Ενας σημαντικός οργανισμός της ομογένειας, το American-Hellenic Institute (AHI, Ελληνο-Αμερικανικό Ινστιτούτο), εργάζεται εδώ και περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες για τη σύσφιξη των δεσμών μεταξύ Ελλάδας, Κύπρου και Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής. Το πολύπλευρο έργο του ως προς την επαφή και ενημέρωση των αμερικανικών θεσμικών παραγόντων για καίρια ζητήματα πολιτικού χαρακτήρα που απασχολούν τόσο την ελληνοαμερικανική κοινότητα όσο και τις κοινωνίες της Ελλάδας και της Κύπρου μάς εξηγεί ο πρόεδρός του, Νίκος Λαρυγγάκης.

Κύριε Λαρυγγάκη, ποιο είναι το πλαίσιο της δραστηριότητας του American-Hellenic Institute, τι κάνει, δηλαδή, και ποιοι είναι οι σκοποί του;
«Ο βασικός σκοπός του American-Hellenic Institute (AHI) είναι η ενδυνάμωση των σχέσεων μεταξύ Αμερικής – Ελλάδας και Αμερικής – Κύπρου. Η οργάνωση ιδρύθηκε άλλωστε το 1974 μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, το θέμα της οποίας εξακολουθεί να αποτελεί μέρος του πυρήνα της αποστολής του ινστιτούτου, ως θεσμικoύ λόμπι. Δηλαδή ως ένας μόνιμος οργανισμός με ανθρώπους που θα συνεργάζονται καθημερινά, επαγγελματικά, όχι μια ομάδα που θα ενεργοποιείται συγκυριακά, σε περιόδους κρίσεων. Να πω όμως εδώ ότι εμείς δεν εκφραζόμαστε ως «ελληνικό λόμπι», αυτός ο χαρακτηρισμός θα ήταν κάπως ανακριβής. Εκφραζόμαστε πάντα ως αμερικανοί πολίτες, όχι ως εκπρόσωποι της ελληνικής ή της κυπριακής κυβέρνησης. Στις επαφές μας με τον Λευκό Οίκο ή το Κογκρέσο ή το Στέιτ Ντιπάρτμεντ τονίζουμε ότι οι απόψεις μας έχουν ως βάση τα αμερικανικά συμφέροντα στην ευρύτερη περιοχή, που πιστεύουμε όμως ότι ταυτίζονται με εκείνα της Ελλάδας και της Κύπρου».
Στη σημερινή συγκυρία τι φροντίζετε να αναδεικνύετε κατά προτεραιότητα στις επαφές σας;
«Ενημερώνουμε την πολιτική ηγεσία και τις διάφορες πολιτικές αρχές της Αμερικής, τα think tanks, τον Τύπο για την πραγματικότητα της περιοχής και το τι ακριβώς προσφέρουν στη σταθερότητα και την ειρήνη της η Ελλάδα και η Κύπρος σε αντίθεση με την Τουρκία. Η Τουρκία δημιουργεί συμμαχίες με τη Ρωσία, το Ιράν, την Κίνα, η Ελλάδα με το Ισραήλ και την Κύπρο, ενώ είναι σταθερός σύμμαχος των ΗΠΑ με κοινές αξίες και κοινά συμφέροντα. Επειδή κατά καιρούς, λοιπόν, έχουμε αντιληφθεί ότι αυτά δεν είναι πλήρως γνωστά στην Ουάσιγκτον, η στρατηγική μας είναι να τα καθιστούμε σαφή. Για παράδειγμα, φροντίζουμε να δείχνουμε πάντα πόσο σημαντική είναι η βάση της Σούδας για την αμερικανική παρουσία στην περιοχή. Αναδεικνύουμε το συνεχιζόμενο πρόβλημα της Κύπρου, την κατοχή, τους 43.000 τούρκους στρατιώτες που εξακολουθούν να βρίσκονται εκεί. Οταν Ελληνες, Κύπριοι ή Τούρκοι υπουργοί επισκέπτονται την Ουάσιγκτον ενημερώνουμε το γραφείο του αμερικανού προέδρου για θέματα που μπορούν να τεθούν, το ίδιο κάνουμε και με τα γραφεία ιθυνόντων της αμερικανικής κυβέρνησης πριν από τα ταξίδια τους στις αντίστοιχες χώρες».

