Εντονη αμερικανική παράσταση προς την Ελλάδα εκδηλώθηκε την περασμένη εβδομάδα καθώς πληροφορείται «Το Βήμα»: η Ουάσιγκτον εξέφρασε την ενόχλησή της για την αναγγελθείσα διμερή ελληνορωσική πρωτοβουλία (και την υπογραφή σχετικού κειμένου) στο περιθώριο της Διαβαλκανικής Διάσκεψης της Θεσσαλονίκης.


Η αμερικανική αντίδραση εκδηλώθηκε στην Ουάσιγκτον, προς τον έλληνα πρεσβευτή κ. Λ. Τσίλα λίγες μόνο ώρες μετά την κοινή συνέντευξη Τύπου του έλληνα υπουργού Εξωτερικών κ. Θ. Πάγκαλου και του ρώσου υφυπουργού κ. Ν. Αζντνασιέφσκι.


Το σημείο αφετηρίας της δυσαρέσκειας της Ουάσιγκτον ήταν ότι δεν υπήρξε κάποια προηγούμενη σχετική ενημέρωση από την Αθήνα για μια δραστηριότητα η οποία εν πολλοίς λειτουργεί αλληλεπικαλύπτοντας την ακριβώς ανάλογη αμερικανική πρωτοβουλία στην περιοχή, τη γνωστή SECI. Μέσα στο ίδιο πλαίσιο διερωτώνται για τους λόγους που ώθησαν την ελληνική διπλωματία να αναλάβει το βάρος της προσπάθειας να συμπεριλάβει την πρωτοβουλία με τη Ρωσία στα κοινά ντοκουμέντα της Διαβαλκανικής. Επιπλέον, και αφού απέτυχε να πείσει τις άλλες συμμετέχουσες χώρες να δεχθούν την πρόταση αυτή, γιατί προχώρησε σε τόσο υψηλού επιπέδου διμερείς ανακοινώσεις. Κατά τους Αμερικανούς, η προσπάθεια που κατέβαλαν η ελληνική και η ρωσική πλευρά να κρατήσουν μυστικές τις σχετικές προπαρασκευές και το περιεχόμενο της πρωτοβουλίας δημιουργεί ένα κλίμα καχυποψίας που ελάχιστα αρμόζει στο επίπεδο που έχουν σήμερα οι σχέσεις ανάμεσα στην Ελλάδα και στις Ηνωμένες Πολιτείες.


Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ επικέντρωσε ακόμη την προσοχή στην ορολογία που χρησιμοποιείται για τη ρωσική κίνηση και η οποία είναι ακριβώς η ίδια με εκείνη της αμερικανικής, με αποτέλεσμα να προσδίδεται ένας τόνος άσκοπης ανταγωνιστικότητας και ασυμβατότητας μεταξύ των δύο. Ιδιαίτερη ενόχληση στην αμερικανική πλευρά προκάλεσε επίσης το γεγονός ότι ενώ υπήρχε υψηλού επιπέδου κλιμάκιο στη Θεσσαλονίκη με επικεφαλής τον πρέσβη κ. Ρ. Σίφτερ, αυτός δεν ενημερώθηκε επίσημα από κανέναν ούτε για την προοπτική της ανακοίνωσης της ελληνορωσικής πρωτοβουλίας ούτε για το περιεχόμενό της. Η Ουάσιγκτον κατέγραψε ακόμη και ορισμένα δευτερεύοντα στοιχεία της όλης υπόθεσης, όπως ότι η συνέντευξη Τύπου των κκ. Πάγκαλου και Αζντνασιέφσκι έγινε μόνο ενώπιον ελλήνων και ρώσων δημοσιογράφων και περιέλαβε μόνο την ανάγνωση της κοινής δήλωσης χωρίς να επιτραπούν ερωτήσεις.


Η ελληνική απάντηση δόθηκε ολοκληρωμένα την περασμένη Τετάρτη και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι αμερικανικοί ισχυρισμοί δεν ευσταθούν. Η εκδοχή της Αθήνας περιέλαβε μάλιστα αναλυτικά όλα εκείνα τα στοιχεία που αποδεικνύουν ότι η Ουάσιγκτον ήταν ενημερωμένη ήδη από οκταμήνου για την πρωτοβουλία με τη Ρωσία. Πιο συγκεκριμένα (σύμφωνα με τα ελληνικά στοιχεία), η πρώτη εκδήλωση της ελληνορωσικής πρωτοβουλίας έγινε τον Οκτώβριο του 1996, κατά τη Διάσκεψη Ρουαγιαμόντ στην Αθήνα και καταγράφηκε επιπλέον στα συμπεράσματα της ιρλανδικής προεδρίας. Οι ΗΠΑ σε αυτή τη διάσκεψη εκπροσωπήθηκαν με τον επιτετραμμένο τής εδώ πρεσβείας, στον οποίο μάλιστα έγινε και ειδική ενημέρωση. Η επόμενη φάση της ελληνορωσικής πρωτοβουλίας καταγράφηκε στη Διάσκεψη Ρουαγιαμόντ στα Σκόπια, τον Απρίλιο του 1997. Και σε αυτή τη δραστηριότητα εκπροσωπήθηκαν οι ΗΠΑ καθώς παραβρισκόταν επίσημα ο εκεί αμερικανός επιτετραμμένος. Κατά συνέπεια, λένε διπλωματικές πηγές στην Αθήνα, η Ουάσιγκτον δεν μπορεί πειστικά να υποστηρίξει ότι δεν είχε πλήρη γνώση της όλης πρωτοβουλίας, την οποία στο διάστημα των οκτώ αυτών μηνών «ουδέποτε και καθ’ οιονδήποτε τρόπο σχολίασε…».


