Δεν αποτελούν ούτε την «επανάσταση» που υποσχόταν ο Εμανουέλ Μακρόν ούτε τον «εργασιακό μεσαίωνα» για τον οποίο μιλούσε η αριστερή αντιπολίτευση. Η εργατική μεταρρύθμιση για τις ιδιωτικές εταιρείες, την οποία έδωσε στη δημοσιότητα η γαλλική κυβέρνηση την Πέμπτη, ύστερα από τρίμηνη διαβούλευση με τους κοινωνικούς εταίρους, δίνει μεγαλύτερη ευελιξία στις επιχειρήσεις αλλά περιέχει και μερικές παραχωρήσεις προς τα συνδικάτα.
Η μεταρρύθμιση αυτή αποτελεί το πρώτο μεγάλο τεστ του Μακρόν, του οποίου η δημοτικότητα έχει πέσει στο 40% (σύμφωνα με δημοσκόπηση της Ifop την περασμένη Κυριακή). Θα ακολουθήσουν και άλλα «καυτά» ζητήματα που θα ανοίξουν το φθινόπωρο και στις αρχές του 2018, όπως η ψήφιση του προϋπολογισμού (πρέπει, μεταξύ άλλων, να μειωθούν οι δημόσιες δαπάνες κατά 20 δισ. ευρώ), η μεταρρύθμιση των επιδομάτων ανεργίας (θα αρχίσει στο τέλος Σεπτεμβρίου, για να ολοκληρωθεί την άνοιξη του 2018 και μπορεί να αποδειχθεί δυσκολότερη απ’ όσο φαίνεται εκ πρώτης όψεως), η ενοποίηση του συνταξιοδοτικού συστήματος (το πιο «εκρηκτικό» ζήτημα που θα ανοίξει εντός του 2018) και η αλλαγή του τρόπου εισαγωγής στα πανεπιστήμια (οι διαβουλεύσεις έχουν ξεκινήσει, οι προτάσεις θα παρουσιαστούν τον Οκτώβριο και το νέο σύστημα θα ισχύσει από το 2018).
Εργασιακές μεταρρυθμίσεις
Η εργασιακή μεταρρύθμιση, που περιλαμβάνεται σε διάταγμα, θα υιοθετηθεί από το υπουργικό συμβούλιο στις 22 Σεπτεμβρίου και θα τεθεί σε ισχύ στα τέλη του μήνα. Το πνεύμα της ευνοεί τις διαπραγματεύσεις σε επίπεδο επιχείρησης ανάμεσα στον εργοδότη και στους εργαζομένους, έναντι των κλαδικών διαπραγματεύσεων με τα συνδικάτα, ιδίως στις μικρές και μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Ανάμεσα στις κυριότερες αλλαγές που εισάγει είναι ότι στις επιχειρήσεις με λιγότερους από 20 εργαζομένους ο ιδιοκτήτης θα μπορεί να λαμβάνει αποφάσεις (π.χ. για τους μισθούς ή το ωράριο εργασίας) και να τις θέτει σε «δημοψήφισμα» ανάμεσα στους εργαζομένους. Το πρόβλημα είναι ότι ένας εργαζόμενος μπορεί να διστάσει να τις καταψηφίσει από τον φόβο μήπως «στιγματιστεί» από τον εργοδότη.
Επίσης, βάζει πλαφόν τους 20 μισθούς στην αποζημίωση για καταχρηστική απόλυση που μπορούν να επιδικάσουν τα εργατοδικεία. Σήμερα το ύψος της αποζημίωσης είναι στη διακριτική ευχέρεια των εργατοδικείων. Με τον νέο νόμο, μπαίνει πλαφόν από έναν μισθό για λιγότερα από δύο χρόνια εργασίας και τρεις μισθούς για διετή εργασία, ως 20 μισθούς για 30ετή εργασία (εξαιρούνται οι απολύσεις για λόγους διακρίσεων ή αν έχουν παραβιαστεί κατάφωρα τα εργασιακά δικαιώματα).

