Oι τοίχοι έχουν αδειάσει. Δεν θα περνούσε από το μυαλό τού ανυποψίαστου επισκέπτη ότι δεν είναι αυτή η συνηθισμένη εικόνα των γραφείων αν δεν υπήρχε μια μικρή καρτέλα κολλημένη σε πολλά σημεία των υπόλευκων επιφανειών με την ένδειξη «Τόποι αναφοράς» γραμμένη επάνω τους –περί τις εκατό τέτοιες κάρτες, διάσπαρτες στο γιγαντιαίο κτίριο της Τράπεζας της Ελλάδος στο οικοδομικό τετράγωνο που οριοθετούν οι οδοί Πανεπιστημίου, Ομήρου, Σταδίου και Εδουάρδου Λω. Ολα τα «απόντα αντικείμενα» έχουν πλέον αναρτηθεί στο Μουσείο Μπενάκη της οδού Πειραιώς όπου θα παρουσιαστεί η ομώνυμη έκθεση στο πλαίσιο της συμπλήρωσης 90 χρόνων από την ίδρυση της Τράπεζας. Εκατόν εξήντα δύο έργα στο σύνολό τους –με αρκετά εξ αυτών να προέρχονται από τα 3.000 που αριθμεί η συλλογή και τα οποία φυλάσσονται στο θησαυροφυλάκιο της Τράπεζας. Πρόκειται για μια ελληνοκεντρική συλλογή, με έργα παραστατικής ζωγραφικής, χαρακτικής αλλά και έναν μικρό αριθμό γλυπτών.
Στο Μπενάκη, η επιμελήτρια της έκθεσης Χάρις Κανελλοπούλου έχει οργανώσει την κατανομή των έργων πάνω σε τρεις θεματικούς άξονες που άπτονται των αναφορών τους στην αρχαιότητα, στην τοπιογραφία και στον «καθημερινό κόσμο, αυτό που αποκαλούμε «ηθογραφία» αλλά όσο προχωράμε στον 20ό αιώνα γίνεται περισσότερο αναπαράσταση της καθημερινής ζωής» εξηγεί στο BHΜΑgazino και διευκρινίζει: «Η έκθεση δεν έχει χρονολογικό αλλά θεματολογικό χαρακτήρα και μέσα από αυτήν αναδεικνύονται ορισμένες θεματικές που έχουν υπάρξει καθοριστικές για την ελληνική τέχνη». Τη διοργάνωση έχει αναλάβει το Κέντρο Πολιτισμού, Ερευνας και Τεκμηρίωσης της Τράπεζας, υπεύθυνο για τη Συλλογή αλλά και για την υλοποίηση πολιτιστικών δράσεων που αποσκοπούν να αναδείξουν τον καθοριστικό ρόλο της Τράπεζας στην οικονομική, κοινωνική και πολιτιστική ανάπτυξη της χώρας.
«Η Ηρώ» του Ορέστη Κανέλλη
Τα έργα άρχισαν να συλλέγονται ήδη από την πρώτη χρονιά λειτουργίας του οικονομικού θεσμού, το 1928. Η διάρθρωση της συλλογής συνεχίζεται μέχρι σήμερα «μέσα σε ένα πλαίσιο εικαστικής πολιτικής το οποίο εμφανίζει άλλοτε πιο αραιό και άλλοτε πυκνότερο ενδιαφέρον για την απόκτηση έργων τέχνης, ανάλογα με την εποχή και την πρακτική του εκάστοτε διοικητή», όπως θα πει ο διευθυντής του Κέντρου Πολιτισμού, Ερευνας και Τεκμηρίωσης της Τράπεζας, Παναγιώτης Παναγάκης.
