Το 2018 βρίσκει την ΕΕ αντιμέτωπη με δύο μεγάλες προκλήσεις –στην Αυστρία και στην Πολωνία. Στην πρώτη, η ΕΕ καλείται να δείξει πώς θα αντιμετωπίσει τη συμμετοχή του ακροδεξιού Κόμματος της Ελευθερίας (FPO) στον κυβερνητικό συνασπισμό, και μάλιστα με κορυφαία υπουργεία και την αντικαγκελαρία. Μέχρι στιγμής η ευρωπαϊκή αντίδραση υπήρξε πολύ υποτονική, με τον πρόεδρο της Επιτροπής Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ να δηλώνει ότι δεν έχει «προκατάληψη» εναντίον της νέας αυστριακής κυβέρνησης και ότι θα την κρίνει με βάση τις ενέργειές της. Το «αυστριακό ζήτημα» θα απασχολήσει την ΕΕ όλο το 2018, καθώς η Βιέννη θα αναλάβει την εκ περιτροπής προεδρία τής ΕΕ το δεύτερο εξάμηνο και δηλώνει ότι θα προωθήσει αυστηρότερα μέτρα για τη μετανάστευση.
Στην Πολωνία, η ΕΕ αντιμετωπίζει την πρόκληση του πώς θα επιβάλει κυρώσεις σε μια κυβέρνηση που, αγνοώντας τις επανειλημμένες εκκλήσεις των Βρυξελλών, νομοθέτησε μέτρα τα οποία καταλύουν την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης και τη θέτουν υπό κυβερνητικό έλεγχο. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρότεινε να επιβληθούν στη Βαρσοβία κυρώσεις που θα της αφαιρέσουν το δικαίωμα ψήφου στις ευρωπαϊκές διαδικασίες. Τέτοιες κυρώσεις δεν έχουν υιοθετηθεί ποτέ στο παρελθόν εναντίον ενός κράτους-μέλους και είναι αμφίβολο αν θα επιβληθούν στην περίπτωση της Πολωνίας, διότι μπορούν να παγώσουν από το βέτο οποιουδήποτε εταίρου.
Το πώς θα αντιμετωπίσει η ΕΕ τη νέα κυβέρνηση στην Αυστρία και το έλλειμμα δημοκρατίας στην Πολωνία θα δώσει τον τόνο για την αντιμετώπιση και άλλων παρόμοιων ζητημάτων στην Ευρώπη. Ηδη έχει εφευρεθεί ο όρος «δημοκρατορία» (από τις λέξεις δημοκρατία και δικτατορία) για να περιγράψει το ολίσθημα προς τον αυταρχισμό κρατών που έχουν δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση.
Η συμμετοχή του FPO στην αυστριακή κυβέρνηση χαιρετίστηκε με ενθουσιασμό από τα υπόλοιπα ακροδεξιά κόμματα της Ευρώπης. Κυρίως στην Τσεχία, την Ουγγαρία, την Πολωνία και τη Σλοβακία –τις χώρες του Βίσεγκραντ -, όπου επικρατεί η αντιμεταναστευτική, ρατσιστική ρητορική και βλέπουν στην Αυστρία έναν νέο ισχυρό σύμμαχο. Η Βιέννη ανακοίνωσε ότι, όταν θα αναλάβει την προεδρία της ΕΕ, θα διοργανώσει μια ευρωπαϊκή σύνοδο με στόχο την υιοθέτηση σκληρότερης γραμμής στο Μεταναστευτικό σε πανευρωπαϊκό επίπεδο. Αυτό είναι ιδιαιτέρως ανησυχητικό για την Ελλάδα, η οποία δέχεται σήμερα τις μεγαλύτερες μεταναστευτικές ροές.
Σύμφωνα με τον αυστριακό πολιτικό αναλυτή Τόμας Χόφερ, το FPO υπήρξε καθοριστικό στο να επιβάλει την ακροδεξιά ατζέντα, όχι μόνο στην Αυστρία αλλά και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, την πρώτη φορά που συμμετείχε στην αυστριακή κυβέρνηση, το 2000, με αρχηγό τον Γεργκ Χάιντερ. «Εσπασε το μεγάλο ταμπού το 2000. Εφερε στο προσκήνιο πολλά ζητήματα για τα οποία δεν μπορούσαμε να μιλήσουμε ανοιχτά τότε και σήμερα ανήκουν στην επικρατούσα δημόσια συζήτηση σε όλη την Ευρώπη. Καθόρισε την ατζέντα με το θέμα της μετανάστευσης και το λαϊκιστικό ύφος» είπε μιλώντας στο BBC.
Στα κράτη-μέλη υψώνονται φωνές που καλούν τους υπουργούς 27 να μποϊκοτάρουν τις συναντήσεις με τους ομολόγους τους, αν πρόκειται να συμμετάσχει σε αυτές υπουργός του FPO, πόσω μάλλον να προεδρεύσει στο δεύτερο εξάμηνο του 2018. Η Ευρώπη, όμως, ως σύνολο αλλά και καθένας από τους εταίρους χωριστά διστάζουν να αντιδράσουν δυναμικά στο FPO.
