Ενας εναντίον όλων. Στις σημερινές προεδρικές εκλογές στην Αυστρία, ο υποψήφιος του ακροδεξιού κόμματος των Φιλελευθέρων Νόρμπερτ Χόφερ παίζει τον ρόλο του «μοναχικού καβαλάρη». Απέναντί του βρίσκεται το σύνολο της αυστριακής ελίτ που υποστηρίζει τον αντίπαλό του για την προεδρία, τον πρώην ηγέτη των Πρασίνων Αλεξάντερ Βαν ντερ Μπέλεν. «Μαζί του είναι, με ελάχιστες εξαιρέσεις, όλοι οι καλλιτέχνες και οι άνθρωποι των γραμμάτων, όλοι οι πρώην διπλωμάτες, εκατοντάδες δήμαρχοι και αναρίθμητες επαγγελματικές και πολιτιστικές οργανώσεις» λέει ο εκλογολόγος Στέφαν Σενγκλ.
Παρά τη μοναξιά του ωστόσο, ο κ. Χόφερ έχει πολλές πιθανότητες να είναι απόψε ο νικητής των εκλογών. Ηδη κατά τον δεύτερο γύρο τους, τον παρελθόντα Μάιο, είχε μείνει μόνο κατά 31.026 ψήφους πίσω από τον κ. Βαν ντερ Μπέλεν. Και τώρα κάνει τα πάντα για να καλύψει τη διαφορά. «Εχει πετύχει τη μέγιστη δυνατή συσπείρωση των οπαδών του» λέει ο κ. Σενγκλ. «Και αυτό ίσως κάνει την εκλογική ζυγαριά να γείρει προς το μέρος του». Αλλά και ο αντίπαλός του δεν μένει άπραγος. «Ο Βαν ντερ Μπέλεν κάνει πρωτότυπες καμπάνιες, όπως πρόσφατα με την προσέγγιση αναποφάσιστων γυναικών στην επαρχία» διαπιστώνει ο δημοσιολόγος Γκέοργκ Χόφμαν-Οστενχοφ. Ετσι αξιοποιεί σοβαρές αλλά ανεκμετάλλευτες έως τώρα εκλογικές ρεζέρβες.
«Διεγείρει τα κατώτερα ένστικτα»


