Μέσα στο πικρόχολο κλίμα του τελευταίου ντιμπέιτ για το Λευκό Οίκο, φάνηκε η στρατηγική των δύο μονομάχων στην τελική ευθεία: Ο Τραμπ προχώρησε στο αδιανόητο για προεδρικό υποψήφιο να αμφισβητήσει εκ των προτέρων το εκλογικό αποτέλεσμα -επιβεβαιώνοντας πως, υπό το φόβο της ήττας, κινείται σε τακτική καμένης γης- ενώ η Κλίντον, που είχε αδύναμες στιγμές, κινήθηκε για μεγιστοποίηση της βάσης της με άνοιγμα στους Ρεπουμπλικανούς ψηφοφόρους που δυσανασχετούν με τον Τραμπ. Φωτιά στο σκηνικό έβαλε… το όνομα του Πούτιν.

Το σημείο στο οποίο βρίσκεται η προεκλογική εκστρατεία είναι σαφές: Ο Τραμπ βάλλεται πανταχόθεν και υποχωρεί στις δημοσκοπήσεις ενώ το στήσιμο της κάλπης έχει ξεκινήσει. Τμήματα των Ρεπουμπλικανών μοιάζουν ακόμη και να έχουν αποδεχθεί ότι δεν θα πάρουν τον Λευκό Οίκο και επικεντρώνονται στη μάχη για τις έδρες στο Κογκρέσο (μέρος του θα κριθεί επίσης την 8η Νοεμβρίου).

Καταφεύγοντας στην υπονόμευση της αξιοπιστίας της εκλογικής διαδικασίας, ο Τραμπ επικεντρώθηκε στο να συσπειρώσει τον σκληρό πυρήνα των υποστηρικτών του αγνοώντας το κρίσιμο για τη νίκη ενδιάμεσο πεδίο και όσους αναποφάσιστους αντιπαθούν την Κλίντον και αναζητούν απεγνωσμένα έναν λόγο για να τον ψηφίσουν.

Σε αυτό θυσίασε, παραδόξως, ακόμη και την επιθετικότητά του. Κράτησε σχετικά χαμηλούς τόνους (για τα δικά του δεδομένα) και άφησε ακόμη και να περάσουν ευκαιρίες να επιτεθεί στην Κλίντον.

Αντιθέτως, η Κλίντον διευρύνθηκε στη δεξαμενή των μετριοπαθών Ρεπουμπλικανών -με τη βεβαιότητα πως οι υποθέσεις γύρω από το πώς αντιμετωπίζει ο Τραμπ τις γυναίκες (στις οποίες επανήλθε και η ίδια αρκετές φορές) τον έχουν φέρει σε θέση άμυνας- και, μεταξύ άλλων, σημείωσε την κατανόησή της στη Δεύτερη Τροπολογία του Συντάγματος που αφορά την οπλοκατοχή.

Σε αντιστροφή μάλιστα των ρόλων των δύο υποψηφίων, η Κλίντον ήταν αυτή τη φορά εκείνη που διέκοπτε περισσότερο, ειρωνευόταν τον αντίπαλό της και φάνηκε να… χρησιμοποιεί τα δικά του όπλα.

Μέσα σε αυτό το σκηνικό, το πρώτο από τα δύο στιγμιότυπα που ξεχώρισαν στο τρίτο ντιμπέιτ ήταν η βόμβα που έριξε ο Τραμπ: Όταν τον ρώτησε ευθέως ο συντονιστής του ντιμπέιτ εάν θα αποδεχθεί το αποτέλεσμα της κάλπης, ο υποψήφιος των Ρεπουμπλικανών το άφησε ανοικτό, λέγοντας πως «θα το δω και θα σας πω».

Το ερώτημα ήταν ουσιαστικά εάν ο Τραμπ θα τηρήσει την παράδοση για ομαλή μετάβαση εξουσίας -και με τέτοια ακριβώς διατύπωση του το ξαναέθεσε ο συντονιστής. «Θα σας κρατήσω σε αγωνία» απάντησε για δεύτερη φορά ο Τραμπ.

Για τους επικριτές του, η συνειδητή υπονόμευση της πίστης στο αδιάβλητο των εκλογών είναι το έσχατο και βαθύτερο πλήγμα που μπορεί να αφήσει μεσοπρόθεσμα στην αμερικανική πολιτική η υποψηφιότητα του Τραμπ με το «κόμμα του Λίνκολν». Ο Τραμπ φαίνεται ότι με αυτήν του στάση αποσκοπεί στο να σχετικοποιήσει την αξία της κάλπης και να αποθαρρύνει χλιαρούς ψηφοφόρους που θα έκλιναν προς την Κλίντον από το να προσέλθουν στα εκλογικά τμήματα.