Στις προσωπογραφίες του Σμυρνιώτη και Μυτιληνιού Ορέστη Κανέλλη (1910-1979) που περιλαμβάνει η Συλλογή ξεχωρίζει και η «Η Ηρώ» (1937), η οποία αιχμαλωτίζει τον θεατή με το ευθύβολο βλέμμα της. Η ηθογραφία είναι μία από τις κύριες θεματικές που αναπτύσσονται στη ζωγραφική και περιλαμβάνεται σε όλες τις εκφάνσεις της στη Συλλογή της Τράπεζας. Ηθη και έθιμα, παραδοσιακές ασχολίες, λαογραφικές αναφορές, οικογενειακές σκηνές και η δουλειά στην ύπαιθρο αποτυπώνονται με ακαδημαϊσμό στην αρχή αλλά όλο και πιο ελεύθερα ή αφαιρετικά, καθώς οι έλληνες καλλιτέχνες γνωρίζουν τάσεις και κινήματα της εποχής, όπως τον ιμπρεσιονισμό και τον ρεαλισμό, αν και συχνά ενδίδουν στον νατουραλισμό.
Η «Επίσκεψη» του Γιώργου Ρόρρη
Η συλλογή δεν εξακτινώνεται προς όλες τις κατευθύνσεις της ελληνικής τέχνης, αλλά τα σημεία που την ενδιαφέρουν τα αγγίζει σε βάθος. «Εχει υπάρξει μια συνέπεια και αυτό μπορεί να είναι ίδιον του χαρακτήρα της Συλλογής γιατί ο κάθε θεσμός συλλέγει βάζοντας έναν στόχο, αλλά βάσει ορισμένων εγγενών χαρακτηριστικών που καθορίζουν τη λειτουργία και το προφίλ του» θα πει η Χάρις Κανελλοπούλου. Μία από τις προθέσεις της συλλογής είναι να καταγράψει τη σύγχρονη εικαστική παραγωγή αλλά και αντιπροσωπευτικές στιγμές και χαρακτήρες της κοινωνίας. Εξ ου και περιλαμβάνει λοιπόν Γιώργο Ρόρρη (1963-) –την «Επίσκεψη» του 2014. Πρόκειται για μία από τις τελευταίες προσθήκες στη Συλλογή που προήλθε μετά την τελευταία οργανωμένη αγορά τού ’14 επί διοίκησης Προβόπουλου. Αυτή η προσθήκη έφερε και μια νότα «αφαίρεσης», με τα έργα των Γιάννη Αδαμάκου και Δημήτρη Ανδρεαδάκη, ενώ η τελευταία μεμονωμένη αγορά έγινε το ’16 και ήταν ένα έργο του Χρόνη Μπότσογλου. «Υπάρχει η λογική του εμπλουτισμού της Συλλογής αλλά η υλοποίησή της είναι μια διαδικασία σύνθετη, δεδομένου ότι δυστυχώς ή ευτυχώς συναρτάται με τις εξωτερικές συνθήκες» θα πει ο Παναγιώτης Παναγάκης. «Θέλουμε να ενισχύσουμε την ελληνική καλλιτεχνική παραγωγή. Στη Συλλογή περιλαμβάνονται καταξιωμένοι ζωγράφοι και θέλουμε να κινηθούμε και προς τους νέους».
Ο «Κορμός» του Τάσσου
Στην Τράπεζα της Ελλάδος εργάστηκαν σπουδαίοι χαράκτες της νεοελληνικής τέχνης, όπως ο Μιχαήλ Αξελός (1877-1965) αλλά και ο Αλέξανδρος Κορογιαννάκης (1906-1966). Το έργο τους αποτελεί το βασικό σώμα της συλλογής στην οποία περιλαμβάνονται και αρκετά έργα του Ιωάννη Αλταμούρα, του Νικόλαου Γύζη, του Γεώργιου Ιακωβίδη και βεβαίως του Κωνσταντίνου Βολανάκη, συγκεκριμένα εννέα τον αριθμό. Ο Αξελός υπήρξε ο πρώτος σχεδιαστής τραπεζογραμματίων και νομισμάτων, ενώ εκείνος φιλοτέχνησε και το έμβλημα της Τράπεζας (η θεά Αθηνά καθισμένη σε αρχαϊκό κάθισμα). Οι δύο αυτοί χαράκτες έκαναν προτάσεις στη διοίκηση προκειμένου να συμπεριληφθεί στο Συλλογή το έργο καλλιτεχνών όπως ο Τάσσος (Αναστάσιος Αλεβίζος, 1914-1985). Ο «Κορμός» (1938) αντλεί το θέμα του από το τοπίο της γενέτειράς του, της Λευκοχώρας Μεσσηνίας, και αποτελεί ένα από τα πρώιμα έργα του χαράκτη.
