Το κόστος του «διαζυγίου» που μπορεί να φθάσει ακόμα και τα 100 δισ. ευρώ, τα δικαιώματα των ευρωπαίων πολιτών στη Βρετανία και οι τελωνειακοί έλεγχοι στα χερσαία σύνορα με την Ιρλανδία είναι οι τρεις προτεραιότητες για τους Ευρωπαίους στις διαπραγματεύσεις που μόλις άρχισαν με τους Βρετανούς για το Βrexit.
Η δραματική αποτυχία της πρωθυπουργού Τερέζα Μέι στις βρετανικές εκλογές στις οποίες έχασε την πλειοψηφία έχει σπείρει νέες αμφιβολίες, περιπλέκοντας το ήδη περίπλοκο Brexit. Σχεδόν έναν χρόνο μετά το δημοψήφισμα για έξοδο από την ΕΕ, οι σκληρές διαπραγματεύσεις άρχισαν τη Δευτέρα 19 Ιουνίου στις Βρυξέλλες με τη συντηρητική Μέι αποδυναμωμένη καθώς θα είναι πλέον επικεφαλής μιας κυβέρνησης μειοψηφίας.
Ούτως ή άλλως, μιλάμε για άλμα στο άγνωστο –δεν έχει υπάρξει προηγούμενο εξόδου κράτους-μέλους από την ΕΕ και μια περιπετειώδης διαπραγμάτευση είναι πιο πιθανή από την ομαλή πρόοδο στα δύο χρόνια που θα κρατήσουν οι συνομιλίες.
Σύμφωνα με το Αρθρο 50, μια συμφωνία διαζυγίου πρέπει να έχει επιτευχθεί έως τα τέλη Μαρτίου 2019, αν και δεν υπάρχει χρονική προθεσμία για μια μακροπρόθεσμη συμφωνία εμπορίου και εταιρικής σχέσης.
Ποια θα είναι η αρχική εστίαση; Πρώτο θέμα, και προτεραιότητα για τους Ευρωπαίους, είναι τα δικαιώματα των πολιτών της ΕΕ που ζουν και εργάζονται στη Βρετανία.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή λέει ότι «θα επιδιώξει να εγγυηθεί τα δικαιώματα τόσο των πολιτών της ΕΕ στη Βρετανία όσο και των πολιτών του Ηνωμένου Βασιλείου στην ΕΕ, καθώς και των οικογενειών τους (ανεξαρτήτως ιθαγένειας)». Αναφέρει ότι «αυτό περιλαμβάνει δικαιώματα που θα τεθούν σε ισχύ μόνο στο μέλλον, όπως οι συντάξεις γήρατος».
Περίπου 3,2 εκατομμύρια μη βρετανοί πολίτες της ΕΕ μένουν στο Ηνωμένο Βασίλειο και περίπου 1,2 εκατομμύρια υπήκοοι του Ηνωμένου Βασιλείου ζουν στα υπόλοιπα 27 κράτη-μέλη της ΕΕ.
Η βρετανική κυβέρνηση συμφωνεί ότι η προστασία των δικαιωμάτων των πολιτών πρέπει να αντιμετωπιστεί νωρίς στις συνομιλίες. Αλλά έχει αντισταθεί στις προσκλήσεις για μονομερείς εγγυήσεις για τους πολίτες της ΕΕ που ζουν στο Ηνωμένο Βασίλειο. Το δίκαιο της ΕΕ καλύπτει πολλά δικαιώματα, συμπεριλαμβανομένων των συνθηκών εργασίας, της αμοιβαίας υγειονομικής περίθαλψης, της νομικής προστασίας στο εξωτερικό και της ελεύθερης κυκλοφορίας.
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο στο Λουξεμβούργο είναι το ανώτατο δικαιοδοτικό όργανο της ΕΕ και ο τελικός κριτής για αυτά τα δικαιώματα. Αλλά το εύρος της δικαιοδοσίας του θα αλλάξει μόλις το Ηνωμένο Βασίλειο εγκαταλείψει την ΕΕ.
Η εκστρατεία υπέρ του Brexit υποσχέθηκε να «πάρει πίσω τον έλεγχο» και να ανακτήσει την πλήρη βρετανική κυριαρχία. Αυτό υποδηλώνει μια πιθανή σύγκρουση μεταξύ των αρμοδιοτήτων του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου και των δικαστηρίων του Ηνωμένου Βασιλείου.
Μια λύση θα μπορούσε να είναι η συγκρότηση μιας κοινής ομάδας δικαστών της ΕΕ και του Ηνωμένου Βασιλείου για να αντιμετωπιστούν οι διαφορές που αφορούν πολίτες που ζουν στην επικράτεια του άλλου.
Ο έλεγχος της μετανάστευσης από την ΕΕ είναι πρωταρχικής σημασίας για την κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου –ήταν μια μεγάλη ανησυχία για τους ψηφοφόρους του «Leave».
Αλλά η μετανάστευση αλληλεπικαλύπτεται με τα δικαιώματα των πολιτών της ΕΕ στο Ηνωμένο Βασίλειο σε βασικούς τομείς: Ποιος δικαιούται άδεια παραμονής στο Ηνωμένο Βασίλειο; Ποια μέλη της οικογένειας μπορούν να παραμείνουν στο Ηνωμένο Βασίλειο; Ποια είναι τα δικαιώματά τους; Ο διακανονισμός του «διαζυγίου» θα πρέπει να διευκρινίσει τέτοια σημεία –και είναι ένα απίστευτα περίπλοκο νομικό ναρκοπέδιο.