Τα προγνωστικά είναι έτσι αμφίρροπα. «Η κατάσταση είναι τόσο ρευστή, που το αποτέλεσμα θα μπορούσε να κριθεί από ένα τυχαίο γεγονός» λέει ο ίδιος. Οπως, για παράδειγμα, από ένα βίντεο της Γκερτρούντε, μιας 89χρονης αυστριακής Εβραίας, πρώην κρατούμενης στο Αουσβιτς, η οποία ζητά σε αυτό την καταψήφιση του ακροδεξιού υποψήφιου. «Ο Χόφερ διεγείρει τα κατώτερα ένστικτα των ανθρώπων» λέει σε αυτό. Το κήρυγμά του παραπέμπει στο ναζιστικό καθεστώς που ξεκλήρισε ολόκληρη την οικογένειά της. Το βίντεο συγκλόνισε την κοινή γνώμη, σε δύο ημέρες κατέγραψε τρία εκατομμύρια κλικ.
Παραδοσιακά το «φρένο» στην Αυστρία δεν το πατάει τόσο το κομματικό κατεστημένο όσο η λεγόμενη κοινωνία των πολιτών: τα ποικιλώνυμα κινήματα που δρουν έξω και ανεξάρτητα από τα κόμματα και παρά τους πολιτικούς τους στόχους δεν επιδιώκουν την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας. Αυτό άλλαξε, για πρώτη ίσως φορά στη μεταπολεμική ευρωπαϊκή ιστορία, στις αυστριακές προεδρικές εκλογές του περασμένου Μαΐου. Ο κ. Βαν ντερ Μπέλεν οφείλει κυρίως σε αυτά τη νίκη του, όχι στα κόμματα εξουσίας, όπως το Σοσιαλδημοκρατικό, που τον υποστήριξε κατ’ αρχάς με μισή καρδιά, και το συντηρητικό Λαϊκό, που εμφανίζεται διασπασμένο στο θέμα. Κάτι παρόμοιο συνέβη και στον τρέχοντα προεκλογικό αγώνα. Αυτός καθοριζόταν «από τα κάτω», από τα κινήματα, όχι από τα κόμματα που έρχονταν δεύτερα και καταϊδρωμένα. Κατά ανέλπιστο τρόπο λοιπόν, η Αυστρία, μια συνήθως πολιτικά «κοιμισμένη» χώρα, έγινε για πρώτη φορά η πολιτική πρωτοπορία της Ευρώπης –όπως είχε γίνει παλαιότερα και η πολιτιστική: τον 19ο αιώνα στη μουσική και στις αρχές του 20ού στις επιστήμες με τη θεμελίωση της ψυχανάλυσης και του θετικισμού.
Τυχόν νίκη του κ. Χόφερ θα σήμανε οπισθοδρόμηση σε όλους τους τομείς, με πρώτον την εξωτερική πολιτική της χώρας. Ηδη τους περασμένους μήνες ο υπουργός Εξωτερικών Σεμπάστιαν Κουρτς είχε προσεταιρισθεί τα κράτη του Βίζεγκραντ (Πολωνία, Ουγγαρία, Τσεχία, Σλοβακία) με στόχο τον κοινό αγώνα κατά της «παντοκρατορίας» των Βρυξελλών, καθώς και τα βαλκανικά κράτη (πλην της Ελλάδας) με σκοπό τον πλήρη αποκλεισμό των προσφύγων από την Ευρώπη. Υπό τον κ. Χόφερ αναμένεται συνέχιση αυτής της γραμμής. Αυτό δεν σημαίνει ότι η αυστριακή διπλωματία έχει ηγεμονικές βλέψεις έναντι των αναφερθέντων κρατών, όπως αυτό διαφαίνεται από τη ρητορική του κ. Κουρτς. «Ο πραγματικός στόχος της είναι η σύσταση μιας συμμαχίας ισότιμων εταίρων που θα εφαρμόσει ένα νέο υπερσυντηρητικό μοντέλο στη Μέση Ευρώπη» λέει ο βουλευτής των Πρασίνων Πέτερ Πιλτς. Ο πυρήνας αυτού του μοντέλου είναι ένας έντονος εθνικισμός που ήταν άγνωστος μέχρι πρότινος στην Αυστρία.
Απειλούν πόλεμο με το Ισλάμ


Ο εθνικισμός αυτός, που στηρίζεται εν πολλοίς στον επιθετικό αντιισλαμισμό, φέρνει ήδη τα πάνω κάτω στην εσωτερική πολιτική της χώρας. Ο πρόεδρος των Φιλελευθέρων Καρλ-Χάιντς Στράχε μιλάει για επικείμενο «εμφύλιο πόλεμο» με τους εγχώριους «Ισλαμιστές», όπως χαρακτηρίζει συλλήβδην τους μουσουλμάνους μετανάστες και πρόσφυγες. Ο φόβος λοιπόν ότι ο κ. Χόφερ, ορμώμενος από τις απόψεις του κ. Στράχε, θα μπορούσε να επιβάλει προληπτικά ένα καθεστώς εκτάκτου ανάγκης στη χώρα παραμένει μεγάλος.
Ο ίδιος διαβεβαιώνει βέβαια ότι είναι εναντίον τέτοιου καθεστώτος. Ομως ποιος τον πιστεύει. Στη συλλογική μνήμη δεσπόζει μια άλλη φράση του. Στο ερώτημα: «Τι μπορεί να κάνει ένας ομοσπονδιακός πρόεδρος;» η απάντησή του ήταν: «Θα μείνετε άναυδοι για το τι μπορεί να κάνει!». Αυτό ερμηνεύθηκε στην Αυστρία –όχι μόνο από τους αντιπάλους του! –ως η προαναγγελία μιας σειράς συνταγματικών εκτροπών, όπως η απόλυση της κυβέρνησης ή η ήδη αναφερθείσα επιβολή του καθεστώτος εκτάκτου ανάγκης. Παρόμοια ήταν η ερμηνεία και στην υπόλοιπη Ευρώπη, που βλέπει με πρόσθετη δυσπιστία τον κ. Χόφερ λόγω και του βεβαρημένου –ναζιστικού! –παρελθόντος του κόμματός του. «Ο Χόφερ είναι λύκος σε προβιά προβάτου» λέει ο κ. Χόφμαν-Οστενχοφ. Ως πρόεδρος δεν θα έχει ανάγκη την προβιά, ούτε κάποια άλλη παραπλανητική αμφίεση.
Διεθνές τεστ λόγω Τραμπ