Οι νέες αποζημιώσεις
Για να χρυσώσει το χάπι στα συνδικάτα, ο Μακρόν αύξησε την κανονική αποζημίωση απόλυσης από 20% του μισθού για κάθε χρόνο στην εταιρεία σε 25%. Επίσης εισήγαγε μέτρα που ενισχύουν τον συνδικαλισμό, όπως τη δυνατότητα σχετικής εκπαίδευσης για όσους εργαζομένους το επιθυμούν, καθώς και εγγυήσεις για την εξέλιξη της καριέρας των εκλεγμένων συνδικαλιστών.
Ο γάλλος πρόεδρος πέτυχε τον σκοπό του: το μεγαλύτερο συνδικάτο της Γαλλίας, το CFDT, δεν θα συμμετάσχει στη διαδήλωση που διοργανώνει το δεύτερο μεγαλύτερο, το CGT, στις 12 Σεπτεμβρίου. Οπως δεν θα συμμετάσχει ούτε το μικρότερο Force Ouvriere.
Δική του διαδήλωση προγραμματίζει ο Ζαν-Λικ Μελανσόν και το κίνημά του Ανυπότακτη Γαλλία, που θα κατεβούν στους δρόμους για τα εργασιακά στις 23 Σεπτεμβρίου –για να αγωνιστούν κατά του «κοινωνικού πραξικοπήματος», όπως αποκαλεί τη μεταρρύθμιση ο Μελανσόν. Και μόνο το γεγονός ότι θα πραγματοποιηθούν δύο χωριστές διαδηλώσεις για το ίδιο ζήτημα δείχνει πως η Αριστερά δεν μπορεί να συντονιστεί μεταξύ της, γεγονός το οποίο ευνοεί τον Μακρόν.
Ευελιξία σε Δημόσιο – επιχειρήσεις, αλλά και γερό δίχτυ ασφαλείας
Οι Γάλλοι, σε μεγάλο βαθμό χαμηλόμισθοι και με επισφαλή εργασία, διαθέτουν ακόμη ένα καλό κοινωνικό «δίχτυ ασφαλείας» που όμοιό του η Ελλάδα δεν διέθετε ούτε στην προ κρίσης εποχή. Την κατάσταση των γάλλων εργαζομένων εξηγεί μιλώντας στο «Βήμα» η Φωτεινή Γκιουζέπη, η οποία ζει σχεδόν 30 χρόνια στο Παρίσι και τα τελευταία έξι χρόνια εργάζεται για το γαλλικό Δημόσιο ως συντονίστρια εξεταστικού κέντρου της γαλλικής γλώσσας (για μετανάστες, φοιτητές κ.λπ.).

«Οποιοσδήποτε έχει εργαστεί για τουλάχιστον έξι μήνες δικαιούται επίδομα ανεργίας ίσο με το 60% των μεικτών αποδοχών του» λέει η κυρία Γκιουζέπη –η διαφορά μεταξύ μεικτών και καθαρών αποδοχών στη Γαλλία κυμαίνεται γύρω στο 20%. Αν έχει δύο δουλειές και απολυθεί από τη μία, πάλι δικαιούται επίδομα ανεργίας ώσπου να καλύψει το 60% των μεικτών αποδοχών του προ απόλυσης από τη μία δουλειά. Αν βρει δουλειά μετά την απόλυση, πάλι δικαιούται επίδομα ανεργίας ώσπου να καλύψει το 60% των μεικτών αποδοχών του προ απόλυσης. Το επίδομα δίνεται για τα μισά απ’ όσα ήταν τα χρόνια εργασίας (αν εργαζόταν οκτώ χρόνια, θα λαμβάνει επίδομα ανεργίας για τέσσερα χρόνια).

