Τέσσερις εβδομάδες πριν από την πρώτη επίσημη επίσκεψη του προέδρου της Κίνας Σι Τζινπίνγκ στην Ουάσιγκτον πηγές του Λευκού Οίκου ομολογούν ότι η αμερικανική πλευρά εξακολουθεί να «προβληματίζεται» για το πώς θα απαντήσει στις «νέες προκλήσεις του Πεκίνου». Βεβαιώνουν ότι έχει γίνει «καλή προεργασία» και στις δύο πρωτεύουσες, προεξοφλούν ότι οι συνομιλίες θα διεξαχθούν σε καλό κλίμα, αλλά δεν αρνούνται ότι υπάρχει απαισιοδοξία για την πορεία των σχέσεων Αμερικής – Κίνας. Και στην αμερικανική κοινωνία υπάρχει υποχώρηση αυτού που ο Χένρι Κίσινγκερ ονόμασε «έκσταση και δέος μπρος στο κινεζικό θαύμα». Δημοσκόπηση του Κέντρου Ερευνας Pew έδειξε ότι σήμερα μόνο το 38% των Αμερικανών βλέπει θετικά την Κίνα, μια σημαντική πτώση από το 52% του Ιουλίου 2013. Κάτι ανάλογο φαίνεται ότι υπάρχει και στην Κίνα. Οι αμερικανικές επενδύσεις στην Κίνα είναι σήμερα λιγότερο ευπρόσδεκτες απ’ ό,τι πριν από ενάμιση χρόνο, έγραψε το οικονομικό περιοδικό «Barron’s» της Νέας Υόρκης.
Ο πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα πιστεύει ότι θα εξασφαλίσει μια «εντυπωσιακή» δημόσια υποστήριξη εκ μέρους του κινέζου προέδρου της πυρηνικής συμφωνίας με το Ιράν –η Κίνα ήταν άλλωστε μέλος της ομάδας που τη διαπραγματεύθηκε –και θετική ανταπόκριση στο αίτημα για διευκολύνσεις στη χορήγηση βίζας σε αμερικανούς πανεπιστημιακούς και δημοσιογράφους. Κάποια προβλήματα που εμφανίζονται επί δύο δεκαετίες σε κάθε συνάντηση αμερικανών και κινέζων αξιωματούχων, όπως η πώληση αμερικανικών όπλων στην Ταϊβάν, το Θιβέτ, τα ανθρώπινα δικαιώματα κ.ά., θα εμφανιστούν και πάλι, αλλά η Ουάσιγκτον δεν αναμένει καμία πρόοδο. Ούτε αναμένεται πρόοδος σε άλλα θέματα της αμερικανικής ατζέντας: περισσότερη αυτονομία στο Χονγκ Κονγκ, εφαρμογή του διεθνούς νόμου στις ναυτιλιακές διαφορές, αυστηρότερες κινεζικές κυρώσεις στη Βόρεια Κορέα. Πρόοδος αναμένεται να υπάρξει στη συνεργασία των δύο χωρών στο θέμα της αντιτρομοκρατικής πολιτικής.
Η κινεζική ατζέντα είναι πιο λιτή. Με κάποιον τρόπο θα προβληθεί η «υποστήριξη από τρίτους» των αυτονομιστικών τάσεων της μουσουλμανικής μειονότητας και της θρησκοληψίας. Η Κίνα θα ζητήσει να σταματήσουν οι πτήσεις αμερικανικών κατασκοπευτικών αεροπλάνων πάνω από τον «ευρύτερο κινεζικό χώρο», να έχει μεγαλύτερο διοικητικό ρόλο στο ΔΝΤ, στενότερη συνεργασία στο πρόβλημα της κλιματικής αλλαγής και της θαλάσσιας πειρατείας κ.ά.
