Ενας χρόνος πέρασε από εκείνο το γκρίζο, βροχερό πρωινό της 20ής Ιανουαρίου 2017, όταν ορκίστηκε 45ος πρόεδρος των ΗΠΑ ένας ανεκδιήγητος 71χρονος μεγιστάνας, που προκάλεσε παγκόσμιο σοκ καταφέρνοντας να εκλεγεί πλανητάρχης με πρόγραμμα γεμάτο εθνολαϊκισμό, ρατσισμό, αυταρχισμό, ψέματα και απρέπειες. Ο Ντόναλντ Τραμπ κυβέρνησε αναλόγως.
Ενας χρόνος γεμάτος ευτράπελα, πολιτικές αναταράξεις, σκάνδαλα, προκλητικές δηλώσεις, οργισμένα tweets και πόλεμο με τα «συστημικά» μέσα ενημέρωσης συνοψίζει αυτό που οι «New York Times» αποκαλούν «γενέθλια της Αποκάλυψης» για την Αμερική.
Διότι δεν έχει υπάρξει άλλος πρόεδρος που να του μοιάζει, ούτε από μακριά. Κανείς δεν κατείχε ποτέ το ύπατο αξίωμα χωρίς προηγούμενη εμπειρία ηγεσίας στην πολιτική ή στον στρατό. Κανένας, τουλάχιστον στη σύγχρονη εποχή, δεν ήταν τόσο ωμός, προσβλητικός, επιθετικός και διχαστικός στην εθνική και στη διεθνή σκηνή. Τι να πρωτοθυμηθούμε. Από τα ρατσιστικά σχόλια για τις «χώρες-αποπάτους» (shithole countries) μέχρι τις συγκρίσεις για το «ποιος το έχει μεγαλύτερο» (το πυρηνικό κουμπί), και από τα βραβεία «ψεύτικων ειδήσεων» ως το σκάνδαλο Russiagate, δεν υπάρχει εβδομάδα που να μην παρουσιάζει στους Αμερικανούς από έναν καινούργιο εχθρό: ο Τραμπ είναι διαρκώς σε πόλεμο, με όλους και για όλα.

Σόου με αναρτήσεις

Δώδεκα μήνες στον Λευκό Οίκο, μια ακατάσχετη ροή εντυπωσιακών δηλώσεων και άλλων τόσων σκανδάλων, προκλήσεων και προσβολών έχουν διαμορφώσει μια νέα, πρωτόγνωρη πραγματικότητα. Ο Τραμπ έχει σπάσει όλες τις παραδόσεις σε ό,τι αφορά την άσκηση της πολιτικής, αλλά ακόμη περισσότερο με τη φρασεολογία, τον τόνο και το στυλ του.
Κάθε μέρα οι ΗΠΑ και ο κόσμος όλος παρακολουθούν αποσβολωμένοι ή εντυπωσιασμένοι ένα σόου, διανθισμένο με τις πρωινές του αναρτήσεις στο Twitter. Η ωμότητα με την οποία συνεχίζει να εκφράζεται, αυτή η βαθιά περιφρόνηση για ό,τι θεωρείται πολιτικώς ορθό, ενθουσιάζει ακόμη τη σκληρή εκλογική του βάση. Αλλά για τους περισσότερους Αμερικανούς είναι μια απαράδεκτη συμπεριφορά που διαβρώνει ανεπανόρθωτα το κύρος της προεδρίας και δίνει βήμα στον ρατσιστικό λόγο.
Ο Τραμπ εξακολουθεί να είναι παρορμητικός, αλλοπρόσαλλος, προκλητικός, επιθετικός και προσβλητικός. Στις αναρτήσεις του δεν ξεχνάει να επιτεθεί και να περιαυτολογήσει, σχολιάζοντας ότι είναι «μια σταθερή ιδιοφυΐα» μετά το σκάνδαλο που ξέσπασε με το αποκαλυπτικό βιβλίο «Φωτιά και οργή», το οποίο αμφισβητεί, μεταξύ άλλων, την ψυχική υγεία και την ικανότητά του να κυβερνά.

Αυτοκαταστροφή

Προσθέστε στον κατάλογο τα ψέματα, τον ρατσισμό, τον μισογυνισμό, τις επιθέσεις του στον ελεύθερο Τύπο, τις κατηγορίες του για «ψεύτικες ειδήσεις», την υπονόμευση της νομιμότητας της εκλογικής διαδικασίας, την παραβίαση της ανεξαρτησίας της δικαστικής εξουσίας, την υποκρισία της προσωπικής στάσης του στο θέμα της σεξουαλικής παρενόχλησης, τις χυδαίες προσβολές, και έχετε μια ιδέα γιατί ο Χένρι Ααρον, αναλυτής στο ινστιτούτο Brookings, τον χαρακτηρίζει «πολιτικό όπλο μαζικής αυτοκαταστροφής για την αμερικανική δημοκρατία –για τους κανόνες της, την ηθική της, και για την ίδια την ανθρώπινη ευπρέπεια».
Επειτα είναι και το Russiagate με τις αποκαλύψεις για «συμπαιγνία» του επιτελείου Τραμπ στην ανάμειξη της Μόσχας στις αμερικανικές εκλογές. Αμερικανοί αναλυτές μιλούν για το μεγαλύτερο σκάνδαλο μετά το Watergate που προκάλεσε την πτώση του Ρίτσαρντ Νίξον, και το οποίο μπορεί να κλονίσει ανεπανόρθωτα τον Τραμπ, οδηγώντας τον ακόμη και σε πρόωρη έξοδο –ιδίως αν η συνεχιζόμενη έρευνα του FBI στοιχειοθετήσει την κατηγορία της παρακώλυσης του έργου της Δικαιοσύνης.