Το σκέλος της πρωτοβουλίας SECI απασχόλησε επίσης ιδιαίτερα την ελληνική απάντηση. Η επιχειρηματολογία της Αθήνας εστιάζεται στην υπενθύμιση της συμβολής που είχε στην προσπάθεια για τον κατευνασμό της δυσπιστίας με την οποία αντιμετώπισαν τη SECI τόσο οι ευρωπαίοι εταίροι όσο και οι χώρες της περιοχής. Η Ελλάδα στο πρώτο ήμισυ του 1996 ήταν η μοναδική χώρα της Ευρωπαϊκής Ενωσης που υποστήριζε απερίφραστα την αμερικανική πρωτοβουλία και ανέλαβε μάλιστα ειδική προσπάθεια για να αναδείξει τα πλεονεκτήματά της. Ο αρμόδιος μάλιστα για τις βαλκανικές υποθέσεις πρέσβης κ. Δ. Κυπραίος μετέβη δύο φορές στο Παρίσι, όπου συναντήθηκε με τον ομόλογό του από το Κε ντ’ Ορσέ κ. Ντε Μπελενέ, ώστε να κάμψει τις γαλλικές αντιδράσεις στην προώθηση της SECI και να διασκεδάσει τις ανησυχίες ότι οι ΗΠΑ επιδιώκουν αυστηρά ιδιοτελείς σκοπούς με την κίνηση αυτή. Το ίδιο θέμα συζητήθηκε αναλυτικά κατά τη διάρκεια των ελληνογερμανικών διαβουλεύσεων για τις εξελίξεις στα Βαλκάνια, τον Απρίλιο του 1996. Τότε, πάλι, η ελληνική διπλωματία ανέλαβε να πείσει τους Γερμανούς ότι η SECI δεν συνιστά κάποιο ύποπτο αμερικανικό σχέδιο και συνέβαλε στο ξεπέρασμα των ανησυχιών της Βόννης ότι ο κ. Σίφτερ είχε αναλάβει το «στρώσιμο του δρόμου» για την είσοδο αμερικανικών κεφαλαίων στα Βαλκάνια.


Η όλη υπόθεση έχει πολλά στοιχεία που εμποδίζουν τη συνεννόηση των δύο χωρών. Η Ουάσιγκτον εισάγει ένα τεχνικό θέμα, αν είχε ή δεν είχε ενημερωθεί εκ των προτέρων για την ελληνορωσική πρωτοβουλία, με αποτέλεσμα να μη βοηθάει την Αθήνα να κατανοήσει το πραγματικό πρόβλημα. Στην πραγματικότητα η ενόχληση των ΗΠΑ είναι καθαρά πολιτική και προκλήθηκε εξαιτίας της βοήθειας την οποία προσφέρει η Αθήνα στη Μόσχα για να διατηρείται η τελευταία παρούσα στη βαλκανική διπλωματική σκηνή. Μετά το αποτέλεσμα των πρόσφατων βουλγαρικών εκλογών και την ήττα των σοσιαλιστών ήταν προφανές ότι η Ρωσία είχε απολέσει ένα από τα σημαντικότερα στηρίγματά της στην περιοχή. Προφανώς οι ΗΠΑ δεν ήθελαν να συμβεί κάτι που να αμβλύνει το αποτέλεσμα μιας μακράς προσπάθειας που κατέβαλαν στην περίπτωση της Βουλγαρίας… Οι Αμερικανοί εκδηλώνουν έντονη απορία για τα κίνητρα μιας τέτοιας ελληνικής συμπεριφοράς, σε μια περίοδο μάλιστα όπου η Ελλάδα δεν έχει να αναμένει κάτι από τη Ρωσία, ούτε στο διεθνές πολιτικό ούτε στο οικονομικό πεδίο. Το ερώτημα περί κινήτρων είναι άλλωστε το δεσπόζον και στην περίπτωση της πρόσφατης ελληνορωσικής συμφωνίας για κοινή πρωτοβουλία στην περιοχή. Ορισμένες μάλιστα αμερικανικές ερμηνείες καταφεύγουν ακόμη και σε ψυχολογικές θεωρίες αναζητώντας κάποια απάντηση στα ερωτήματά τους…


Η ελληνική διπλωματία, από την άλλη πλευρά, δείχνει να υποτιμά το υφιστάμενο πρόβλημα στις σχέσεις με την Ουάσιγκτον. Περιορίζεται στην επίκληση των αναγκών κάποιων σημαντικών επιχειρηματιών και θεωρεί ότι αυτή η ερμηνεία είναι επαρκής ώστε να κατευνάσει όλες τις αμερικανικές ανησυχίες. Η Αθήνα δεν έχει κατορθώσει να διαμορφώσει ένα συνεκτικό σχήμα για την παρουσίαση των ενδιαφερόντων της στην περιοχή ώστε αφενός να προωθούνται τα συμφέροντα των ελληνικών επιχειρήσεων και αφετέρου να μη δημιουργούνται άσκοπες, πολιτικού χαρακτήρα, ανησυχίες στους συμμάχους.