«Οι επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα αποφεύγουν τη μονιμότητα και προτιμούν να προσλαμβάνουν με συμβάσεις ορισμένου χρόνου διότι έχουν μεγαλύτερη ευελιξία απόλυσης. Αν για παράδειγμα μια επιχείρηση αναλάβει ένα έργο που θα διαρκέσει τρία χρόνια, θα προσλάβει υπαλλήλους με τριετείς συμβάσεις εργασίας. Ο νόμος δεν επιτρέπει περισσότερες από τρεις συνεχόμενες ανανεώσεις συμβάσεων ορισμένου χρόνου στον ιδιωτικό τομέα. Στην τέταρτη, ο εργαζόμενος πρέπει να γίνει μόνιμος. Στην πράξη όμως, πάρα πολλοί εργοδότες αφήνουν ένα κενό λίγων ημερών ανάμεσα στις ανανεώσεις προκειμένου να μη θεωρούνται συνεχόμενες και να μην υποχρεωθούν να προσλάβουν τον εργαζόμενο με σύμβαση αορίστου χρόνου. Επίσης, ενώ είναι θεσμοθετημένο το 35ωρο, πολλές εταιρείες λένε στους εργαζομένους: «Αν συνεχίσετε με 35ωρο, θα κλείσουμε, ενώ αν δεχθείτε να εργάζεστε 42ωρο με τα ίδια χρήματα, θα διατηρήσετε τις θέσεις εργασίας σας». Πολλοί εργαζόμενοι το δέχονται, ιδίως οι μετανάστες που έχουν ανάγκη, και έτσι επιδεινώνονται οι συνθήκες εργασίας, ενώ παράλληλα αποδυναμώνονται τα συνδικάτα».
Αλλά και στο Δημόσιο δίνουν και παίρνουν οι συμβασιούχοι. Η κυρία Γκιουζέπη έχει σύμβαση ενός χρόνου που έχει ανανεωθεί έξι φορές (στην υπηρεσία όπου εργάζεται, η οποία υπάγεται στο υπουργείο Παιδείας, μόνιμοι είναι περίπου το 50% και οι υπόλοιποι συμβασιούχοι).
Ως πριν από έναν χρόνο, προτού εφαρμοστεί ο νόμος «Ελ Κομρί» για τα εργασιακά (από το όνομα της υπουργού Εργασίας του Φρανσουά Ολάντ), η μονιμότητα στο Δημόσιο ήταν υποχρεωτική ύστερα από έξι χρόνια, σήμερα είναι προαιρετική. Ο νόμος «Ελ Κομρί» εισήγαγε και την έννοια του «συμβολαίου για έναν σκοπό» στον ιδιωτικό τομέα, δηλαδή γιαμια συγκεκριμένη δουλειά, π.χ. σε ένα εργοστάσιο: αν η δουλειά αυτή παύει να υφίσταται, ο υπάλληλος παύει να εργάζεται χωρίς να λάβει αποζημίωση. Τα πράγματα αναμένεται να «σφίξουν» με τη μεταρρύθμιση Μακρόν.
Οσο για τους μισθούς, έχουν πάρει προ πολλού την κατιούσα. Η κυρία Γκιουζέπη δίνει δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα: «Πριν από 15 χρόνια εργαζόμουν στην Εθνική Βιβλιοθήκη ως συμβασιούχος με τον κατώτατο μισθό. Πρόσφατα συνάντησα μια συνάδελφό μου από τότε και μέχρι σήμερα έχει ακριβώς το ίδιο συμβόλαιο, που ανανεώνεται με τον ίδιο κατώτατο μισθό!».

«Ο βασικός μισθός σήμερα στη Γαλλία είναι 1.450 ευρώ μεικτά (γύρω στα 1.200 ευρώ καθαρά). Το 1992 εργαζόμουν ως γραμματέας σε ιδιωτική επιχείρηση και κέρδιζα 10.000 φράγκα, δηλαδή 1.500 ευρώ καθαρά. Σήμερα, 25 χρόνια αργότερα, κερδίζω σχεδόν τα ίδια τα ίδια λεφτά ενώ μια γραμματέας παίρνει τον βασικό. Εξοργίστηκα τον Αύγουστο που ήμουν στην Ελλάδα και έβλεπα στα ρεπορτάζ της τηλεόρασης επιχειρηματίες να παραπονιούνται ότι οι τουρίστες εφέτος δεν ξοδεύουν πολλά χρήματα. Μα σήμερα κανείς δεν έχει λεφτά και όλοι προσέχουν: οι Γάλλοι δεν βγαίνουν έξω για διασκέδαση εκτός από ειδικές περιπτώσεις. Η κρίση είναι παντού, όπως και οι χαμηλόμισθοι».