Αρνητικό ρεκόρ

Και αν οι Δημοκρατικοί κερδίσουν την πλειοψηφία στο Κογκρέσο στις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου, είναι βέβαιο ότι θα βάλουν μπρος τη διαδικασία για την καθαίρεση του Τραμπ.
Ηδη κατέχει ένα αρνητικό ρεκόρ όλων των εποχών: ο Τραμπ είναι ο λιγότερο δημοφιλής πρόεδρος στην ιστορία της χώρας. Το ποσοστό αποδοχής του έχει πέσει στο 39% έπειτα από 12 μήνες στην εξουσία, το κατώτερο που έχει καταγραφεί για οποιονδήποτε εκλεγμένο ηγέτη στην πρώτη του θητεία. Και το 57% των Αμερικανών πιστεύουν πια ότι ο Τραμπ δεν διαθέτει τα προσόντα που απαιτούνται από έναν πρόεδρο.

Οι μεγάλες ήττες για το Obamacare και το Μεταναστευτικό

Αν θέλουμε να κάνουμε έναν σύντομο απολογισμό της εσωτερικής πολιτικής του, ο Τραμπ πέτυχε κάποια θετικά αποτελέσματα στη βελτίωση της απασχόλησης και της ανάπτυξης, αλλά οι μεγάλες μεταρρυθμίσεις που υποσχέθηκε να υλοποιήσει ως πρόεδρος έχουν βαλτώσει στο Κογκρέσο.
Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα είναι η αδυναμία του να καταργήσει το πρόγραμμα πρόσβασης στη δημόσια υγεία για εκατομμύρια Αμερικανούς. Επειτα από σειρά αποτυχημένων προσπαθειών των Ρεπουμπλικανών να δώσουν τέλος στο Obamacare στο Κογκρέσο, ο Τραμπ υπέγραψε εκτελεστική εντολή, που απορρυθμίζει μερικώς το σημαντικότερο νομοθέτημα του προκατόχου του.
Ως ήττα του Τραμπ καταγράφεται και η μεταρρύθμιση για τους μετανάστες που από τις πρώτες ημέρες ανάληψης των καθηκόντων του ήταν ψηλά στην ατζέντα. Το προεδρικό διάταγμα που υπέγραψε για την απαγόρευση εισόδου πολιτών από επτά μουσουλμανικές χώρες προκάλεσε χάος στα αεροδρόμια και πάγωσε από την αμερικανική Δικαιοσύνη, η οποία ακύρωσε μία από τις βασικές προεκλογικές δεσμεύσεις του. Οσο για το διαβόητο τείχος στα σύνορα με το Μεξικό, έχει μείνει στα χαρτιά με αμφίβολη τη χρηματοδότηση, που θα προέλθει βέβαια από τους αμερικανούς φορολογουμένους, και όχι από το Μεξικό.
Στα τέλη του 2017 ο Τραμπ καυχήθηκε ότι έχει υπογράψει περισσότερους νόμους από οποιονδήποτε προηγούμενο πρόεδρο. Αν και ο ισχυρισμός αυτός είναι άλλο ένα ψέμα –οι 94 νόμοι του κατατάσσονται πολύ πίσω από τους 684 του Τζον Φ. Κένεντι -, έκλεισε τη χρονιά με ένα σημαντικό νομοθετικό επίτευγμα.
Ο Τραμπ είχε υποσχεθεί φορολογικές περικοπές για τα άτομα και τις επιχειρήσεις, και θέσπισε πράγματι σαρωτικές μειώσεις στους φόρους για τις εταιρείες και για (τους πλουσιότερους) Αμερικανούς, με το συνολικό κόστος των αλλαγών να ανέρχεται σε 1,5 τρισ. δολάρια για 10 χρόνια.
Και είναι αλήθεια ότι η οικονομία τα πηγαίνει καλά στον πρώτο χρόνο της θητείας του. Η χρηματιστηριακή αγορά, όπως συχνά καυχιέται ο Τραμπ, έχει φτάσει σε νέα υψηλά επίπεδα, με τον δείκτη Dow Jones στις 25.000 μονάδες. Η ανεργία, η οποία ανερχόταν στο 4,8%, όταν ανέλαβε καθήκοντα, έπεσε στο 17ετές χαμηλό 4,1%. Οι στατιστικές που δείχνουν ισχυρή ανάπτυξη μεταφράζονται σε νέα επίπεδα οικονομικής αισιοδοξίας.
Φυσικά, όλοι αυτοί οι λαμπεροί αριθμοί αντιπροσωπεύουν τη συνέχιση τάσεων που ξεκίνησαν στα χρόνια του Ομπάμα –γεγονός που φαίνεται να αναγνωρίζει η πλειοψηφία του έθνους. Πρόσφατη έρευνα έδειξε ότι το 66% του κοινού πιστεύει ότι η οικονομία είναι σε «άριστη ή καλή κατάσταση», αλλά μόνο το 40% των Αμερικανών πιστώνει αυτή την επιτυχία στον Τραμπ.