Οι αυστριακές εκλογές δεν έχουν μόνο εθνικό χαρακτήρα. Εχουν και τον χαρακτήρα διεθνούς τεστ, επειδή είναι οι πρώτες στην Ευρώπη μετά την εκλογική νίκη του Ντόναλντ Τραμπ στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής. Το ερώτημα είναι αν ο λαϊκισμός του εκλεγμένου αμερικανού προέδρου, που στηρίζεται στην οργή των θυμάτων της παγκοσμιοποίησης, θα επηρεάσει και τους αυστριακούς ψηφοφόρους.

«Οχι»
λέει ο κ. Χόφμαν-Ιστενχοφ. «Στην Αυστρία η οργή αυτή είναι ασύγκριτα μικρότερη από εκείνη στην Αμερική, επειδή και τα αυστριακά προβλήματα είναι ασύγκριτα μικρότερα από τα αμερικανικά». Αλλά και η υπάρχουσα οργή, προσθέτει, εξατμίστηκε ήδη σε μεγάλο βαθμό στις εκλογές του Μαΐου.

«Ναι»
αντιλέγει ο διευθυντής της εταιρείας στοιχημάτων bet-at-home Μάνουελ Βάλμαν. «Από την επομένη των αμερικανικών εκλογών δεχόμαστε στοιχήματα σχεδόν αποκλειστικά υπέρ του Χόφερ». Το αναμενόμενο κέρδος από αυτά πέφτει από τότε συνεχώς ενώ εκείνο του κ. Βαν ντερ Μπέλεν, αντίστροφα, ανεβαίνει συνεχώς.
Σύμπλεγμα εργατικών πολυκατοικιών της Βιέννης
Ομίχλη και απορίες εργατών στο Καρλ Μαξ Χοφ
Χειμώνας και καταχνιά. Την περασμένη Τετάρτη το μεσημέρι στο Καρλ Μαρξ Χοφ –ένα γνωστό σύμπλεγμα εργατικών πολυκατοικιών της Βιέννης –η ομίχλη σκέπαζε τα πάντα. Στην αυλή του μόνο δύο μεσήλικοι άνδρες έκαναν βόλτα με τους σκύλους τους. Η βόλτα διακόπηκε όταν τους ρωτήσαμε για τις σημερινές προεδρικές εκλογές στην Αυστρία. Ποιον από τους δύο υποψήφιους προέδρους προτιμούν, τον πρώην επικεφαλής των Πρασίνων Αλεξάντερ Βαν ντερ Μπέλεν ή τον εκπρόσωπο της Ακροδεξιάς Νόρμπερτ Χόφερ; «Κανέναν» λέει ο ένας από αυτούς. Οι υποψήφιοι δεν πέρασαν ούτε καν για το θεαθήναι από τον καταυλισμό. «Τους βλέπουμε μόνο στην τηλεόραση προσθέτει. Ο ίδιος θα ψήφιζε μάλλον Χόφερ, όμως τελικά δεν θα το κάνει. «Δεν του έχω πραγματικά εμπιστοσύνη» λέει. «Κι αυτός μόνο λόγια είναι».
Παρόμοια ήταν και η απάντηση του 54χρονου συνοδού του. «Ημουν από παιδί Σοσιαλδημοκράτης» λέει. Ομως η πίστη του στο κόμμα του χάθηκε πριν από δύο χρόνια, όταν αναγκάστηκε να βγει σε πρώιμη σύνταξη –34 χρόνια δουλειάς ως αχθοφόρος είχαν σμπαραλιάσει τη μέση του. «Μου έδωσαν 800 ευρώ τον μήνα, παρότι έχω 70% ποσοστό αναπηρίας» παραπονιέται. Το κακό επιδεινώθηκε πέρυσι, όταν ο δήμος της Βιέννης προέβη, για τεχνικούς λόγους, σε πλήρη ανακαίνιση του διαμερίσματός του. «Το ενοίκιο ανέβηκε έτσι από 120 ευρώ σε 450» λέει. «Μου μένουν μόνο 350 ευρώ τον μήνα για να ζήσω». Από τότε απορρίπτει ενστικτωδώς κάθε κάλεσμα του κόμματός του. Και αυτό το πληρώνει τώρα και ο Πράσινος Βαν ντερ Μπέλεν που ύστερα από την αποτυχία του σοσιαλδημοκράτη υποψηφίου στον πρώτο γύρο των εκλογών είναι υποψήφιος και των Σοσιαλδημοκρατών.