Τα καλά του γαλλικού συστήματος

«Το καλό του γαλλικού συστήματος είναι το εξής: η κοινωνική ασφάλιση είναι φτιαγμένη για να βοηθάει πραγματικά όσους έχουν ανάγκη. Φίλος μου που είχε μισθό 2.500 ευρώ και σταμάτησε να εργάζεται 40 ετών ως μακροχρόνια ασθενής θα λαμβάνει από το αντίστοιχο γαλλικό ΙΚΑ ολόκληρο τον μισθό του ως τα 60 του χρόνια. Οταν ο αδελφός μου στην Ελλάδα έσπασε το πόδι του και έμεινε ακίνητος περίπου έναν χρόνο, έπαιρνε από το (ελληνικό) ΙΚΑ το ένα εικοστό του μισθού του. Στη Γαλλία, η κοινωνική ασφάλιση καλύπτει σε όλους τους εργαζομένους το 70% των ιατρικών εξόδων τους».
Παράλληλα υπάρχει και το Ταμείο Οικογενειακών Επιδομάτων (CAF) που βοηθάει τους πιο ευάλωτους – «για παράδειγμα, δίνει «διατροφή» σε μια μητέρα που μεγαλώνει μόνη το παιδί της και μετά κυνηγάει τον πατέρα για να απαιτήσει το ποσό. Στις έγκυες με χαμηλό εισόδημα δίνει μηνιαίο επίδομα. Στους χαμηλόμισθους, επιδοτεί το ενοίκιο. Κάθε Αύγουστο, όλοι οι γονείς ανεξαιρέτως που έχουμε παιδιά στο σχολείο παίρνουμε 300 ευρώ για να αγοράσουμε τα σχολικά. Κάθε οικογένεια πηγαίνει στο δημαρχείο και την κατατάσσουν σε μια βαθμίδα ανάλογα με τα εισοδήματά της. Οταν η κόρη μου τρώει στην καντίνα του λυκείου της, πληρώνει ανάλογα με την οικογενειακή μας βαθμίδα».

«Κάθε πολίτης που γίνεται 26 χρονών και δεν έχει εισόδημα λαμβάνει το λεγόμενο Εισόδημα Ενεργού Αλληλεγγύης (RSA) που ισούται με 400-500 ευρώ τον μήνα συν όλες τις υπόλοιπες βοήθειες (επιδότηση ενοικίου κ.λπ.) συν δωρεάν κάρτα απεριορίστων διαδρομών (και για τα παιδιά του) συν 100% ιατρική κάλυψη. Πολλοί επωφελούνται από αυτά τα επιδόματα ενώ παράλληλα εργάζονται με μαύρα –όχι μόνο ξένοι αλλά και Γάλλοι. Εχω φίλη Γαλλίδα που ζει επί 20 χρόνια με το RSA, πληρώνει 80 ευρώ για (επιδοτούμενο) τεσσάρι με θέα στο ποτάμι (ενώ μέσα στο Παρίσι ένα δυάρι 25 τ.μ. έχει ενοίκιο 1.200 ευρώ) και δουλεύει με μαύρα. Και εμένα με βοήθησε πολύ το γαλλικό κράτος όταν γέννησα την κόρη μου και ήμουν άνεργη. Τόσο πολύ που περίμενα να βρω δουλειά για να πληρώσω τους φόρους μου με ευγνωμοσύνη!» καταλήγει η κυρία Γκιουζέπη.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