθετη περίπτωση θα έχει δικαιώσει τους στόχους των τούρκων στρατοκρατών.