Ο μεγάλος πονοκέφαλος της Ουάσιγκτον είναι, πρώτον, η ασύμμετρη πολιτική του Πεκίνου προς το εξωτερικό, αυτό που ο πρόεδρος Σι ονόμασε πριν από περίπου δύο χρόνια «κινεζικό όνειρο». Η εισβολή, όπως τη χαρακτηρίζει η κυβέρνηση Ομπάμα, της Κίνας στη Νοτιοκινεζική θάλασσα, όπου άρχισαν να περιπολούν κινεζικά πολεμικά σκάφη και όπου κάποιες υφαλονησίδες μετατρέπονται σε αεροδρόμια. Και, δεύτερον, η ηλεκτρονική υποκλοπή, η οποία έχει γίνει εφιάλτης στις κρατικές υπηρεσίες, στα επιστημονικά εργαστήρια και στις βιομηχανικές επιχειρήσεις της Αμερικής. Αυτά τα δύο θέματα θα κυριαρχήσουν στις συνομιλίες των δύο προέδρων και των υπουργών τους και θα προσδιορίσουν τον χαρακτήρα και την εξέλιξη των σχέσεων Ουάσιγκτον – Πεκίνου. Προσπαθώντας να δημιουργήσει «ατμόσφαιρα» το περιοδικό «Foreign Affairs» αφιέρωσε 150 και πλέον σελίδες σε άρθρα, σχόλια και εκτιμήσεις για το μέλλον των σχέσεων των δύο χωρών. Είναι φανερή η ανησυχία και η απαισιοδοξία για την πορεία των διμερών σχέσεων, όπως και η επιθετικότητα των αρθρογράφων. Οι δύο συνθετικοί πόλοι της εξωτερικής πολιτικής του προέδρου Σι, ο Δρόμος του Μεταξιού και ο Θαλάσσιος Δρόμος του Μεταξιού, είναι το «κόκκινο πανί» για τις ΗΠΑ επειδή «ανοίγουν τον δρόμο για δημιουργία στενών σχέσεων (της Κίνας) με όλες τις ηπείρους», με αποτέλεσμα να θίγονται ζωτικής σημασίας αμερικανικά συμφέροντα. Στο ίδιο περίπου πνεύμα, το Κέντρο Stratfor υποστηρίζει ότι ο κινέζος πρόεδρος «δημιουργώντας ένα πολύπλοκο δίκτυο χωρών και θαλάσσιων διαδρόμων υπονομεύει πιθανά σχέδια των ΗΠΑ που θα στόχευαν στο μπλοκάρισμα εκ του μακρόθεν» της Κίνας. Υπάρχουν όμως και πιο συγκεκριμένες απειλές. Το συντηρητικό «National Review», εκφράζοντας αντιλήψεις πολιτικών και κοινωνικών φορέων, όπως γράφει, είναι επιθετικό: χαιρετίζει την «πολύμορφη ανάπτυξη» της Κίνας αλλά την προειδοποιεί ότι η Αμερική «δεν δέχεται τις παράλογες αξιώσεις σε διάφορες περιοχές της Γης και είναι έτοιμη να εφαρμόσει (στην Κίνα) την τακτική της περιστολής, όπως στον Ψυχρό Πόλεμο εναντίον της Σοβιετικής Ενωσης». Ο αρθρογράφος, παραβλέποντας ότι πολλά έχουν αλλάξει από την εποχή του Ψυχρού Πολέμου, προχωρεί και σε απειλή –«εν ανάγκη, φθάνοντας και σε (στρατιωτική) σύγκρουση». Την απειλή της σύγκρουσης διατυπώνει έμμεσα και ο Ορβιλ Σελ, διευθυντής του Κέντρου Αμερικανοκινεζικών Σχέσεων, σε άρθρο του στους «NY Times». To «νέο κινεζικό δόγμα» εξωτερικής πολιτικής «οδηγεί σε απομόνωση της Κίνας (από τις ΗΠΑ), ακόμη και σε σύγκρουση».

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