Αλλά και στην Πολωνία, όπου η ευρωπαϊκή αντίδραση ήταν δυναμική λόγω της κατάλυσης της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης και της απομάκρυνσης από τις ευρωπαϊκές αρχές της δημοκρατίας, η έκβαση παραμένει αμφίβολη.
Επικαλούμενη τον «σαφή κίνδυνο σοβαρής παραβίασης του κράτους δικαίου», η Επιτροπή πρότεινε στο Συμβούλιο των αρχηγών κρατών και κυβερνήσεων να εκδώσει απόφαση σύμφωνα με το Αρθρο 7, παράγραφο 1, της Συνθήκης της Λισαβόνας. Η πρόταση αυτή ήρθε ύστερα από δύο χρόνια παραβιάσεων από τη Βαρσοβία και προειδοποιήσεων από τις Βρυξέλλες. Πρέπει πρώτα να εγκριθεί με πλειοψηφία δύο τρίτων από την Ευρωβουλή, πράγμα εφικτό, και στη συνέχεια να υιοθετηθεί με πλειοψηφία τεσσάρων πέμπτων (δηλαδή 22 από τα 27 μέλη) από το Συμβούλιο, το οποίο θα αποδειχθεί πιο προβληματικό.Ο Αλέν Ντοβέρν από το Ινστιτούτο Ζακ Ντελόρ εξηγεί στο «Βήμα» ότι το Αρθρο 7 μπορεί να στερήσει από ένα κράτος-μέλος το δικαίωμα ψήφου στα ευρωπαϊκά όργανα, αλλά είναι τόσο δύσκολο να εφαρμοστεί, που τελικά δεν έχει κανένα αποτρεπτικό αποτέλεσμα. Το θέμα είχε ξαναπροκύψει όταν το FPO του Χάιντερ συμμετείχε στην αυστριακή κυβέρνηση, αλλά οι κυρώσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο αποδείχθηκαν τόσο πολύπλοκες, που οι 14 (τότε) αποφάσισαν να υιοθετήσουν διμερείς διπλωματικές κυρώσεις εναντίον της Βιέννης (τον Φεβρουάριο του 2000, με μικρό αποτέλεσμα, και τις ήραν τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους).
Η κυριότερη δυσκολία εφαρμογής του Αρθρου 7, σύμφωνα με τον κ. Ντοβέρν, έγκειται στο ότι, αν έστω και ένα κράτος-μέλος υποστηρίξει την Πολωνία βάζοντας βέτο, η διαδικασία παγώνει. Είναι βέβαιο ότι η Ουγγαρία θα θέσει βέτο. Μια λύση θα ήταν η ΕΕ να ενεργοποιήσει το Αρθρο 7 για την Πολωνία και την Ουγγαρία μαζί, καθώς οι κατηγορούμενες χώρες δεν έχουν δικαίωμα ψήφου και βέτο, αλλά κάτι τέτοιο είναι μάλλον απίθανο. Πιο εφικτό θα ήταν η ΕΕ να συνδέσει τη χορήγηση ευρωπαϊκών κονδυλίων στην Πολωνία (που ανέρχονται περίπου στο 17% του ετήσιου πολωνικού ΑΕΠ) με τον σεβασμό των ευρωπαϊκών αρχών.
Οπως όμως έδειξε η εμπειρία από την ευρωπαϊκή μεταναστευτική πολιτική, ούτε αυτό είναι εύκολο. Η Επιτροπή προσπαθεί επί μήνες να τιμωρήσει την Πολωνία, την Ουγγαρία και την Τσεχία επειδή δεν πήραν τους πρόσφυγες που είχε συμφωνηθεί ότι τους αναλογούν, το πρόγραμμα της μετεγκατάστασης προσφύγων ολοκληρώθηκε τον Σεπτέμβριο, οι τρεις χώρες δεν συμμορφώθηκαν και οι Βρυξέλλες ακόμη κραδαίνουν την απειλή της στέρησης ευρωπαϊκών κονδυλίων.
Το 2018 θα είναι καθοριστικό για το αν η ΕΕ θα μπορέσει να στείλει ένα σαφές μήνυμα στα κράτη-μέλη ότι η κατάλυση των ευρωπαϊκών συνθηκών και αρχών έχει κόστος ή αν, ενθαρρυμένες από την αδυναμία των Βρυξελλών να αντιδράσουν, οι κυβερνήσεις της Τσεχίας, της Ουγγαρίας, της Σλοβακίας και της Ρουμανίας θα ολισθήσουν ακόμη μακρύτερα από τη δημοκρατία, καθιερώνοντας τη «δημοκρατορία» στην ΕΕ.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