Οι μεγάλες ήττες για το Obamacare και το Μεταναστευτικό

Αν θέλουμε να κάνουμε έναν σύντομο απολογισμό της εσωτερικής πολιτικής του, ο Τραμπ πέτυχε κάποια θετικά αποτελέσματα στη βελτίωση της απασχόλησης και της ανάπτυξης, αλλά οι μεγάλες μεταρρυθμίσεις που υποσχέθηκε να υλοποιήσει ως πρόεδρος έχουν βαλτώσει στο Κογκρέσο.

Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα είναι η αδυναμία του να καταργήσει το πρόγραμμα πρόσβασης στη δημόσια υγεία για εκατομμύρια Αμερικανούς. Επειτα από σειρά αποτυχημένων προσπαθειών των Ρεπουμπλικανών να δώσουν τέλος στο Obamacare στο Κογκρέσο, ο Τραμπ υπέγραψε εκτελεστική εντολή, που απορρυθμίζει μερικώς το σημαντικότερο νομοθέτημα του προκατόχου του.
Ως ήττα του Τραμπ καταγράφεται και η μεταρρύθμιση για τους μετανάστες που από τις πρώτες ημέρες ανάληψης των καθηκόντων του ήταν ψηλά στην ατζέντα. Το προεδρικό διάταγμα που υπέγραψε για την απαγόρευση εισόδου πολιτών από επτά μουσουλμανικές χώρες προκάλεσε χάος στα αεροδρόμια και πάγωσε από την αμερικανική Δικαιοσύνη, η οποία ακύρωσε μία από τις βασικές προεκλογικές δεσμεύσεις του. Οσο για το διαβόητο τείχος στα σύνορα με το Μεξικό, έχει μείνει στα χαρτιά με αμφίβολη τη χρηματοδότηση, που θα προέλθει βέβαια από τους αμερικανούς φορολογουμένους, και όχι από το Μεξικό.
Στα τέλη του 2017 ο Τραμπ καυχήθηκε ότι έχει υπογράψει περισσότερους νόμους από οποιονδήποτε προηγούμενο πρόεδρο. Αν και ο ισχυρισμός αυτός είναι άλλο ένα ψέμα – οι 94 νόμοι του κατατάσσονται πολύ πίσω από τους 684 του Τζον Φ. Κένεντι –, έκλεισε τη χρονιά με ένα σημαντικό νομοθετικό επίτευγμα.
Ο Τραμπ είχε υποσχεθεί φορολογικές περικοπές για τα άτομα και τις επιχειρήσεις, και θέσπισε πράγματι σαρωτικές μειώσεις στους φόρους για τις εταιρείες και για (τους πλουσιότερους) Αμερικανούς, με το συνολικό κόστος των αλλαγών να ανέρχεται σε 1,5 τρισ. δολάρια για 10 χρόνια.
Και είναι αλήθεια ότι η οικονομία τα πηγαίνει καλά στον πρώτο χρόνο της θητείας του. Η χρηματιστηριακή αγορά, όπως συχνά καυχιέται ο Τραμπ, έχει φτάσει σε νέα υψηλά επίπεδα, με τον δείκτη Dow Jones στις 25.000 μονάδες. Η ανεργία, η οποία ανερχόταν στο 4,8%, όταν ανέλαβε καθήκοντα, έπεσε στο 17ετές χαμηλό 4,1%. Οι στατιστικές που δείχνουν ισχυρή ανάπτυξη μεταφράζονται σε νέα επίπεδα οικονομικής αισιοδοξίας.
Φυσικά, όλοι αυτοί οι λαμπεροί αριθμοί αντιπροσωπεύουν τη συνέχιση τάσεων που ξεκίνησαν στα χρόνια του Ομπάμα – γεγονός που φαίνεται να αναγνωρίζει η πλειοψηφία του έθνους. Πρόσφατη έρευνα έδειξε ότι το 66% του κοινού πιστεύει ότι η οικονομία είναι σε «άριστη ή καλή κατάσταση», αλλά μόνο το 40% των Αμερικανών πιστώνει αυτή την επιτυχία στον Τραμπ.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