Kαι ξαφνικά ανακάλυψα ότι η κουζίνα μου δεν με χωράει πια. Οι μεντεσέδες στα ντουλάπια αρνούνται να κλείσουν καθώς χιλιάδες κατσαρόλια, κατσαρολάκια και κατσαρολίδια συνωστίζουν τις άκαμπτες μεταλλικές τους σιλουέτες στα ράφια, οι πάγκοι σφαδάζουν κάτω από το βάρος μικροσυσκευών.
Αυτές που μου υποσχέθηκαν μια αβάδιστη ζωή πάνω από τις κατσαρόλες. Αυτές που ακόμη δεν έχω προλάβει να μελετήσω ούτε καν τις οδηγίες χρήσης τους, οι οποίες πιάνουν το μισό χώρο στον πολύτιμο πάγκο περιμένοντας την ελεύθερη ώρα που ακόμη δεν μου έχει βρεθεί
Τα αντιπαθούσα πάντοτε τα «καλά» εστιατόρια που είχαν το λούστρο και το όνομα αλλά τους έλειπε η χάρη. Λειτουργούσαν στην ψυχολογία μου όπως και οι επώνυμες μπουτίκ με τις πωλήτριες με τα υψωμένα φρύδια και το απαξιωτικό ύφος: εξαιρετικά ενοχλητικά. Και όπως στις εν λόγω μπουτίκ οι συγκεκριμένες πωλήτριες νιώθουν πως ανέβηκαν τα σκαλοπάτια της κοινωνίας επειδή πουλούν μεταξωτά φουλάρια που κοστίζουν τρεις δικούς τους μισθούς, έτσι και στα δήθεν εστιατόρια το ύφος και η πόζα παίρνουν και δίνουν αλλά από ουσία τίποτα. Ή, για να το πω πιο λαϊκά, όλο λάδι λάδι και από τηγανίτα τίποτα.
Κατά κοινή παραδοχή, το αίσθημα της αυτοσυντήρησης αναπτύσσεται και κυριαρχεί σε στιγμές κρίσης. Είτε πρόκειται για μεμονωμένα άτομα, είτε πρόκειται για επιχειρήσεις, η ανάγκη της επιβίωσης, φυσικής ή οικονομικής, καθορίζει τις πράξεις και τις επιλογές τους. Επομένως ο χώρος της εστίασης, δεν θα μπορούσε να αποτελέσει εξαίρεση. Με τον περιορισμό στις εξόδους, αλλά και στην κατά κεφαλή κατανάλωση, που επέβαλε η παρούσα συγκυρία, η πρώτη αντίδραση των περισσότερων εστιατόρων, στην προσπάθειά τους για επιβίωση, ήταν η μείωση του κόστους. Σε κάποιες, μάλλον λίγες, περιπτώσεις, συνοδεύθηκε και από μείωση των τιμών. Αλλά το κόστος στην εστίαση έχει δύο σκέλη.
Ο,τι του φανεί, του Λολοστεφανή. Αυτή η έκφραση έρχεται συνέχεια στο μυαλό μου όταν βλέπω και προσπαθώ να αναλύσω τη μεταχείριση που επιφυλάσσουμε στους καλούς σεφ, μαγείρους και μαγείρισσες της χώρας. Ανθρωποι που έχουν περάσει και περνάνε τη ζωή τους πάνω από κατσαρόλες και τηγάνια με στόχο να παράγουν νόστιμο, καλό, δημιουργικό, υγιεινό φαγητό και να το σερβίρουν στα τραπέζια μας, συνωστίζονται στην είσοδο μια κρεατομηχανής που παράγει φτηνό μαζικό θέαμα.
Και ως κιμαδοποιημένη μάζα πια σερβίρουν μέσα από τηλεοπτικά προγράμματα και εκδόσεις τις ίδιες απαράλλακτες συνταγές της εύκολης επιτυχίας.
H Tασούλα Κουφοπούλου είναι μια ωραιότατη και ακμαιότατη κυρία από την Καρδίτσα. Με όλες τις χάρες που έκαναν την «καραγκούνα» διάσημη στην εθνική συνείδηση. Παντρεύτηκε από έρωτα τρελό, έκανε δυο κόρες, έμεινε σπίτι να τις μεγαλώσει –«έτσι ήταν εκείνα τα χρόνια»-, επέστρεψε και πάλι στη δημόσια υπηρεσία που εργαζόταν –«τα πιο κενά χρόνια της ζωής μου».
Οτι η αμερικανική νοοτροπία διαφέρει από εκείνη της γιαγιούλας μας ηπείρου το ξέρει και ο σκύλος μου. Θέλω να πω ότι η κάθε παλαβομάρα made in USA δεν αντιγράφεται την επόμενη εβδομάδα στη Βαλένθια, στην Ντιζόν ή στα Γρεβενά. Ευτυχώς. Εν τούτοις, ένας απόηχος φθάνει. Από το Διαδίκτυο κυρίως. Σήμερα θα σας μιλήσω για ένα αντιδάνειο. Οχι γλωσσικό, κυριολεκτικώς φαγητικό. Το trend του «κοινοτικού τραπεζιού» εμπνέεται από τους παλιούς μεσογειακούς πολιτισμούς.
Πέραν της διατροφικής τους απαξίας, οι μεγάλες junk αλυσίδες προσφέρουν ένα μέγιστο κοινωνικό έργο, μια παράλληλη πραγματικότητα που εξελίσσεται κάτω ακριβώς από το σπίτι μου, στα άφθονα τετραγωνικά της μεγάλης αμερικάνικης αλυσίδας με burgers. Από το πρωί στο άνοιγμα μέχρι το βράδυ στο κλείσιμο, όλα τα τραπέζια κατακλύζονται από χαρούμενους εκπροσώπους της τρίτης ηλικίας.