Η κατάρα της παγκοσμιοποίησης: οι δύο άνδρες δεν μπορούν πλέον να καταλάβουν τι γίνεται γύρω τους –στη γειτονιά και στον υπόλοιπο κόσμο. Το ίδιο συμβαίνει και με τους συγκατοίκους τους. Εξήγηση από έξω δεν έρχεται, το κόμμα τους αδυνατεί ή αποφεύγει να τη δώσει. Και αυτό τους σπρώχνει προς την Ακροδεξιά. «Σχεδόν όλοι λένε ότι θα ψηφίσουν Χόφερ» λέει ο 48χρονος. Δεν είναι όμως εντελώς σίγουρος γι’ αυτό. Κι αυτό, όπως λέει, επειδή ξέρει ότι στον προηγούμενο γύρο των εκλογών, τον περασμένο Μάιο, οι περισσότεροι ψηφοφόροι στο Καρλ Μαρξ Χοφ (59%) τάχθηκαν υπέρ του κ. Βαν ντερ Μπέλεν –παρότι και τότε εκφράζονταν ανοικτά υπέρ του κ. Χόφερ. Το ίδιο θα μπορούσαν λοιπόν να κάνουν και σήμερα.
Γεγονός είναι πάντως ότι το Καρλ Μαρξ Χοφ έχει πάψει πλέον από πολλού να είναι εκείνο που ήταν κάποτε: το προπύργιο της πάλαι ποτέ αριστερής αυστριακής Σοσιαλδημοκρατίας του Μεσοπολέμου με τα κολοσσιαία οικιστικά προγράμματα για τις εργατικές οικογένειες, που έως τότε στεγάζονταν σε εξαθλιωμένα «εργατικά στρατόπεδα».
Μπήκαν σαν «έτοιμοι» ακροδεξιοί

Αλλά και μεταπολεμικά ήταν η «Κόκκινη Βιέννη» ιστορία επιτυχίας. Ωσπου, στα τέλη της δεκαετίας του ’80, το φύλλο γύρισε, οι σοσιαλδημοκράτες δήμαρχοι άρχισαν να εφαρμόζουν όλο και περισσότερο νεοφιλελεύθερες μεθόδους. Αυτό εκφράστηκε με τη διακοπή της ανέγερσης εργατικών πολυκατοικιών, τη χαλάρωση της νομοθεσίας για την προστασία των ενοικιαστών και την αλματώδη άνοδο των ενοικίων στις νέες και στις ανακαινισμένες κατοικίες. Το αποτέλεσμα ήταν η συνεχής πολιτική φθορά τους. Η πρόσφατη επιστροφή στα οικιστικά προγράμματα δεν απέδωσε τα αναμενόμενα. Η Σοσιαλδημοκρατία παραμένει μεν το πρώτο κόμμα στη Βιέννη αλλά η στροφή προς την Ακροδεξιά συνεχίζεται. Αυτό γίνεται ιδιαίτερα εμφανές στον νεότευκτο υπερσύγχρονο καταυλισμό «Ασπερν»: οι κάτοικοί του δεν χρειάστηκαν ατέλειωτα χρόνια για να «αλλαξοπιστήσουν», μπήκαν σαν «έτοιμοι» ακροδεξιοί σε αυτόν.
Κανένας καινούριος ή παλιός εργατικός καταυλισμός δεν έχει όμως τόσο συμβολική σημασία για τους Σοσιαλδημοκράτες όσο το Καρλ Μαρξ Χοφ. Και καμιά άλλη εκλογική αναμέτρηση δεν έχει τόσο πολύ τον χαρακτήρα της λυδίας λίθου στον καταυλισμό, όσο η σημερινή, παρότι ο υποψήφιός τους είναι «ξένος», Πράσινος. Η «κόκκινη γραμμή» τους είναι το 50%. Ο,τι είναι κάτω από αυτήν θα εισπραχθεί, ψυχολογικά τουλάχιστον, όχι ως απλή ήττα αλλά ως τέλος εποχής –που δύσκολα θα αντισταθμιστεί από τυχόν επιτυχίες σε άλλα εκλογικά διαμερίσματα.

