Αν και κάθε χρόνος στην αυτοκινητοβιομηχανία μοιάζει με αιώνα λόγω της εξέλιξης της τεχνολογίας, στα πέντε χρόνια που μεσολάβησαν από την εμφάνιση της πρωτότυπης Urus στο Πεκίνο μέχρι σήμερα κανείς δεν την αναζήτησε. Είναι άλλωστε τόσο πολλά τα νέα SUV που ποιος θα μούτρωνε στη Lamborghini για την καθυστέρηση; Και γιατί άλλωστε; Αυτή η ράτσα των Ιταλών ξέρει καλά το παιχνίδι της αναμονής, σαν τον ταύρο που κοιτάζει τον ταυρομάχο στην αρένα αποφασίζοντας πότε θα κάνει την κίνηση. Με την ευκαιρία, η λέξη Urus υιοθετήθηκε από τους Ιταλούς τιμώντας μια ισπανική ράτσα αγωνιστικών ταύρων, άρα η συνάφεια προϊδεάζει για τις δυνατότητες του αυτοκινήτου που χαρακτηρίζεται ως το απόλυτο super sport SUV.
Βασισμένη στην πλατφόρμα του Audi Q7, αυτή η Lamborghini προφανώς και δεν έχει σχέση με τον «γερμανό εξάδελφο» στα πεδία των επιδόσεων και της οδικής συμπεριφοράς. Ο twin-turbo V8 κινητήρας των 4,0 λίτρων αποδίδει 650 ίππους και 850 Nm ροπής, συνδυάζεται με αυτόματο κιβώτιο οκτώ ταχυτήτων και ξεδιπλώνει τα χαρίσματά του στον δρόμο μέσω συστήματος τετρακίνησης το οποίο στέλνει το 60% της ροπής στον πίσω άξονα αλλά μπορεί να μεταβάλει την κατανομή ακόμη και σε ποσοστό 70% εμπρός/30% πίσω για καλύτερη πρόσφυση.
Αν κάποιες λέξεις σάς είναι –ακόμη –άγνωστες, εστιάστε το ενδιαφέρον σας στις επιδόσεις της Urus, η οποία επιταχύνεται από στάση σε 3,6 δευτερόλεπτα, αναπτύσσει μέγιστη ταχύτητα 306 χλμ./ώρα και ακινητοποιείται αξιοποιώντας τα κεραμικά φρένα της –τα μεγαλύτερα του είδους σε μοντέλο μαζικής παραγωγής.
Πέρα δε από την ενεργή αερανάρτηση και τα ηλεκτρονικά συστήματα που επιτηρούν διαρκώς τη συμπεριφορά της στον δρόμο, προσφέρει στον χειριστή της έξι προγράμματα παραμετροποίησης –Strada, Sport, Corsa, Terra για οδήγηση εκτός δρόμου, Neve για το χιόνι και Sabbia για την άμμο.
Αν σε όλα αυτά προσθέσετε την «αιχμηρή» σχεδίαση, τους τροχούς διαστάσεων 21-23 ιντσών που την κάνουν να δείχνει μικρότερη από ό,τι είναι –με μήκος 5,11 μέτρα –και τις λεπτομέρειες που υποδηλώνουν την καταγωγή της, θα αντιληφθείτε ότι μέρος μόνο των μελλοντικών ιδιοκτητών της αντιλαμβάνεται περί τίνος πρόκειται και τι μπορεί να κάνει. Την καλύτερη ένδειξη για το τελευταίο αποτελεί η θέση του οδηγού –σαν cockpit πολεμικού αεροσκάφους με τιμόνι –και ο ήχος του μοτέρ, σαν βρυχηθμός από τα έγκατα της γης. Τα υπόλοιπα –οι τρεις TFT οθόνες, το σύστημα infotainment με εξελιγμένες δυνατότητες συνδεσιμότητας και η hi-end παρουσία της Bang & Olufsen –υπάρχουν για τους προφανείς λόγους που κάθε ανυποψίαστος «οδηγός» μπορεί να αντιληφθεί. Το τελικό αποτέλεσμα όμως είναι τόσο γοητευτικό που ακόμη και όταν ακούσεις την τιμή της –σχεδόν 180.000 ευρώ στην «άλλη» Ευρώπη –χαμογελάς αμήχανα και ξαναμπαίνεις χαρούμενος στο αεροπλάνο για το σπίτι.
* Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino το Σάββατο 23 Δεκεμβρίου 2017.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