Σε ένα μεταβαλλόμενο κοινωνικό και πολιτικό περιβάλλον, ποιες πρωτοβουλίες πρέπει να έχει ένας οργανισμός, όπως το American-Hellenic Institute, προκειμένου να υπηρετεί αποτελεσματικά τις ανάγκες τις ελληνοαμερικανικής κοινότητας;
«Να σας δώσω ένα παράδειγμα. Εδώ και δέκα χρόνια με προσωπική μου πρωτοβουλία αρχίσαμε ένα νέο φοιτητικό πρόγραμμα. Βλέποντας ότι οι μεικτοί γάμοι πια φτάνουν το 80%-90% και έχοντας φτάσει στην τέταρτη και παραπάνω γενιά Ελληνοαμερικανών, είναι γεγονός ότι αλλάζει η μορφή της ελληνικής κοινότητας. Είμαι αισιόδοξος ότι αυτό δεν πρόκειται να επηρεάσει ούτε τη θρησκεία ούτε την κουλτούρα, αυτή είναι ζωντανή και θα συνεχίσει να είναι, το βλέπω από τις εκδηλώσεις σε σχολεία, πολιτιστικούς συλλόγους, εκκλησίες. Χάνουμε ίσως όμως την επαφή με τα θέματα που συζητούμε τώρα, γιατί οι νεότερες γενιές δεν γνωρίζουν από πρώτο χέρι πόσο σημαντικά είναι. Με το πρόγραμμά μας στο American-Hellenic Institute δεν πιστεύουμε βέβαια ότι σώζουμε την κατάσταση, απλώς κάνουμε μια αρχή φέρνοντάς τους σε επαφή με τις αρχές της αμερικανικής κυβέρνησης, την Κύπρο και την Ελλάδα. Επισκεπτόμαστε το Στέιτ Ντιπάρτμεντ, το Κογκρέσο και τον Λευκό Οίκο στην Ουάσιγκτον, πηγαίνουμε στην Κύπρο, στα Κατεχόμενα, συναντάμε τον Αρχιεπίσκοπο, πηγαίνουμε στην παραλία της Αμμοχώστου, στην Ελλάδα βλέπουμε τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ενημερωνόμαστε στο επιτελείο Εθνικής Αμυνας, κατεβαίνουμε στη βάση της Σούδας, πολύ σημαντική για την αμερικανική παρουσία στη Μεσόγειο, μιλάμε για τα ζητήματα της περιοχής με τους υπευθύνους του υπουργείου Εξωτερικών. Είναι ένα πολύ επιτυχημένο πρόγραμμα, πολλά παιδιά από αυτά έχουν δουλέψει στη συνέχεια στο Κογκρέσο, σε think tanks και σε άλλα τέτοια πλαίσια και δημιουργούμε πρεσβευτές για να συνεχίσουν το έργο μας στο μέλλον».

Είχατε επισημάνει στην αρχή της διακυβέρνησης Τραμπ ότι «πρέπει να επιμορφώσουμε τη νέα κυβέρνηση και το νέο Κογκρέσο για τα ζητήματά μας». Εναν σχεδόν χρόνο μετά, πώς βλέπετε τη συνεργασία σας;
«Αρκετά καλή. Για μένα είναι σημαντικό να ακούω από στελέχη της αμερικανικής κυβέρνησης ότι οι σχέσεις μεταξύ Ελλάδας και Ηνωμένων Πολιτειών αυτή τη στιγμή είναι άριστες. Και η συζήτηση όταν ήρθε ο πρωθυπουργός στην Ουάσιγκτον ήταν πολύ θετική. Από εκεί και πέρα ελπίζουμε, και γνωρίζω ότι υπάρχει μια κίνηση, να βοηθήσουν στο επενδυτικό κομμάτι. Οι ΗΠΑ θα είναι η τιμώμενη χώρα στην επόμενη Διεθνή Εκθεση Θεσσαλονίκης, κάτι το οποίο βλέπουν πολύ σοβαρά εδώ, και υπάρχει διάθεση για προβολή και προώθηση αμερικανικών επενδύσεων στη διάρκεια των δύο εκείνων εβδομάδων».

«Η Ελλάδα βρίσκεται σε μια δύσκολη γειτονιά»

Πώς βλέπετε τη σημερινή ισορροπία της Ελλάδας σε μια περιοχή που πλήττεται από συνεχιζόμενη αστάθεια τα τελευταία χρόνια;
«Δεν είναι κρυφό ότι η Ελλάδα βρίσκεται σε μια δύσκολη και επικίνδυνη γειτονιά. Αν δεις το λεγόμενο “τόξο της αστάθειας”, χονδρικά από τη Συρία ως την Αλβανία, υπάρχουν “καυτά σημεία” σε απόσταση μερικών εκατοντάδων χιλιομέτρων από την Αθήνα. Η Ελλάδα ουσιαστικά είναι παράγοντας σταθερότητας στην περιοχή, κάτι που πρέπει να τονίζεται, και διατηρεί την ισορροπία της με τις αμυντικές της δαπάνες. Υπάρχει εδώ ένα παράπονο που έχουμε ως προς την αμερικανική στάση που δεν είναι πιο ανοιχτά αυστηρή κατά των τουρκικών παραβιάσεων. Γιατί αυτές, για παράδειγμα, μπορούν να αποβούν παράγοντας αστάθειας, και όχι μόνο αυτό, αλλά για μια χώρα σε κρίση, όπως η Ελλάδα, η αντιμετώπισή τους σημαίνει επιπλέον οικονομικό κόστος. Αυτό που μας λέγεται όταν το επισημαίνουμε είναι ότι το ζήτημα τίθεται, αλλά εγώ λέω ότι πρέπει κάτι τέτοιο να γίνεται ανοιχτά, πιστεύω ότι η τουρκική κυβέρνηση θα αντιδρούσε πιο θετικά σε ανοιχτές πιέσεις παρά στις κρυφές».

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