Στέφαν Σενγκλ, εκλογολόγος
«Προς το παρόν ο εθνικισμός έχει συναισθηματικό χαρακτήρα»

«Η πατρίδα, η εντοπιότητα και τα ειδυλλιακά τοπία, όχι η ναζιστική έννοια της λαϊκής ενότητας βρίσκονται στο επίκεντρο της ρητορικής του Χόφερ» λέει στο «Βήμα» ο εκλογολόγος Στέφαν Σενγκλ.

Ποια είναι η αφετηρία των δύο υποψηφίων στις σημερινές εκλογές;
«Ο Χόφερ έχει έναν μεγάλο ακροδεξιό πυρήνα, αλλά ένα μικρό συντηρητικό ακροατήριο. Ο Βαν ντερ Μπέλεν, αντίθετα, έχει έναν μικρό πράσινο πυρήνα, αλλά ένα μεγάλο σοσιαλδημοκρατικό και φιλελεύθερο ακροατήριο. Συνολικά βρίσκονται περίπου στα ίσια».
Είναι ο Χόφερ, όπως δείχνει τελευταία, ένας μετριοπαθής ακροδεξιός, ή ένας μεταμφιεσμένος ναζί;
«Πίσω από τη δημοκρατική του μάσκα, ο Χόφερ είναι εκπρόσωπος του αντιδημοκρατικού δεξιού λαϊκισμού, όχι απλώς του δεξιού. Από τη μια καταφέρεται κατά του κατεστημένου, από την άλλη είναι χωμένος όσο λίγοι άλλοι σε αυτόν. Ανάμεσα σε άλλα είναι μέλος του τάγματος του Sankt Georg, που θυμίζει «χορό των βρικολάκων»: τα μέλη του είναι μοναρχικοί, αριστοκράτες και μέλη ακροδεξιών οργανώσεων».
Ο Χόφερ χρησιμοποιεί στα προεκλογικά πλακάτ του τη φράση: «Με τη βοήθεια του Θεού». Ποια είναι η αντίδραση της Εκκλησίας;
«Του ασκεί σφοδρή κριτική. Αυτός συνεχίζει όμως να επικαλείται τη θεϊκή βοήθεια».

Είναι ο Χόφερ εθνικιστής;
«Ναι, αλλά ο εθνικισμός του δεν έχει προς το παρόν ιδεολογικό, αλλά συναισθηματικό χαρακτήρα. Στο επίκεντρο είναι η πατρίδα, η εντοπιότητα και τα ειδυλλιακά τοπία, όχι η ναζιστική έννοια της λαϊκής ενότητας».
Τι θέση παίρνει το συντηρητικό Λαϊκό Κόμμα έναντι των δύο υποψηφίων;
«Οι μισοί ψηφοφόροι του υποστηρίζουν τον Χόφερ, οι άλλοι μισοί τον Βαν ντερ Μπέλεν. Η πλειοψηφία των κομματικών στελεχών τείνει προς τον τελευταίο –κάτι που δεν έχουν ξανακάνει με Πράσινο πολιτικό».

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