Αν οι αναλύσεις των δημοσκοπήσεων έχουν βάση, αυτό δύσκολα θα αρκούσε για να γείρει την πλάστιγγα. Παράλληλα, έτσι ίσως προετοιμάζει το έδαφος για το πώς θα «πουλήσει» την ήττα του, όντας υποψήφιος με την εικόνα του επιτυχημένου επιχειρηματία (που δεν αναφέρεται και πολύ στις αποτυχίες του) -τακτική δηλαδή, και από τις δύο σκοπιές, καμένης γης, αφήνοντας στο «κατεστημένο» να διαχειριστεί το δηλητηριασμένο πολιτικό κλίμα.

Η απάντηση σε αυτό το σημείο της Κλίντον κατά τη διάρκεια του ντιμπέιτ ήταν μία από τις ισχυρότερες στιγμές της. Χαρακτήρισε «τρομακτικό» αυτό που είπε ο Τραμπ, και είπε πως ο μεγιστάνας «κάθε φορά του τα πράγματα δεν πηγαίνουν όπως τα θέλει, λέει πως η διαδικασία είναι στημένη, ακόμη και για τηλεοπτικά βραβεία».

«Είναι αστείο, αλλά δεν λειτουργεί έτσι η Δημοκρατία. Υπάρχουμε εδώ και 240 χρόνια, κάνουμε δίκαιες και ελεύθερες εκλογές και σεβόμαστε το αποτέλεσμα κι όταν δεν μας αρέσει, και αυτό περιμένουμε και από τον υποψήφιο του ενός από τα δύο μεγάλα κόμματα αυτής της χώρας» είπε η Κλίντον στο ένα από τα δύο μεγαλύτερα χτυπήματά της τη νύχτα της Τετάρτης.

Τα αίματα άναψαν περισσότερο όταν αναφέρθηκε το όνομα του Βλαντιμίρ Πούτιν. Η Μόσχα έχει γίνει θέμα σε αυτήν την αμερικανική προεκλογική αναμέτρηση, με τους Δημοκρατικούς να βλέπουν ρωσικό δάκτυλο στο χακάρισμα επικοινωνιών του κόμματός του (και, εμμέσως, του Wikileaks).

«O Πούτιν έχει πει καλά λόγια για εμένα, αν τα πάμε καλά, θα είναι ωραία» είπε ο Τραμπ, «δεν έχει κανέναν σεβασμό για… αυτό το πρόσωπο» είπε δείχνοντας την Κλίντον.

«Επειδή ο Πούτιν προτιμά να έχει μία μαριονέτα για πρόεδρο των ΗΠΑ» είπε η Κλίντον στην πιο αιχμηρή της αναφορά (και δεύτερη ισχυρότερη στιγμή της στο ντιμπέιτ). «Καμιά μαριονέτα, καμιά μαριονέτα» έλεγε ο Τραμπ, «εσύ είσαι η μαριονέτα».

Την ώρα εκείνη η Κλίντον συνέχιζε λέγοντας πως ο Τραμπ «αρνείται να παραδεχθεί ότι ο Πούτιν τον βοηθά σε αυτήν την εκστρατεία» ενώ ο υποψήφιος των Ρεπουμπλικανών έλεγε πως ο Πούτιν «ξεγέλασε την Κλίντον στη Συρία».

Η Κλίντον εμφανίστηκε επίσης προετοιμασμένη όταν ο Τραμπ προσπάθησε ξανά να αντιστρέψει το χαρτί της εμπειρίας -επανέλαβε πως η υποψήφια των Δημοκρατικών «έχει εμπειρία, αλλά έχει κακή εμπειρία». Η τέως ΥΠΕΞ αντιπαρέβαλε ανά δεκαετία την εμπειρία της με εκείνη του Τραμπ, λέγοντας πως ενώ εκείνη ήταν δραστήρια σε θέματα δικαιωμάτων, εκείνος «δανειζόταν λεφτά από τον πατέρα του, έλεγε «χοντρές» κοπέλες σε καλλιστεία και παρουσίαζε ριάλιτι».

Το ντιμπέιτ έληξε σε ακόμη ψυχρότερο τόνο από ό,τι είχε ξεκινήσει η «τριών πράξεων» τηλεοπτική αναμέτρηση των δύο υποψηφίων -χωρίς καν χειραψία. Η Χίλαρι Κλίντον και ο Ντόναλντ Τραμπ δεν προβλέπεται να ξαναβρεθούν ενώπιος ενωπίω και θα αναμετρηθούν στην κάλπη της 8ης Νοεμβρίου, την οποία το κόμμα των Ρεπουμπλικανών φαίνεται πλέον να κοιτάζει με μεγαλύτερη ανησυχία για το άμεσο μέλλον του από ό,τι οι Δημοκρατικοί.