Η «Αθήνα» του Σπύρου Βασιλείου
Η πόλη ως σκηνικό πάντα γοητεύει τους καλλιτέχνες, αλλά από τη δεκαετία του ’50 και μετά υποκύπτουν στα θέλγητρά της όσοι ασπάζονται την αφαίρεση. Ο Σπύρος Βασιλείου (1903-1985) προσεγγίζει τη νεοελληνική καθημερινότητα με χρώμα και λυρική διάθεση. Εστιάζει σε απεικονίσεις της Αθήνας ήδη από τη δεκαετία του ’20 και η Συλλογή της Τράπεζας περιλαμβάνει δύο πίνακές του –«Πολιτεία» (1965) και «Αθήνα» (1978). Στην «Αθήνα» αποδίδει σε ένα μετάλλιο μια αθηναϊκή γειτονιά σαν να πρόκειται για το σκηνικό μιας παράστασης ή μιας ταινίας. Σε πρώτο επίπεδο ο Βασιλείου εστιάζει στο ολοένα συρρικνούμενο νεοκλασικό προφίλ της πόλης με τα μπαλκόνια και τα μεταλλικά κιγκλιδώματα με τους γρύπες που είναι χαρακτηριστικά μοτίβα της ζωγραφικής του, ενώ στο δεύτερο επίπεδο η σύγχρονη, χαοτική εκδοχή της Αθήνας στέλνει τις αντανακλάσεις της. Ο καλλιτέχνης αυτοπροσωπογραφείται και υποδέχεται τον θεατή από το μισάνοιχτο παράθυρο του πρώτου νεοκλασικού σπιτιού.
Η «Χωρική» του Απόστολου Γεραλή
Η Συλλογή περιλαμβάνει και ακριβοθώρητα έργα που γνωρίζουμε μόνο μέσα από τη βιβλιογραφία και σπάνια έρχονται ενώπιον του φιλότεχνου κοινού. Αυτό συνέβη για πρώτη φορά με την περιοδική έκθεση «Συλλογή της Τράπεζας της Ελλάδος. Ελληνική Ζωγραφική και Χαρακτική» στην Εθνική Πινακοθήκη το ’93, ενώ ακολούθησε «Η γένεση της νεώτερης ελληνικής ζωγραφικής 1830-1930: Από τη Συλλογή της Τράπεζας της Ελλάδος» με έργα και από άλλες συλλογές, η οποία παρουσιάστηκε στην Ουάσιγκτον (2002) και στην Αθήνα (2003).
Το Κέντρο Πολιτισμού, Ερευνας και Τεκμηρίωσης της Τράπεζας υπόσχεται ακόμη περισσότερη εξωστρέφεια που θα δώσει την ευκαιρία στο κοινό να γνωρίσει την ιστορία του οικονομικού θεσμού, της πλούσιας Συλλογής αλλά και της ελληνικής Ιστορίας της Τέχνης μέσα από έργα όπως η «Χωρική» (1940-53) του Απόστολου Γεραλή (1886-1983).
* «Τόποι αναφοράς, από τη Συλλογή της Τράπεζας της Ελλάδος»: Μουσείο Μπενάκη, κτίριο οδού Πειραιώς (Πειραιώς 138), από 15 Μαρτίου έως 20 Μαΐου.

* Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 4 Μαρτίου 2018.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