Οι Συνθήκες της ΕΕ κατοχυρώνουν την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και η σύμβαση έχει νομική ισχύ στο Ηνωμένο Βασίλειο μέσω του νόμου του 1998 για τα ανθρώπινα δικαιώματα.
Τα σύνορα Βόρειας Ιρλανδίας – Δημοκρατίας της Ιρλανδίας είναι το δεύτερο μεγάλο «αγκάθι». Πρόκειται για ένα πιεστικό ζήτημα, διότι μόλις εγκαταλείψει το Ηνωμένο Βασίλειο την ΕΕ θα γίνουν εξωτερικό σύνορο της ΕΕ –και τα μόνα χερσαία σύνορα του Ηνωμένου Βασιλείου με την ΕΕ.
Η Βόρεια Ιρλανδία και η Δημοκρατία της Ιρλανδίας απολαμβάνουν ελεύθερη κυκλοφορία στα σύνορα και η κατάργηση των σημείων ελέγχου αποτέλεσε βασική επιτυχία της ειρηνευτικής Συμφωνίας της Μεγάλης Παρασκευής του 1998, με την οποία έληξε η 30χρονη σύγκρουση.
Υπάρχει έντονη πολιτική δυναμική υπέρ της διατήρησης του κοινού χώρου ταξιδίων, που ισχύει μεταξύ του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιρλανδίας από τη δεκαετία του 1920. Σημαίνει ταξίδι χωρίς διαβατήρια μεταξύ των δύο χωρών και στενή συνεργασία μεταξύ των συνοριακών υπηρεσιών τους.
Αλλά αν το Ηνωμένο Βασίλειο εγκαταλείψει την ενιαία αγορά της ΕΕ –όπως θα ήθελαν η Μέι και οι συντηρητικοί Brexiteers –θα πρέπει να πραγματοποιούνται τελωνειακοί έλεγχοι στα σύνορα. Οι επιπτώσεις στο εμπόριο θα είναι τεράστιες. Νέοι τελωνειακοί έλεγχοι θα μπορούσαν να αποφευχθούν αν το Ηνωμένο Βασίλειο επιλέξει να παραμείνει στην τελωνειακή ένωση της ΕΕ (όπως η Τουρκία η οποία ανήκει στην τελωνειακή ένωση χωρίς να είναι μέλος). Το ζήτημα των συνόρων έχει γίνει ακόμα πιο φλέγον τώρα που ένα κόμμα της Βόρειας Ιρλανδίας, οι υπερ-συντηρητικοί του DUP θα στηρίζουν τη μειοψηφική κυβέρνηση της Μέι.
Και βέβαια, τεράστιο ζήτημα είναι το κόστος του «διαζυγίου», που κατά ορισμένους υπολογισμούς μπορεί να φθάσει τα 100 δισ. ευρώ. Ο υπολογισμός του λογαριασμού της εξόδου του Ηνωμένου Βασιλείου θα είναι γεμάτος διαφωνίες. Δεν υπάρχει απλή φόρμουλα για αυτό και ήδη βλέπουμε το Ηνωμένο Βασίλειο και την ΕΕ να αμφισβητούν έντονα τα αριθμητικά στοιχεία. Η Επιτροπή επιδιώκει έναν «ενιαίο οικονομικό διακανονισμό» που θα καλύπτει τρία ζητήματα:
Πρώτον, το μερίδιο του Ηνωμένου Βασιλείου στις οικονομικές υποχρεώσεις της ΕΕ που οφείλονται πριν από την προθεσμία του Brexit, το οποίο ονομάζεται «reste à liquider» (RAL) στην ορολογία της ΕΕ.
Δεύτερον, την οικονομική συνεισφορά του Ηνωμένου Βασιλείου στα θεσμικά όργανα της ΕΕ, όπως στην Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (ΕΤΕπ).
Τρίτον, τις μακροπρόθεσμες οικονομικές υποχρεώσεις, συμπεριλαμβανομένης της καταβολής συντάξεων στο προσωπικό της ΕΕ.
Μια εκτίμηση για το κόστος του «διαζυγίου» που αποδίδεται σε ανώνυμες πηγές της Επιτροπής είναι τα 60 δισ. ευρώ (53 δισ. στερλίνες, 67 δισ. δολάρια). Αλλοι μιλάνε για 70-80 δισ. και οι «Financial Times» υπολόγισαν ότι ο λογαριασμός θα μπορούσε να φθάσει τα 100 δισ. ευρώ.
Ο Ντέιβιντ Ντέιβις, βρετανός υπουργός για το Brexit, έχει δηλώσει ότι το Ηνωμένο Βασίλειο δεν πρόκειται να πληρώσει «διαζύγιο» 100 δισ. ευρώ. Κάποιοι που προτιμούν ένα «σκληρό» Brexit υποστηρίζουν ότι το Ηνωμένο Βασίλειο δεν οφείλει τίποτα στην ΕΕ και μπορεί απλώς να σηκωθεί και να φύγει το 2019.

HeliosPlus